Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Για την ακρίβεια πορεύομαι με αυτή την εμπειρία ως “πυξίδα” σε κάθε συνέντευξη για δουλειά που έχω περάσει έκτοτε. Ήταν εκείνες οι εποχές που το περισσότερο που θα μπορούσε να πληρωθεί κανείς, κυρίως μαύρα, ήταν το παχυλό πόσο των 300 ευρώ. Άντε 350. Έχω συνέντευξη για δουλειά και τρομαγμένη καθώς είμαι μπροστά στον πιθανό εργοδότη μου – παρόλο που είχα μια μικρή εμπειρία σε συνεντεύξεις – όταν με ρωτά πόσα θέλω να παίρνω, υποτίμησα τρομακτικά τις ικανότητες μου και την εμπειρία μου και είπα ένα τραγικό πόσο, διατυπώνοντάς το μάλιστα σε μορφή ερώτησης. “Ωραία, τόσα θα παίρνεις”, μου απάντησε. Μέχρι σήμερα σκέφτομαι τι θα συνέβαινε αν είχα πει ένα μεγαλύτερο ποσό, που να ανταποκρίνονταν περισσότερο στα προσόντα μου, αλλά να εξακολουθούσε και να είναι ρεαλιστικό για την εποχή, αν θα έπαιρνα την ίδια απάντηση. Την απορία μου απάντησε άλλος εργοδότης, κάποια χρόνια μετά σε μία άλλη συνέντευξη. Έχοντας “καεί απ’ το χυλό”, που λέει και ο λαός, πήγα με αυτοπεποίθηση και ζήτησα αυτά που πίστευα ότι αξίζω, αφού φυσικά και πάλι ερωτήθηκα για το πόσα θα ήθελα να παίρνω. Βιοποριζόμουν από αυτό το ποσό; Όχι. Αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν περισσότερα απ’ ό,τι είχα αμειφθεί ποτέ. “Τέτοια παίρνουν οι ανώτερες θέσεις!”, μου είπε σχεδόν έκπληκτος. “Ε, εσύ θα παίρνεις γύρω στα… ”, δεν έχει σημασία πόσα. Σημασία έχει ότι είναι σπάνιες είναι οι φορές που έχω ακούσει σε συνέντευξη το μισθό της θέσης για την οποία έχω στείλει βιογραφικό. Γιατί λοιπόν μέχρι και σήμερα πρέπει να παζαρεύουμε το μισθό μας, λες και αγοράζουμε πορτοκάλια;

Στην τελευταία μου συνέντευξη με ρώτησαν με τι χρήματα θα είμαι χαρούμενη”, λέει η Ειρήνη, 31 που περνούσε από συνέντευξη για τη θέση του Project Manager σε μία εταιρεία media. “Δεν ξέρεις πόσο θα ήθελα να πω 3000 ευρώ! Ναι, με τόσα θα ήμουν χαρούμενη μπορείς όμως να πεις ένα τέτοιο ποσό;”. Ο Στέλιος 34, πρόσφατα έκανε μια πρώτη τηλεφωνική επαφή για τη θέση του υπεύθυνου επικοινωνίας σε μια μεγάλη εταιρεία. Σημαντική σημείωση το γεγονός ότι εργάζεται ήδη και αναζητά κάτι καλύτερο. Του τέθηκε το εξίσου γνωστό και εξίσου εκνευριστικό ερώτημα: “Πού κινείσαι μισθολογικά;”. “Μόλις απάντησα πάνω από 1200 ευρώ άκουσα σιωπή στην άλλη άκρη του ακουστικού. Λίγα δευτερόλεπτα μετά άκουσα τον ήχο του πληκτρολογίου και ένα μαζεμένο “Ωραία – ωραία”. Στη χροιά της φωνής της γυναίκας με την οποία συνομιλούσα, δεν υπήρχε τίποτα από τον ενθουσιασμό που άκουγα πριν κάποια λεπτά, όταν της έλεγα τα skills μου”.Το γεγονός ότι στις αγγελίες εργασίας δεν αναγράφεται σχεδόν ποτέ το εύρος του μισθού είναι εξαιρετικά προβληματικό. Βάζει τον εργαζόμενο στη θέση να κοστολογήσει μόνος του τον εαυτό του και τις δεξιότητές του και μέσα στη διαδικασία της προετοιμασίας του για μία συνέντευξη, στην οποία φυσικά θα πουλήσει τον εαυτό του όσο καλύτερα μπορεί, αναγκάζεται να είναι σε ετοιμότητα και για τις άβολες ερωτήσεις που αφορούν τα χρήματα. Αν φυσικά εκείνες γίνουν. “Με είχαν ρωτήσει τα πάντα, δεν υπήρξε κάτι στο βιογραφικό μου που να μην ξεψάχνισαν. Η συνέντευξη έφτανε στο τέλος της και για λεφτά ούτε λόγος. Μετά από μία αμήχανη σιωπή μου είπαν, “Υπάρχει κάτι που θα ‘θελες να μας ρωτήσεις εσύ;” και τότε ψέλλισα, κάπως μαζεμένα, θα μου πείτε που κινείται η θέση μισθολογικά;”, αναφέρει η Μαριάννα, 27 που εργάζεται στη διαφήμιση. 

Το να ρωτά να μάθει ένας υποψήφιος εργαζόμενος λοιπόν τον δυνητικό του μισθό έχει δαιμονοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που θεωρείται, από τους εργοδότες, σχεδόν αντιεπαγγελματικό. Οι εργοδότες που αρνούνται τη διαφάνεια ως προς τις αμοιβές, είναι σίγουροι ότι μπορούν να προσελκύσουν δυνητικούς υπαλλήλους, όχι με βάση τα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης θέσης, αλλά πατώντας πάνω στη ματαιότητα που νιώθουν πλέον οι εργαζόμενοι. Έχοντας ήδη αφιερώσει τόσο πολύ χρόνο και ενέργεια στη συνέντευξη για αυτήν τη δουλειά και γενικότερα στην αναζήτηση εργασίας μπορούν εν τέλει να αποδεχτούν ό, τι μισθό τους προσφερθεί.Αν κάποιος παρατηρήσει τις αγγελίες θέσεων εργασίας, θα δει άπειρα και αναλυτικά requirements που απαιτούνται από τους υποψηφίους – σαν το γνωστό meme για θέσεις εργασίας που ζητούν υποψηφίους έως 30 ετών με 20 χρόνια προϋπηρεσίας -. Ποτέ όμως δεν αναφέρονται τα χρήματα που αξίζουν αυτές τους οι ιδιότητες. Με αυτό τον τρόπο, η αγγελία εργασίας αποτυγχάνει να διαφημίσει ακριβώς γιατί κάθε ταλαντούχο άτομο πρέπει να κυνηγήσει τη συγκεκριμένη θέση. Αυτό όμως δεν σταματά κανένα εργαζόμενο από το να αιτείται μία θέση γιατί μαντέψτε, δεν δουλεύουμε από χόμπι, αλλά με σκοπό τον βιοπορισμό. Όλα τα παραπάνω είναι η τρανή απόδειξη του πόσο άνιση είναι συνήθως η δυναμική της ισχύος ανάμεσα σε εργαζόμενο και εργοδότη. 

Ο μισθός είναι ταμπού. Αλλά δεν θα έπρεπε να είναι. “Είναι πολύ αγενές να επιμείνω να μου πείτε εσείς πού κινείται μισθολογικά η θέση;”, προσπάθησε η Ειρήνη να εκμαιεύσει ένα πόσο σε εκείνη τη συνέντευξη. Δεν κατάφερε ωστόσο να ξεφύγει. Επέμεναν να ακούσουν με τι θα ήταν χαρούμενη. Ανέφερε το ποσό των 1500 ευρώ, βασισμένη στις απαιτήσεις της θέσης, την επαγγελματική της εμπειρία και τις δεξιότητές της. Το τηλέφωνο δεν χτύπησε ποτέ. Η διαπραγμάτευση ενός μισθού δεν είναι ζήτημα ευγένειας, αλλά εξουσίας.Οι εργοδότες μοιάζουν να μην αντιλαμβάνονται ότι ο εργαζόμενος χρειάζεται να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη διαδικασία μέχρι να φτάσει στη συνέντευξη και δεν έχει καν όλα τα δεδομένα, ή μάλλον το πιο σημαντικό: το πόσο θα αμειφθεί για τη δουλειά. Σήμερα, ένας υποψήφιος οφείλει να συνυπολογίσει όχι μόνο περγαμηνές, δεξιότητες και προϋπηρεσία. Πρέπει ακόμη να κοστολογήσει τον ελεύθερό του χρόνο, τον συναισθηματικό αντίκτυπο, αλλά και το πόσο χρόνο μπορεί να του αφήνει η συγκεκριμένη θέση για να “τσιμπήσει εξτραδάκια”, έτσι ώστε να συμπληρώσει το εισόδημά του, αφού, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν θα καταφέρει σχεδόν ποτέ να βιοποριστεί από έναν και μοναδικό μισθό. Έχοντας όλα αυτά στο μυαλό του πρέπει να καταλήξει σε 3 – 4 φανταστικά ποσά, προσπαθώντας να προβλέψει πόσο κοστολογεί στην πραγματικότητα ο δυνητικός του εργοδότης τη θέση που του προσφέρεται, καθώς αυτό δεν αναφέρεται πουθενά και οριακά δεν λέγεται.

Τέλος, ας βάλουμε κάτι ακόμη στην εξίσωση. Αν υπήρχε διαφάνεια σχετικά με το εύρος μισθού για μία θέση θα ήταν ακόμα πιο δύσκολες οι διακρίσεις – για παράδειγμα στη χώρα μας με βάση το φύλο. Πολλές γυναίκες υποπτεύονται πως δεν αμείβονται το ίδιο με τους άνδρες συναδέλφους τους – κάτι που όμως δεν μπορούν να εξακριβώσουν αν δεν ρωτήσουν τους ίδιους -. Ένα καταγεγραμμένο εύρος μισθού θα διασφάλιζε το γεγονός πως ο/η υποψήφιος εργαζόμενος/η αξιολογείται αποκλειστικά και μόνο από το αν πληροί τις προϋποθέσεις για την θέση για την οποία κάνει αίτηση.Θα μπορούσαμε ποτέ να φτάσουμε στην υποχρεωτική αναφορά εύρους μισθού στις αγγελίες εργασίας εν Ελλάδι (είναι κάτι που επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί σε κάποιες πολιτείες των ΗΠΑ, αλλά ούτε κι εκεί κατέστει εξαιρετικά επιτυχημένη) και να σταματήσουμε διαιωνίζουμε αυτό το αρρωστημένο παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι στις συνεντεύξεις; Ακούγεται μακρινό σαν σενάριο. Το κυριότερο ζητούμενο είναι οι εργοδότες να πάψουν να αντιμετωπίζουν τους εργαζόμενους ως απειλή ή εν δυνάμει “τεμπέληδες”, όπως και να σκέφτονται πώς θα βρουν εκείνον που θα κάνει τα περισσότερα με τα λιγότερα δυνατά χρήματα.

@oneofusgr

If you're here, you're one of us!