Την τελευταία 3ετία μπορούμε σίγουρα να μιλάμε για μια επέλαση της rap στην παγκόσμια μουσική βιομηχανία. Η ασθμαίνουσα ελληνική, ακολούθησε το ρεύμα, μέσα από DIY παραγωγές, θυγατρικές δημοφιλών δισκογραφικών και mainstream labels που έσπευσαν να καβαλήσουν το κύμα και να αναδείξουν όλες τις μορφές του rap, από την trap έως το drill, σχεδόν κανένα subgenre της hip-hop μουσικής δεν έμεινε χωρίς εκπροσώπηση στη χώρα μας. Είχε ήδη προηγηθεί η παρακμή θα λέγαμε, της ελληνικής pop και σίγουρα ή πτώση της ελληνικής λαϊκής μουσικής. Παράλληλα, αυτό που εδώ και χρόνια αποκαλούμε αθηναϊκή εναλλακτική σκηνή, σε αυτό το μεσοδιάστημα απουσίας ουσιαστικής pop/ mainstream ελληνικής μουσικής και εκκόλαψης της hip-hop κουλτούρας, άρχισε να απομακρύνεται από τα ραδιοφωνικά indie hits και να πειραματίζεται με ανατολίτικους ρυθμούς, να αγγίζει δειλά – δειλά το ρεμπέτικο, να κλείνει το μάτι στην παράδοση.
Την ίδια στιγμή, οι ένδοξες εποχές του λαϊκού ελληνικού τραγουδιού βαφτίστηκαν “εποχές ΠΑΣΟΚ”, έγιναν τίτλοι trash parties και τις μικρές ώρες ενσωματώνονταν στις playlists τους για τους λίγους που μένουν να κλείσουν το μαγαζί με τους Djs, αποτέλεσαν μια νοσταλγική αγκαλιά για μύστες της αθηναϊκής νύχτας που γνώριζαν ότι Μπάτμαν, Αρχάγγελος, Άγιος, Λεγάμενοι και Αισθηματίες είναι εκεί για να ακουμπήσουν στην μπάρα τους και να αφήσουν τους πόνους τους να τους πάρουν μακριά οι οικείες μελωδίες.
Δίχως άλλο, ο πρόσφατος θάνατος του Τόλη Βοσκόπουλου υπήρξε μια υπενθύμιση των καταβολών μας. Λίγοι ήταν εκείνοι που δεν θυμήθηκαν από ένα κομμάτι του “Πρίγκιπα” του ελληνικού τραγουδιού στο άκουσμα της είδησης, ένα κομμάτι που δεν ήταν μονάχα το “Κι εσύ θα φύγεις” – πολλοί βιάστηκαν να πουν ότι δεν είναι μεγάλη η μερίδα του κόσμου που γνωρίζει τη δισκογραφία του Τόλη, αλλά ούτε και τα κομμάτια που ο ίδιος έχει υπογράψει και έχουν ερμηνεύσει άλλες τεράστιες προσωπικότητες του λαϊκού τραγουδιού, κάνουν όμως λάθος -. Η καθολική συγκίνηση για αυτή τη μουσική απώλεια, χτύπησε ένα καμπανάκι. Ο ήχος του είχε βάθος, σα να έρχεται από κάπου μακριά, όμως όλοι τεντώσαμε τα αυτιά μας να το ακούσουμε. Κι αυτό που μας είπε ήταν πως οι γλυκές λαϊκές μελωδίες, όσο κι αν μας αρέσει να τις αποκηρύττουμε στο βωμό του coolness είναι γραμμένες στο DNA μας.
Αυτή τη “βιολογική” ρωγμή ανακάλυψε τελευταία η εναλλακτική σκηνή και βάλθηκε να τη μπολιάσει με νέες λαϊκές μελωδίες. Πρωτοπόροι βέβαια αυτού του, αν θέλετε, ρεύματος υπήρξαν ο The Boy και ο Φοίβος Δεληβοριάς. Με διαφορετικές χρονικές αφετηρίες, αλλά σίγουρα κάποιες κοινές αισθητικές, οι δύο μουσικοί ενσωμάτωσαν στις συνθέσεις τους αυθεντικά λαϊκά στοιχεία. Το 2010, ο The Boy, με το “Κουστουμάκι” κλείνει το μάτι στον Διονύση Σαββόπουλο και συνεχίζει για περίπου μία δεκαετία να πατά πεισματικά πάνω στη φόρμα του “Ζεϊμπέκικου” μελοποιώντας τους στίχους του.
Το 1995, ο Φοίβος Δεληβοριάς, συστήνεται στο ευρύ κοινό με το “Η Ζωή Μόνο Έτσι Είν’ Ωραία… ” – 6 χρόνια μετά το πρώτο του άλμπουμ, την “Παρέλαση” – απόλυτα συνειδητοποιημένος για το τι θέλει να προσφέρει στην ελληνική μουσική. Μπορεί όσοι τον γνωρίζουν επιδερμικά, να τον κατατάσουν κάτω από χίλιες δύο άλλες ταμπέλες, ωστόσο ο Φοίβος Δεληβοριάς, πιστός μέχρι σήμερα στο να μην αντιμετωπίζει δογματικά τη μουσική, είναι στον πυρήνα του ένας αυθεντικός, βαθιά τρυφερός, λαϊκός μουσικοσυνθέτης / ερμηνευτής. Τις λαϊκές του ευαισθησίες πολλές φορές εκφράζει και μέσα από τις συνεργασία του με ταλαντούχες ερμηνεύτριες. Μας επανασύστησε την Ρένα Μόρφη ως Σούλη Ανατολή και πρόσφατα μας έδωσε τη μοναδική ευκαιρία να μάθουμε τη Νεφέλη Φασουλή.
Έχοντας επιμεληθεί τη μουσική και τους στίχους στον δίσκο της “Ο Κόσμος σου”, ο Φοίβος Δεληβοριάς παραδίδει έναν δίσκο – καθρέφτη της μουσικής ψυχοσύνθεσης του καιρού μας, και μάλλον δεν έχει υπάρξει περισσότερο συγχρονισμένος με την πραγματικότητα. Ρεμπέτικο, παραδοσιακό, ξόφαλτσο hip -hop στα πρότυπα του “Je suis bossu“, ένα nod στο “Τραγούδι των Γύφτων”, bossa – nova, funk, blues. Όλα συναντιούνται στην υπέροχη φωνή της Φασουλή και σκιαγραφούν τα γούστα μιας σημαντικής μερίδας των ανθρώπων που σήμερα ακούν και φτιάχνουν μουσική.
Είκοσοι πέντε χρόνια μετά τον Φοίβο Δεληβορία και δέκα μετά τον The Boy, λίγο πριν την εκπνοή του 2020 η Nalyssa Green μέσα από το άλμπουμ της “Ταξίδι Αστρικό” ψηλαφίζει τις δικές της λαϊκές ανησυχίες με δύο “ζεϊμπέκικα”, οι The Callas με το “Είμαι ένα ξενοδοχείο”, που επίσης κυκλοφόρησε το 2020, πιάνουν το ρεμπέτικο τρυφερά από το χέρι και το ανασύρουν από τη λήθη. Ακόμη και ο LogOut με την ιδιοσυγκρασιακή, αιθέρια pop του φλερτάρει σε στιγμές με μία λαϊκή δομή στο δίσκο του “ΕΔΩ/ΕΚΕΙ”. Όλα αυτά ενώ παράλληλα δεν ξεστρατίζουν ακριβώς από τον ήχο με τον οποίο τους γνωρίσαμε. Φαίνεται λοιπόν, πως οι νέοι δημιουργοί της alternative σκηνής σκύβουν με όλο και περισσότερη προσοχή πάνω στα λαϊκά τους ακούσματα – γιατί μεγαλωμένοι στην Ελλάδα, όλοι έχουμε τέτοια, όσο κι αν δεν μας αρέσει μερικές φορές.
Τι συμβαίνει; Μπορούμε να μιλάμε για μία επιστροφή της ελληνικής λαϊκής μουσικής, που είναι ενδεδυμένη τον εναλλακτικό μανδύα; Αν ναι, φαίνεται να μας αρέσει και για αυτό την αναδεικνύουμε με τα views μας, την παρουσία μας (επιτέλους) σε συναυλίες, τις αγορές μας στο bandcamp. Αν μας αρέσει όμως, είναι γιατί άραγε μας κάνει να νιώθουμε λιγότερες “ενοχές” αν ακούμε την “Μπλε Τροχιά” της Nalyssa Green, απ’ ό,τι τον “Παλιατζή” του Στράτου Διονυσίου στο Spotify;
Πέρα από την προσωπική μας ενδοσκόπηση, μένει να δούμε αν οι εναλλακτικοί μουσικοί και ερμηνευτές θα γίνουν οι “θεματοφύλακες” της λαϊκής μουσικής μας κληρονομιάς, ή αν πρόκειται για ένα ακόμη νοσταλγικό trend, μία περίοδο έλλειψης καινοτομίας και δημιουργικότητας. Μέχρι να το διαπιστώσουμε όμως, σίγουρα αυτή η νέα μουσική τάση, καλύπτει το κενό που άφησε πίσω της η κατάρρευση του αυθεντικού λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα, αλλά και την απουσία του επουσιώδους λαϊκοπόπ όπως το ξέραμε, γιατί και αυτό, το έχουμε ανάγκη.
