Πόσες φορές δεν μας έχει συμβεί να πετάμε στον ύπνο μας; Ή να έχουμε διαγώνισμα μαθηματικών το πρωί, να είμαστε βουτηγμένοι στο άγχος των εξετάσεων και το μυαλό μας να μην θυμάται τίποτα. Απολύτως τίποτα. Ξεφυλλίζουμε το βιβλίο με αγωνία, προσπαθώντας να θυμηθούμε έστω τα βασικά, πράγμα μάταιο διότι έχουμε τελειώσει το σχολείο εδώ και δυο δεκαετίες. Όταν ξυπνάμε έχουμε την αίσθηση ότι όλο αυτό παραήταν αληθινό και μας παίρνει αρκετή ώρα να συνέλθουμε.
Τα όνειρα που βλέπουμε κάποιες φορές είναι περίεργα, αγωνιώδη ή ακόμα και ντορπιαστικά, σύμφωνα όμως με μια νέα θεωρία, αυτός είναι και ο λόγος που υπάρχουν. Τροφοδοτώντας μας με μια δόση τυχαίου τρόμου ή αγωνίας, μας προετοιμάζουν ώστε να μπορούμε να ανταπεξέλθουμε καλύτερα στο απρόοπτο που είναι πιθανό να προκύψει στην πραγματική ζωή μας.
Η ερώτηση του γιατί βλέπουμε όνειρα έχει εδώ και καιρό διχάσει τους επιστήμονες. Η ίδια η φύση των ονείρων αλλά και η παντελής αδυναμία μας να τα καταγράψουμε, κάνουν την προσπάθειά μας να κατανοήσουμε το γιατί υπάρχουν δύσκολη, όπως επίσης και το γιατί διαφέρουν από άτομο σε άτομο.
Όπως λέει στον Guardian ο Erik Hoel, ένας ερευνητής βοηθός καθηγητή στο Tufts University της Μασαχουσέτης των ΗΠΑ, “ενώ έχουν γίνει διάφορες υποθέσεις σχετικά με την ύπαρξη των ονείρων, πολλές από αυτές αντικρούονται από την τυχαία, παραισθησιακή ή παραμυθιακή φύση τους, που τα κάνει να φαίνονται ότι δεν έχουν απολύτως καμία λειτουργική αξία.”
Παίρνοντας έμπνευση από το πως μαθαίνουν τα ηλεκτρονικά “ουδέτερα κυκλώματα”, ο Hoel προτείνει μια νέα εναλλακτική θεωρία: την υπόθεση του υπερφορτωμένου εγκεφάλου.
Ένα συνηθισμένο πρόβλημα για όσους εκπαιδεύουν τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) είναι ότι τα κυκλώματα αυτά, εξοικειώνονται υπερβολικά με τα δεδομένα πάνω στα οποία εργάζονται, διότι συμπεραίνουν ότι το θέμα πάνω στο οποίο δουλεύουν είναι η τέλεια αναπαράσταση οποιουδήποτε προβλήματος θα συναντήσουν. Οι σχετικοί επιστήμονες προσπαθούν να λύσουν αυτό το “υπερφόρτωμα” ομοειδών εμπειριών, προσθέτοντας λίγο χάος στα δεδομένα, με την μορφή θορυβώδους ή προβληματικής καταχώρησης.

Ο Hoel ισχυρίζεται ότι ο εγκέφαλός μας είναι πιθανό να κάνει κάτι παρόμοιο όταν ονειρευόμαστε. Ιδιαίτερα όσο μεγαλώνουμε, οι μέρες μας στατιστικά γίνονται πιο όμοιες μεταξύ τους, που σημαίνει ότι “το εκπαιδευτικό μας σύνολο εμπειριών” είναι περιορισμένο. Υπάρχει όμως ακόμα η ανάγκη να μπορούμε να επικαιροποιούμε τις ικανότητές μας για την διαχείριση του απρόσμενου ή του ξαφνικού γεγονότος στην ζωή μας, είτε πρόκειται για τις φυσικές κινήσεις και αντιδράσεις μας, είτε για τις πνευματικές διεργασίες και την κατανόηση. Δεν μπορούμε να εισάγουμε το απρόσμενο στον εγκέφαλό μας όσο είμαστε ξύπνιοι διότι είμαστε απασχολημένοι με την πραγματικότητα. Η ώρα του ύπνου όμως είναι ένα άλλο κεφάλαιο.

Δημιουργώντας μια πιο πειραγμένη εκδοχή της πραγματικότητας, τα όνειρα μπορεί να βελτιώνουν την ικανότητα κατανόησής της με λιγότερο απλουστευτικό και αυτόματο τρόπο. “Είναι η απόκλιση των ονείρων από την πραγματικότητα αλλά και η ασυνήθιστη φύση τους που προσδιορίζουν τον ίδιο τον λόγο της ύπαρξής αλλά και της βιολογικής τους λειτουργίας” λέει ο Hoel. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι υπάρχουν ήδη αποδείξεις από την επιστήμη της νευρολογίας που ενισχύουν την άποψή του. Για παράδειγμα, ένας σίγουρος τρόπος για να προκαλέσουμε όνειρα σχετικά με αυτό που μας συμβαίνει στην αληθινή ζωή είναι όταν εκτελούμε ένα έργο με συχνές επαναλήψεις, όπως το να εκπαιδευόμαστε τακτικά σε έναν προσομοιωτή του σκι. Αν υπερβάλουμε με την εκπαίδευση αυτή, πυροδοτείται το φαινόμενο του “υπερφορτώματος”, που σημαίνει ότι ο εγκέφαλος προσπαθεί να γενικοποιήσει τα δεδομένα που έχει λάβει, πέρα από το σύνολο των εμπειριών της συγκεκριμένης εκπαίδευσης, δημιουργώντας σχετικά όνειρα όταν κοιμόμαστε. Αυτό εξηγεί το γεγονός ότι εκτελούμε συχνά καλύτερα ένα τέτοιο έργο μετά από έναν καλό ύπνο.

Παρότι η υπόθεση του Hoel δεν έχει ακόμα ερευνηθεί αρκετά, έχει το πλεονέκτημα ότι παίρνει την φαινομενολογία των ονείρων -ιδιαίτερα την τυχαία, παραισθησιακή και παραμυθιακή τους φύση- στα σοβαρά αντί να τα αντιμετωπίζει ως ανεξήγητα υποπροϊόντα άλλων εγκεφαλικών λειτουργιών. Ακόμα κι όταν έχουμε πρακτικά μη συνδεδεμένες, αλλά παρόμοιες δραστηριότητες, είναι πιθανό να ωφεληθούμε από τα όνειρα: για παράδειγμα, το να ονειρεύεσαι ότι πετάς μπορεί να βελτιώσει την σταθερότητα και την ισορροπία σου όταν τρέχεις.
“Όλα είναι πιθανά”, λέει ο καθηγητής Mark Blagrove, διευθυντής του Swansea University Sleep Laboratory, που ειδικεύεται στην μελέτη του ύπνου και των ονείρων. “Η θεωρία αυτή προτείνει ότι στην διάρκεια του ύπνου, ο εγκέφαλος γενικοποιεί τις εμπειρίες που είχε στην διάρκεια της ημέρας. Αυτό συμφωνεί με διάφορες άλλες σύγχρονες θεωρίες, όπως η θεωρεία Nextup, σύμφωνα με την οποία ο εγκέφαλος ψάχνει για μυθιστορηματικές διασυνδέσεις μεταξύ των γνώσεων που έχει λάβει πρόσφατα. Παρόλα αυτά όμως, όπως και με πολλές άλλες τέτοιες θεωρίες που ισχυρίζονται ότι τα όνειρα έχουν κάποια συγκεκριμένη λειτουργία, δεν υπάρχουν ακόμα στοιχεία ότι δεν είναι τελικά ένα επιφαινόμενο, ένα υποπροϊόν δηλαδή της νευρικής λειτουργίας του εγκεφάλου. Η νέα αυτή θεωρία όμως, μπορεί να ενθαρρύνει ψυχιάτρους και νευρολόγους να δημιουργήσουν σχετικά πειράματα και να προσπαθήσουν να αποδείξουν αν πράγματι τα όνειρα μας βοηθούν να γενικοποιούμε τις αποκτημένες γνώσεις και πληροφορίες.”
