Ο Χρήστος Χωμενίδης τιμήθηκε με το Βραβείο Ευρωπαϊκού Βιβλίου, ως ανανγνώριση του σπουδαίου έργου του “Νίκη”. Όταν παρέλαβε το βραβείο του εκφώνισε μια συγκινητική και ουσιαστική ομιλία, τόσο για το περιεχόμενο του βιβλίου, όσο και για τις συνθήκες μέσα στις οποίες το έγραψε. Για όσους δεν γνωρίζουν, το βραβευμένο αυτό βιβλίο μιλάει για την μητέρα του συγγραφέα Νίκη αλλά και για την ιστορία της χώρας μας κατά την διάρκεια του 20ού αιώνα.

Το βραβείο του ο ο κ. Χωμενίδης παρέλαβε χθες, Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου, σε ειδική εκδήλωση στο Ευρωκοινοβούλιο. Μίλησε λοιπόν γι’ αυτό στην ευχαριστήρια ομιλία του και είπε:

“Ξεκίνησα να διηγούμαι την ιστορία μιάς οικογένειας. Και έφτασα να διηγηθώ την ιστορία μιας χώρας. Ξεκίνησα ένα γράμμα προς την κόρη μου, να της μιλήσω για τη συνονόματη γιαγιά της, τη μεγάλη Νίκη, η οποία είχε πεθάνει προτού η μικρή Νίκη γεννηθεί. Και έγραψα ένα μυθιστόρημα για τον ελληνικό 20ο αιώνα. Έτσι άλλωστε δεν συλλαμβάνονται, έτσι δεν κυοφορούνται τα βιβλία μας; Εκείνο που νομίζεις πως χωράει σε ένα ποτήρι, αποδεικνύεται ποτάμι, χείμαρρος που φουσκώνει και παρασύρει και εσένα τον ίδιο. Δεν υπάρχει για τον συγγραφέα μεγαλύτερη ευλογία από τη στιγμή που οι ήρωες του ζωντανεύουν, κινούνται αυτόνομα, τον εκπλήσσουν. Τον μαγεύουν.

Η “Νίκη” γράφτηκε στην Αθήνα και στην Κέρκυρα. Σε βεράντες και σε καφενεία και σε ακρογιαλιές ακόμα, με τη θάλασσα να σκάει δυό μέτρα από το λάπτοπ μου. Γράφτηκε κατά την πιο δύσκολη περίοδο της πρόσφατής μας Ιστορίας. Όταν τη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους, το 2010, είχε ακολουθήσει η βαθιά κοινωνική κρίση. Κυρίως δε ο διχασμός, η μισαλλοδοξία. Η ακράδαντη πεποίθηση των μεν ότι για όλα φταίνε οι δε. Πως ο απέναντι σου ευθύνεται για ό,τι εσύ υποφέρεις. Και πρέπει να πληρώσει. Και του αξίζει να συντριβεί.

Εγώ ωστόσο ήξερα ότι ποτέ δεν είναι έτσι. Είχα ως παιδί ζήσει με τις γιαγιάδες, με τους παππούδες μου. Με τις θείες και με τους θείους μου. Μού είχαν μεταφέρει εμπειρίες εθνικών θριάμβων και καταστροφών και εμφυλίων πολέμων και ανατάσεων και φρικαλεοτήτων. Κι αν κάτι είχα καταλάβει ήταν πως στην κάθε παράταξη υπάρχουν ήρωες και καθάρματα. Άνθρωποι με συναίσθηση και ενσυναίσθηση. Κι άνθρωποι κυνικοί, που ορέγονται μόνο την εξουσία. Είτε απλώς τη βολή τους.

Στη “Νίκη”, ο 21ος αιώνας κοιτάει, επανεξετάζει τον 20ο. Το τώρα στρέφεται στο τότε για να αντλήσει πολύτιμα συμπεράσματα. Το ξέρουμε δα ότι το μέλλον μαγειρεύεται στον φούρνο του παρόντος με τα υλικά του παρελθόντος.

Μόλις πληροφορήθηκα την καταπληκτική τιμή που μού επιφυλάξατε, είπα το εξής: “Μέσω της τέχνης, η Ελλάδα μπορεί να ξανασυστηθεί στον κόσμο.”

Την ένδοξη μας αρχαιότητα, τους τραγικούς ποιητές, τους κλασσικούς φιλόσοφους, τον Σολωμό και τον Καβάφη, τον Γιαννούλη Χαλεπά και τον ζωγράφο Θεόφιλο, τον Σεφέρη και τον Ελύτη, ό,τι γοήτευσε τον Βύρωνα και τον Ουγκώ, τους αδελφούς Ντάρελ και τον Χένρυ Μίλερ, τον Ζυλ Ντασέν και τον Λέοναρντ Κοέν, δεν τα αποκηρύσσουμε. Τα περιέχουμε.

Μπορούμε ωστόσο, εμείς, οι Έλληνες του 21ου αιώνα, να τα υπερβούμε. Να σπάσουμε τα στερεότυπα. Να πλάσουμε δικούς μας, καινούργιους μύθους. Το φως είναι εκεί. Η γλώσσα είναι εκεί. Μακάρι η βράβευση της “Νίκης” να αποτελέσει αφορμή για να στρέψει η Ευρώπη το βλέμμα προς τη σημερινή Ελλάδα. Να αναζητήσει τους ποιητές, τους συγγραφείς, τους παραστατικούς καλλιτέχνες, τους εικαστικούς της. Είναι πολλοί και πολύ ταλαντούχοι. Σας το εγγυώμαι.

“Με την Ελλάδα με συνδέει μια κλωστή” είχε γράψει ένας σπουδαίος ποιητής. Ο Άγγελος Σικελιανός. “Όμως αυτή η κλωστή είναι η ζωή μου.” Ισχύει στο ακέραιο για εμένα. Ίσως να ισχύει λίγο και για εσάς. Η βράβευσή μου από εσάς είναι -το ξαναλέω- η μεγαλύτερη τιμή που μού έχει γίνει ποτέ. Νοιώθω ευγνώμων. Μέσα από την καρδιά μου σάς ευχαριστώ”.