Είναι υπεραπασχολημένος. Το μπαλέτο της ΕΛΣ “μπαίνει δυναμικά στην Εναλλακτική Σκηνή” κι εκείνος πρέπει να υλοποιήσει την ιδέα, να την συντονίσει, να παρουσιάσει στο κοινό “μία πλατφόρμα δημιουργίας που χρησιμοποιεί την φόρμα των κλασικών χορευτών της ομάδας σε ένα νέο ρεπερτόριο”. Ενώ λοιπόν βρισκόμαστε εν αναμονή “της ακαδημαϊκής λυρικότητας του Γιάννη Μανταφούνη” και “της δύναμης του physical dance  της Ερμίρα Γκόρο”, είμαστε σίγουροι ότι το ραντεβού θα πραγματοποιηθεί ανάμεσα στις πρόβες, ότι θέα μας θα είναι το ίδρυμα Νιάρχος, χορευτές και κουαρτέτα εγχόρδων.Λάθος. Τον συναντάμε στην Σύρο, σε ένα ήσυχο σπίτι που κρύβεται στα βράχια, οι τοίχοι του είναι γυάλινα παράθυρα και το μόνο που ακούγεται είναι το κύμα.
Καθόμαστε στην αυλή και μιλάμε για τη θάλασσα. Μου θυμίζει τον Οδυσσέα, αλλά υπάρχει μια διαφορά. Αν ο Κωσταντίνος άκουγε το τραγούδι των Σειρήνων, αποκλείεται να έμενε δεμένος στο κατάρτι.

Πώς ονειρευόσουν τον εαυτό σου όταν ήσουν παιδί;
Ήθελα πολύ να γίνω τραγουδιστής. Μετά αποφάσισα ότι μου ταιριάζει και η καριέρα του ηθοποιού.

Είχες τα προσόντα;
Όχι! Απλώς τραγουδούσα και νόμιζα ότι τα λέω καλά. Μετά άκουσα τη φωνή μου σε μαγνητόφωνο και είπα ότι θα ήταν καλύτερα για όλους να μη γίνω τραγουδιστής. Το ίδιο συνέβη και όταν σκέφτηκα να πάω στο Εθνικό Θέατρο. Πάλι μαγνητοφώνησα την φωνή μου, αυτή τη φορά σε εκφώνηση ρόλου, και ακούγοντας την απογοητεύτηκα τόσο πολύ που αποφάσισα να μη δώσω εξετάσεις. Ο χορός ήταν το επόμενο βήμα και μου ταίριαζε γιατί εκεί δεν έπρεπε να μιλήσω.

Και πώς ο χορός έγινε επιλογή ζωής;
Είχα τελειώσει το σχολείο, σπούδαζα στο πανεπιστήμιο, στο οικονομικό της Νομικής όπου κάθισα δύο χρόνια, χωρίς να με απασχολούν ιδιαίτερα τα μαθήματα. Σε κάποια στιγμή, με μια φίλη μου που έκανε χορό, πήγαμε σε ένα διαγωνισμό. Μου άρεσε πολύ να χορεύω στα κλαμπ και τις ντισκοτέκ και ένιωσα άνετα. Στο τέλος μας βράβευσαν, αλλά δεν είχε σημασία τόσο το βραβείο όσο ότι ένιωσα ότι αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου.

Για τον περίγυρό σου ήταν έκπληξη ότι ανοίχτηκες, ότι άρχισες να χορεύεις μπροστά σε κοινό;
Ήταν, γιατί ήμουν και είμαι πολύ εσωστρεφής. Στο σχολείο είχα πολύ λίγες παρέες. Δύό τρία αγόρια, τρία τέσσερα κορίτσια.  Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει στη Δευτέρα λυκείου και αιτία ήταν μια πολύ καλή φιλόλογος, εξαιρετική στο να σε εμπνέει. Μου έδειξε εμπιστοσύνη, μου ανέθεσε αποστολές, εγώ που ήμουν ένα κλειστό παιδί βρέθηκα στη Βουλή των Ελλήνων να κάνω εργασίες, άρχισα να διαβάζω και να ανακαλύπτω την Τέχνη. Μετά κάναμε θεατρικά, αισθανόμουν ότι έχω ενέργεια αλλά δεν μπορούσα να την τοποθετήσω κάπου. Τότε ήρθε ο χορός και όλα απέκτησαν νόημα.

Πότε έκανες την πρώτη σου επαγγελματική χορογραφία;
Ένα χρόνο μετά το διαγωνισμό. Συμμετείχαν δέκα χορεύτριες φίλες μου και ένας φίλος χορευτής. Λεγόταν « Μήπως είστε της εκδρομής» και  ήταν βασισμένη σε αποσπάσματα από τις «Μέρες» του Σεφέρη. Άρεσε, πήραμε και σχετικό βραβείο. Μουσική τάνγκο, λίγο ρετρό, όπως άλλωστε και οι υπόλοιπες αρχικές προσεγγίσεις μου. Η πρώτη μου απόπειρα ήταν η Αρχόντισσα του Τσιτσάνη. Αμέσως μετά χορογράφησα το Τι σήμερα,Τι Αύριο, Τι Τώρα, πάλι του Τσιτσάνη.

Αντιλαμβάνομαι ότι είχε πια “φτάσει του χωρισμού η ώρα” με το Πανεπιστήμιο.
Ναι. Και “για τους δυό ήταν καλύτερα”! Το εγκατέλειψα και αμέσως βρέθηκα  στο πρώτο έτος της Κρατικής. Την ίδια χρονιά, για να μπορέσω να συμμετέχω στις παραστάσεις του Δήμου, ίδρυσα το χοροθέατρο Οκτάνα, με ένα φίλο φωτογράφο και μια φίλη αρχιτεκτόνισσα.

Είχες παιδεία, εμπειρία ή επιθυμία;
Επιθυμία και καλές συνθήκες. Εκείνη την περίοδο γινόταν αλλαγή φρουράς στο χορό. Υπήρχαν  πριν η Ζουζού Νικολούδη, ο Μανταφούνης, αρκετοι χορογράφοι και δάσκαλοι, αλλά η διάδοχη κατάσταση δεν είχε πάρει ακόμη μορφή.

Είχες σχέδιο κατάληψης του χώρου;
Ούτε για αστείο. Το μόνο που με απασχολούσε ήταν οι παραστάσεις μας. Σιγά-σιγά μας πλαισίωναν επαγγελματίες χορευτές που είχαν δει αυτό που κάναμε και τους άρεσε. Είχα δοθεί ψυχή τε και σώματι στις σπουδές χορού. Μάθαινα τα πράγματα που μπορούσα να κάνω. Δεν μπορούσα ξαφνικά να χορέψω  μπαλέτο, ούτε σύγχρονο. Έπρεπε όμως να τα μάθω, περισσότερο για να κατανοήσω παρά για να εκτελώ. Ήμουν σαν το μουσικό που μαθαίνει τα όργανα χωρίς να θέλει ή να μπορεί να γίνει βιρτουόζος, απλώς για τα χρησιμοποιήσει την κατάλληλη στιγμή.

Για σένα ποτέ ήρθε αυτή η στιγμή;

Στη  πρώτη χρονιά της Κρατικής όπου έκανα την πρώτη μου χορογραφία  στην Επίδαυρο με το Θέατρο Τέχνης. Ήταν κάτι σαν εκπλήρωση ευχής. Είχα πάει να δω μία παράσταση στην Επίδαυρο και σκέφτηκα “πότε θα κάνω κάτι εδώ;”. Την επόμενη χρονιά  χορογράφησα τις Νεφέλες του Θεάτρου Τέχνης σε σκηνοθεσία Λαζάνη!

Συμμετείχες και στη παράσταση;
Εδώ είχα σχέδιο. Επειδή ήθελα να αποκτήσω την εμπειρία της παρουσίας στην Επίδαυρο, είχα φτιάξει την χορογραφία με τέτοιο τρόπο, ώστε όταν φτάναμε στο θέατρο να λείπει κάποιος για να συμπληρωθεί το σχήμα. Προσφέρθηκα να κλείσω εγώ την τρύπα κι έτσι ένιωσα πως είναι να είσαι χορευτής, ηθοποιός ή οτιδήποτε πάνω στη σκηνή του αρχαίου θεάτρου.

Ο κόσμος που σε γνώρισε στην Επίδαυρο, σε ακολουθούσε και στις παραστάσεις της Οκτάνας;
Δεν θα το’ λέγα. Υπήρχαν εποχές που μας έβλεπαν δέκα, δεκαπέντε θεατές. Με αποστάσεις μεταξύ τους, σαν  πρώιμος κορονοϊός. Όταν είχαμε είκοσι ή εικοσιπέντε, ήταν σαν πάρτι. Μου φαινόταν απίστευτο ότι τόσα πολλά άτομα είπαν έρθει αποκλειστικά για εμάς. Ήταν σα να παίρνεις ένα οικόπεδο, να αρχίζεις να χτίζεις και κάποιοι να ενδιαφέρονται για το γιαπί.

Χτίζατε ή ταυτόχρονα γκρεμίζατε;
Δεν είχαμε κάτι να γκρεμίσουμε. Αυτή την υποχρέωση την έχουν οι νεότεροι. Εμείς απλώς σκουπίζαμε.

Ωραία μεταφορά.
Κυριολεκτώ! Με θυμάμαι ώρες ολόκληρες να σκουπίζω, να σφουγγαρίζω, να μεταφέρω τα κοστούμια που έραβε η μητέρα μου. Ήμασταν μία κολεκτίβα που 24 ώρες το 24ωρο σκεφτόταν μόνο το χορό.

Ήσουν πια ένας άλλος άνθρωπος;
Άλλαζα συνέχεια. Σχεδόν ιδεολογικά. Μέσα από το χορό κατάφερα να σκέφτομαι κοινωνικά, πολιτικά, να βλέπω τελείως διαφορετικά τον κόσμο. Είδα διαφορετικό και τον ίδιο τον χορό.  Αυτό που εμείς κάναμε δεν ήταν για να να πεις “α,τι ωραίο σώμα, τι ωραίος ρυθμός”. Δε μας ενδιέφερε το κλασικό αισθητικό κομμάτι, αλλά κυρίως το στίγμα, το συναίσθημα που ένα θέαμα προκαλεί.

Το κύκλωμα πώς αντέδρασε;
Θα έλεγα ο κόσμος του χορού, όχι κύκλωμα. Δεν είχα συγκρούσεις, δεν ένιωσα αποκλεισμούς. Όχι ότι θα με ένοιαζε, γιατί βρέθηκα στο χώρο χωρίς να έχω περάσει την λογική διαδικασία, ήμουν αουτσάιντερ. Ένας αουτσάιντερ γίνεται ή ο τρελός του χωριού ή αυτός που το κάνει πιο ενδιαφέρον. Ήταν χρήσιμο για όλους που υπήρχα εγώ και κάποιοι άλλοι. Αναδείχτηκαν δυνάμεις και θεματολογίες που ανανέωσαν την έμπνευση.

Η έμπνευση σου είναι μια στιγμιαία διαδικασία;

Η στιγμή μπορεί να δώσει την πρώτη ιδέα. Θυμάμαι, για παράδειγμα, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους. Η έμπνευση μου ήρθε σε ένα κλαμπ στην Ίμπιζα. Χόρευα και όλα τα φώτα ήταν δυνατά, σκάγανε βόμβες ατμού, άνοιγε η οροφή, ένιωσα ότι όλοι εμείς είμαστε ένας εγκλωβισμένος κόσμος που πολιορκείται στο βωμό μιας στιγμιαίας φρενίτιδας.

Υπήρχαν πρωτοποριακές ιδέες που δεν πέρασαν στον κόσμο;
Και οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι και ο Τιτανικός, ήταν ακραία, μιλούσαν για τον εγκλωβισμό, ένα θέμα που με απασχολούσε πολύ. Οι περισσότεροι το κατάλαβαν λίγο μετά, όχι τη στιγμή που γινόταν.

Την αισθητική σου την έχουν διαμορφώσει εικόνες ή λέξεις;
Είμαι της εικόνας που έρχεται πιο πολύ από το σινεμά, την ζωγραφική και τις προσωπικές μου παραστάσεις.

Υπάρχει κάποια εικόνα που επανέρχεται;
Είναι μια σκηνή από το Ρόκο Και Τα Αδέρφια Του, του Βισκόντι. Αυτή όπου η Ανί Ζιραντό -που μοιάζει με τη Στέλλα- ανοίγει τα χέρια κι έτσι παραδομένη την καρφώνουν πάνω σε ένα δέντρο. Αυτό το “ανοίγω τα χέρια για να με σκοτώσεις”,  είναι η κεντρική αίσθηση που έχω για την τέχνη, αυτή με συνεπαίρνει και με συγκινεί.

Στη πρεμιέρα της Λίμνης Των Κύκνων, του πρώτου έργου που υπέγραψες ως διευθυντής του μπαλέτου της Λυρικής, συγκινήθηκες;
Υπήρχε συγκίνηση γιατί επιτεύχθηκε ο στόχος. Μου φαινόταν περίεργο ότι το είχα κάνει εγώ. Ήταν ένα ριψοκίνδυνο στοίχημα γιατί ήθελα να κρατήσω αυτό που είναι το έργο αλλά και τα δικά μου στοιχεία. Με χαρά και ικανοποίηση είδα ότι τελικά αυτό το μοντέλο λειτούργησε.

Βγαίνεις στην σκηνή στο τέλος μιας παράστασης και αγωνιάς για την αντίδραση του κοινού . Τι συμβαίνει όταν τελικά αποθεώνεσαι;

Είναι μεγάλη στιγμή. Αλλά δεν ήταν μικρότερη αυτή που ένιωθα όταν με χειροκροτούσαν 20 άτομα ή όταν ταξιδεύαμε με την Οκτάνα. Συγκινητικό ήταν να βρίσκομαι στην Γεωργία, να  κάθομαι σε ένα τραπέζι και να κρατάω το κεφάλι μου καθώς έβλεπα να σβήνουν τα φώτα της όπερας της Τιφλίδας για να αρχίσουμε εμείς, η πρώτη ομάδα σύγχρονου χορού που εμφανίστηκε εκεί. Καλό το χειροκρότημα, σημαντικό, αλλά οι μεγάλες στιγμές συγκίνησης είναι άλλες.

Η τελευταία;
Στο Χορεύοντας Με Τη Σκιά Μου, το τελευταίο σόλο που για μένα ήταν ένα όνειρο ζωής, να χορέψω Χατζηδάκη και το συγκεκριμένο τραγούδι. Την στιγμή που ήμουν στη σκηνή και έβλεπα τη σκιά μου, ήταν σαν να γινόταν ένα φλας μπακ. Η σκιά δεν ανήκε σε μένα, ήταν η σκιά των μιούζικαλ του Μπομπ Φόσι, το West Side Story, όλων αυτών που μου άρεσαν όταν ξεκινούσα.

Ήταν αποχαιρετισμός;
Ήταν η στιγμή που είδα ότι άξιζε τον κόπο.

©Xρήστος Kαραντζόλας

Η ενασχόλησή σου με την πίστα  άξιζε τον κόπο; Είναι γενναιότητα η άγνοια κινδύνου;
Είναι κέφι! Μου αρέσει και το κάνω. Ευτυχώς που ξεκίνησε, απελευθέρωσε δυνάμεις που μπερδεύονταν. Από μικρός τα πήγαινα καλά με την διασκέδαση, αλλά στο χορό έπρεπε να καταπιέζεται, έμπαινε στα έργα της Οκτάνας σαν λεπτομέρεια. Από τότε που ασχολήθηκα με τα μιούζικαλ και τους τραγουδιστές,άνοιξε ο δρόμος, βρέθηκε η δίοδος ανάμεσα στο Απολλώνειο και το Διονυσιακό. Θέλω το βαρύ, το προβληματισμένο, αλλά δεν αντέχω να μη σκάσει ένα πυροτέχνημα. Η δουλειά με τραγουδιστές, με παραστάσεις και videoclip ήταν αυτό το πυροτέχνημα που είχα ανάγκη.

Οι τραγουδιστές με τους οποίους συνεργάστηκες δεν φοβήθηκαν μήπως καούν;
Δεν μου έδειξαν κάτι τέτοιο, παρόλο που κάποιες φορές τους τοποθέτησα σε εικόνες που δεν ήταν συνηθισμένες. Για παράδειγμα, όταν είχα καταλήξει στο σενάριο για το πρώτο βιντεοκλίπ της Πέγκυς Ζήνα, ο σκηνοθέτης που θα το ανελάμβανε μου είπε ότι κάτι τέτοιο δεν γίνεται, δεν έχει κοντινά, δεν έχει κανένα νόημα. Είχα τοποθετήσει την Πέγκυ σε ένα άσπρο χώρο, φορούσε άσπρα ρούχα και κρατούσε ένα λαγό, ήταν μια σκηνή εντελώς σουρεαλιστική. Τότε ένας πολύ γνωστός σκηνοθέτης μου είπε “κάντο εσύ”. Το έκανα. Εκείνος ήρθε σαν κάμεραμαν κι έτσι δημιουργήθηκε ένα βιντεοκλίπ που συζητήθηκε πολύ.

Θα σε ενδιέφερε να κάνεις διαφήμιση;
Έκανα φέτος.Όταν είπα την ιδέα, μου είπαν ότι  δεν υπήρχε σενάριο. Είχαν δίκιο. Μία κοπέλα μπροστά στην τηλεόραση που τεντωνόταν σε slow motion. Και όμως, πήγε μια χαρά. Ίσως να λειτουργώ σαν ένα μάτι που βλέπει αυτά τα οποία ο άλλος δεν έχει δει. Αυτό κάνω και με τους τραγουδιστές. Δημιουργώ αυτό που ίσως δεν έχουν αντιληφθεί εκείνοι ή ο άμεσος περίγυρος τους.

Διαθέτεις όπλα που  τα χρησιμοποιείς σταθερά;  Έχω την εντύπωση ότι στην αρχή τα βάζεις όλα να τρέχουν και ξαφνικά χαλαρώνουν ακριβώς τη στιγμή που θα ήθελε και ο θεατής.
Δεν το έχω κωδικοποιήσει αλλά ισχύει αυτό που λες. Κάθε φορά σκέφτομαι πως όταν κάτι ξεκινάει πρέπει να φτιάξεις έναν κώδικα που από την εκκίνησή του θα ταλαιπωρείς τον θεατή, θα τον αποδυναμώνεις και αυτός θα παραδίδεται. Με ενδιαφέρει να αισθάνεται κάποιος ακόμη και το άδειασμα.

Παρόμοια τακτική επιφυλάσσεις και για τους χορευτές σου;
Οι χορευτές μου έλεγαν ότι περίμεναν πότε θα δώσω την πρώτη συνέντευξη για να καταλάβουν τι ακριβώς κάνουμε. Δημιουργώ ένα παζλ που τους φαίνεται χαοτικό, μαθαίνουν ξεχωριστά  υλικά που παίρνουν μορφή στο τέλος και όλα μαζί. Κάποιος που ζει αυτή τη διαδικασία δεν την καταλαβαίνει, είναι σαν  να βρίσκεται μέσα σε ένα στόβιλο.

Αυτό δεν δημιουργεί άγχος;
Πιστεύω ότι όσο περισσότερο άγχος έχει ο καλλιτέχνης τόσο πιο πολύ μέσα στο έργο είναι. Όσο πιο μεγάλη είναι η αγωνία του, όσο πιο πολύ νιώθει ότι το περιβάλλον είναι επικίνδυνο, τόσο πιο ουσιαστικός γίνεται στην έκθεση του. Πρέπει να είσαι στην κόψη του ξυραφιού. Ή θα πέσεις ή θα θριαμβεύσεις.
Άλλος δρόμος δεν υπάρχει.

@oneofusgr

If you're here, you're one of us!