“Ενώ το ζήτημα του εθισμού στο σεξ είναι πλέον γνωστό και μελετάται ανάλογα με αποτέλεσμα να υπάρχουν τρόποι να αντιμετωπιστεί, το θέμα της σεξουαλικής ανορεξίας δεν είναι κάτι που γνωρίζουμε ή μας απασχολεί ιδιαίτερα.” λέει η Crystal Nesfield, ψυχοθεραπεύτρια με ειδίκευση στα ψυχικά τραύματα. Όπως συνεχίζει η ιδία, η σεξουαλική ανορεξία είναι η ενστικτώδης αποφυγή του να δίνουμε η να λαμβάνουμε κοινωνική, σεξουαλική και συναισθηματική ενέργεια. Μοιάζει κάπως με την διατροφική ανορεξία κατά την οποία το πρόσωπο που πάσχει αρνείται να τραφεί μέσω του φαγητού, απλώς οι άνθρωποι με σεξουαλική ανορεξία αρνούνται να καλύψουν την ανάγκη τους για οικειότητα και σεξουαλική επαφή.
Ο σεξουαλικός εθισμός και η σεξουαλική ανορεξία θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα δύο άκρα του ίδιου φάσματος. Στο ένα άκρο το άτομο ζητά συνέχεια σεξ, ενώ στο άλλο άκρο απέχει τελείως. Παρόλα αυτά, όπως λέει η Nesfield, οι δύο αυτές καταστάσεις μοιάζουν αρκετά. Και οι δύο μπορούν να οδηγήσουν το άτομο να αισθάνεται ανίσχυρο να ρυθμίσει την σχετική συμπεριφορά του, ενώ οι συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς μπορεί να επηρεάσουν κάθε πτυχή της ζωής του. Επιπλέον, και στις δύο καταστάσεις το άτομο έχει την τάση να σκέφτεται εμμονικά το σεξ. Το άτομο που έχει σεξουαλική ανορεξία, σκέφτεται διαρκώς γύρω από την αποφυγή του σεξ και της οικειότητας, ενώ το άτομο με εθισμό στο σεξ έχει εμμονικές σκέψεις γύρω από την σεξουαλική του ικανοποίηση.
Όσοι πάσχουν από σεξουαλική ανορεξία είναι πιθανό να βιώνουν μια ακατανίκητη επιθυμία να αποφύγουν σεξουαλικές συμπεριφορές με κάθε κόστος. Αυτό οδηγεί συχνά σε αυτοκαταστροφικά μοτίβα συμπεριφοράς και φυσικά επηρεάζει αρνητικά τις σχέσεις τους. Κατά συνέπεια μπορεί να οδηγηθούν στην κατάθλιψη, σε μόνιμη ανησυχία, εκνευρισμό ή άγχος όταν τελικά βρεθούν σε κάποια σεξουαλική επαφή ή ακόμα και όταν αντιμετωπίζουν την πιθανότητα να βρεθούν σε μια σεξουαλική επαφή. Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι το άτομο με σεξουαλικό εθισμό αντιμετωπίζει συχνά τις ίδιες συνέπειες όταν απέχει από την ερωτική επαφή. Και τα δύο αυτά άτομα μπορεί να κρίνουν αυστηρά τους εαυτούς τους σχετικά με την σεξουαλικότητά τους και να καταβάλουν προσπάθειες να τις αλλάξουν.
Από ότι λέει η Nesfield, τόσο η σεξουαλική ανορεξία, όσο και ο εθισμός στο σεξ μπορεί να προέρχονται από τις ίδιες αιτίες. Οποιοδήποτε από αυτά τα άτομα μπορεί να έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον που θεωρούσε το σεξ κάτι ντροπιαστικό και/η έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά. Πολλές περιπτώσεις ψυχολογικών τραυμάτων οδηγών σε στρεβλές πεποιθήσεις σχετικά με το σεξ. Είναι πιθανό τα άτομα που πάσχουν από μια από τις δύο αυτές καταστάσεις να προσπαθούν μέσω του σεξ να διαχειριστούν τραύματα του παρελθόντος ή να ελέγξουν τα συναισθήματα που απορρέουν από αυτά.
Με το να απέχει ένα άτομο από το σεξ και τις ερωτικές σχέσεις απομονώνοντας τον εαυτό του, πιθανότατα προσπαθεί να τον προστατεύσει από τον πόνο. Για να το καταφέρει μπορεί να φτάσει σε διάφορα άσκημα σημεία, όπως το να αυτοτραυματίζεται ή να αλλάζει την εμφάνισή του. Σε αντίθεση, ένα άτομο με σεξουαλικό εθισμό μπορεί να θέσει τον εαυτό του σε κίνδυνο, όπως για παράδειγμα να κολλήσει κάποια ασθένεια ή να πέσει θύμα κακοποίησης.
Και στις δύο περιπτώσεις, σύμφωνα με την Nesfield, τα άτομα δυσκολεύονται να δομήσουν υγιείς ερωτικές σχέσεις, ενώ εμφανίζουν συμπτώματα βαθύτερων προβλημάτων και θα πρέπει να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια με τον ανάλογο θεραπευτή. Αυτός είναι ο πιο πρόσφορος τρόπος να ξεπεραστούν τα προβλήματα και να οδηγηθούν στην δημιουργία ώριμων ερωτικών σχέσεων.
