Το “κλακ” που κάνουν οι πλαστικές προθήκες καθώς τσουγκρίζουν μεταξύ τους ενώ τις σπρώχνεις με τα δάχτυλα, το σκληρό λευκό φως που αντανακλάται πάνω τους, το αυτοκόλλητο με την τιμή ενοικίασης, ένας μοναδικός αριθμός κάτω από τον οποίο καταχωρούνται ετερόκλητες κινηματογραφικές επιλογές μαζί με μία ημερομηνία. Το βίντεο κλαμπ της γειτονιάς αποτέλεσε για δεκαετίες τόπο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων, ένα χωνευτήρι προτιμήσεων, αλλά και ένα σημείου που, αν την “έψαχνες” λίγο με το σινεμά και ο άνθρωπος πίσω από τον πάγκο το αγαπούσε επίσης πολύ, καθόρισε το αισθητικό κριτήριο τουλάχιστον δύο γενιών.

Φωτογραφία: Iωάννα Μορφίνου
Η αρχή έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ‘80. Η τηλεόραση είχε ήδη αντικαταστάσει για μία μεγάλη μερίδα του πληθυσμού τη διασκέδαση έξω, συμπεριλαμβανομένου και του σινεμά. Το περιεχόμενο που πρόσφερε ωστόσο ήταν στείρο, στρώνοντας κατάλληλα το έδαφος για τη σαρωτική επέλαση του VHS, αλλάζοντας μια για πάντα αυτό που αποκαλούμε home entertainment. Το βίντεο κλαμπ στην Ελλάδα δεν ξεκίνησε όπως το φανταζόμαστε. Καταστήματα τηλεοράσεων, δισκοπωλεία ακόμα και ψιλικατζίδικα ήταν τα πρώτα που προμήθευσαν το κοινό με ταινίες σε βίντεο. Τη συναρπαστική ιστορία του VHS στην Ελλάδα ξετυλίγει υπέροχα η σειρά ντοκιμαντέρ του Νίκου Τριανταφυλλίδη “Τα Στέκια – Ιστορίες αγοραίου πολιτισμού”.
Τα χιόνια και οι ιριδίζουσες γραμμές που έσπαγαν τα λογότυπα των εταιρειών παραγωγής (και σήμερα αποτελούν ένα από τα πιο δημοφιλή φίλτρα σε διάφορες εφαρμογές social media), έδωσαν σταδιακά τη θέση τους στο DVD και το Blu-ray αυξάνοντας όλο ένα και περισσότερο την ποιότητα της θέασης ταινιών στο σπίτι. Σχεδόν κάθε ελληνική οικογένεια που σέβεται τον εαυτό της, πέρασε το άγχος της απόκτησης ενός καλού, οικονομικού dvd player. Μέχρι την εμφάνιση του downloading και του online streaming που άρχισαν να υποσκάπτουν την θριαμβευτική πορεία του βίντεο κλαμπ. Pause και rewind. Παράλληλα, την ίδια περίοδο – και ίσως λίγο νωρίτερα – στην Ελλάδα ευδοκιμεί ένα ακόμη φαινόμενο που δυσχεραίνει την επιβίωση του βίντεο κλαμπ. Οι κυριακάτικες εφημερίδες και τα περιοδικά άρχισαν να δίνουν δώρο (ή έναντι κάποιου έξτρα – αλλά μικρού αντίτιμου) δύο και τρεις ταινίες και μάλιστα όχι μόνο κλασικές, αλλά και καινούριες κυκλοφορίες με πάρα πολύ μικρή απόσταση, σχεδόν ενάμιση μήνα, από τότε που έβγαιναν σε DVD.

Φωτογραφία: Iωάννα Μορφίνου
Είναι κοινό αστείο – ίσως να έχει γίνει και meme – ανάμεσα σε όσους χρησιμοποιούν online πλατφόρμες για streaming ταινιών, το γεγονός ότι μπορεί να περάσεις ένα ολόκληρο βράδυ αναζητώντας τι ταινία ή σειρά να παρακολουθήσεις και τελικά να αποκοιμηθείς με το κοντρόλ στο χέρι, καθώς τίποτα δεν βρέθηκε να σε ικανοποιήσει. Φυσικά αυτό δεν εμποδίζει τις εν λόγω πλατφόρμες να είναι οι κυρίαρχοι του παιχνιδιού στην θέαση ταινιών αυτή τη στιγμή, καταφέρνοντας μεγάλο πλήγμα και στην κινηματογραφική βιομηχανία (καιρό πριν η πανδημική κρίση χτυπήσει τις αίθουσες), ωστόσο είναι γεγονός ότι όσο κι αν εμπλουτίζουν την “βιβλιοθήκη” τους, αυτή κάποια στιγμή εξαντλείται, σε αντίθεση με τα ράφια του βίντεο κλαμπ που πάντα κρύβουν έναν μικρό κινηματογραφικό θησαυρό.
Υπάρχει κοινό που στηρίζει το βίντεο κλαμπ το 2020. Είναι οι σινεφίλ ανεξαρτήτου ηλικίας, οι μαχητές της πειρατείας, εκείνοι που αγαπούν και στηρίζουν “το μαγαζί της γειτονιάς”, οι σπουδαστές κινηματογράφου, οι παλιοί που δεν αλλάζουν την ιεροτελεστία της αναζήτησης ταινίας και της συνδιαλλαγής με τον βιντεοκλαμπά με τίποτα στον κόσμο, οι γονείς, που δεν βάζουν Πέπα στο YouTube και επισκέπτονται συχνά το βίντεο κλαμπ για τα παιδικά. Το βεβαιώνει και ο Λευτέρης Τζώρτζης ο ιδιοκτήτης του Movie Galaxy – του βίντεο κλαμπ “ιερό δισκοπότηρο” για τα Εξάρχεια – που το επισκέπτονται κάτοικοι και άλλων περιοχών, αλλά και όσοι θέλουν να μιλήσουν για το μέλλον του βίντεο κλαμπ.
Ο Λευτέρης, με βαθιά αγάπη για τον κινηματογράφο, άνοιξε το Movie Galaxy το 2006, ενώ τα “τορεντάδικα” ήδη έπαιρναν φωτιά, δύσκολο να τον τρομάξει το Netflix. “Οι ελληνικές εταιρείες διανομής αντιμετωπίζουν κι αυτές πολύ μεγάλα προβλήματα, κάποιες δεν βγάζουν πια τις ταινίες σε DVD. Αυτό για εμένα είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Ναι, όταν κάποιος εγγραφεί σε μία online πλατφόρμα θα τον χάσεις για έξι μήνες, μετά όμως θα επιστρέψει για το εξειδικευμένο. Όσοι βιντεοκλαμπάδες έχουμε μείνει θα μπορούσαμε κάπως να συνεννοηθούμε και να μοιράσουμε το κόστος μιας ταινίας για να τυπωθεί σε DVD, ώστε να υπάρχει προϊόν για να μείνουμε ζωντανοί. Ειδικά οι ελληνικές ταινίες είναι πολύ λίγες. Για παράδειγμα η ταινία του Οικονομίδη (σ.σ. Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς), που ήταν το σουξέ του καλοκαιριού, οι πληροφορίες λένε ότι δεν θα βγει σε DVD, μία ταινία που ήθελα οπωσδήποτε να έχω στο μαγαζί και μου ζητάει και πολύς κόσμος. Όσο λιγοστεύουν οι ταινίες, θα λιγοστεύουν και τα βίντεο κλαμπ”.

Ο Λευτέρης Τζώρτζης του Movie Galaxy στα Εξάρχεια, Φωτογραφία: Iωάννα Μορφίνου
Από την πρώτη μέρα που άνοιξε, ο Λευτέρης Τζώρτζης αναρωτιόταν αν θα είναι εκεί και την επόμενη. Πλέον έχουν περάσει 14 χρόνια και παρά τα προβλήματα, τις δύσκολες μέρες που η προσέλευση στο μαγαζί είναι απογοητευτική, στα λεγόμενά του διακρίνεται μία αίσθηση αισιοδοξίας, ή πιο σωστά μία ελπίδα, ότι η πραγματικότητα μπορεί να διαψεύσει τα απαισιόδοξα σενάρια. “Το βίντεο κλαμπ είναι ένα μέρος που οι ταινίες είναι κάτι απτό και υπάρχει φυσική επαφή με έναν άνθρωπο που θα σου προτείνει μια ταινία, όχι ένας αλγόριθμος”.
Στη διάρκεια αναζήτησης βίντεο κλαμπ για τις ανάγκες του ρεπορτάζ όμως, διαπιστώθηκε ότι πολλά από τα “θρυλικά” έχουν κλείσει εδώ και χρόνια, όπως το πρώτο βίντεο κλαμπ του Πειραιά, το Boom, το ΤΣΑΜΠ, με την αμίμητη ταμπέλα στο Περιστέρι, ένα ακόμη ρετρό διαμάντι, το μικροσκοπικό ARMA στο Κουκάκι και το Salina, το ορόσημο της οδού Υμηττού. Η κρίση της πανδημίας δε, έδωσε το τελειωτικό χτύπημα στα εναπομείναντα βίντεο κλαμπ, καθώς δεν είναι λίγα εκείνα που ετοιμάζονται να κατεβάσουν ρολά, όπως το Video Land στον Χολαργό.

Φωτογραφία: Νίκος Σιδέρης
O Γιώργος Αντωνάτος, ιδιοκτήτης του Salina δουλεύει πια σε περίπτερο. Πήρε τη δύσκολη απόφαση να κλείσει το Salina τον Ιούνιο του 2019 μετά από μία πορεία σχεδόν 40 ετών, καθώς η λιγοστή πελατεία που του είχε απομείνει δεν τον βοηθούσε να ανταπεξέλθει στα έξοδα του βίντεο κλαμπ.”Και να μην είχα κλείσει τότε, θα μας είχε καταστρέψει το lockdown. Στο τέλος είχαμε φτάσει να βάζουμε λεφτά από την τσέπη μας”. Ο Γιώργος επίσης πιστεύει ότι οι πλατφόρμες online streaming έχουν το μικρότερο ποσοστό ευθύνης για την σταδιακή εξαφάνιση των βίντεο κλαμπ. Η κρίση στις εταιρείες διανομής είναι εκείνη που τους δίνει την χαριστική βολή. “Αν δεν μπορεί να τροφοδοτηθεί το μαγαζί με ταινίες, πώς να επιβιώσει; Περνάω έξω από ένα – δύο βίντεο κλαμπ που έχουν απομείνει και βλέπω αφίσες με ταινίες 7 και 8 μηνών. Ανάμνηση παλιά θα γίνουν τα βίντεο κλαμπ, κίτρινο γράμμα στο συρτάρι”, λέει με βεβαιότητα για το μέλλον τους.

Ο Γιώργος Αντωνάτος, Φωτογραφία: Νίκος Σιδέρης
Για εκείνον το βίντεο κλαμπ υπήρξε τρόπος ζωής. Μάλιστα το Salina στην ταμπέλα του, εκτός από Video έγραφε και “Μουσικό Κέντρο” καθώς πουλούσε και cd, συνδυάζοντας έτσι τα δύο μεγάλα πάθη του Γιώργου, τον κινηματογράφο και τη μουσική. “Το βίντεο κλαμπ υπήρξε κάποτε τόπος συνάντησης, σταδιακά όμως τα πράγματα έγιναν απρόσωπα. Θα έρχονταν οι κλασικοί να κάτσουμε με τις ώρες και να μιλήσουμε για μουσική και σινεμά, όμως χάθηκαν κι αυτοί σιγά – σιγά. Οι υπόλοιποι πελάτες είχαν μία λογική σούπερ μάρκετ, μπαίνω – νοικιάζω – φεύγω. Ο κόσμος βάρυνε ψυχολογικά με όσα έχουμε τραβήξει σαν χώρα, έφυγε η διάθεση, χάθηκε το χαμόγελο”.
Το βίντεο κλαμπ της γειτονιάς εξελίχθηκε ραγδαία σε ένα αναπόσπαστο κομμάτι του αστικού ιστού, λες και ήταν πάντα εκεί και όχι ένα φαινόμενο 40+ ετών. Η τακτική επίσκεψη στις μικρές “ταινιοθήκες” που έχουν απομείνει και ακόμα μας προσφέρουν πρόσβαση σε απίστευτες κόπιες πολιτισμού, μπορεί να καταφέρει να επιμηκύνει την επιβίωσή τους.