Ψιλόλιγνος, με έντονη ματιά, δεν πρέπει να είχε συμπληρώσει τα είκοσι όταν συναντηθήκαμε στα γραφεία του studio ATA. Είχε ιδέες, πάθος, αισθήματα, όλα σε περίσσευμα. Τον υιοθετήσαμε οι μεγαλύτεροι, περισσότερο η Ρούλα και εγώ. Ανησυχούσαμε όταν χανόταν, γελούσαμε όταν καθόταν στο παράθυρο και έπαιζε την παράσταση Το Παιδί-Λάστιχο, αγκομαχούσαμε στα τρεχαλητά του γιατί πάντα κάτι κυνηγούσε ή από κάπου ήθελε να ξεφύγει.

Οι ημέρες μας είχαν soundtrack από εξαίσιες μουσικές κινηματογράφου, δικούς του παραπλανητικούς υπότιτλους, ο ίδιος υποδυόταν μια μεγάλη γκάμα από ρόλους. Πότε Ρετ Μπάτλερ, πότε υπολοχαγός Νατάσα, πάντα ανάμεσα στο φανταχτερό μελό και την θλιμμένη κωμωδία.
Έγραφε στίχους πάνω σε επιτυχίες της εποχής, τους απήγγειλε ανάμεσα σε τρανταχτά γέλια που έβγαιναν από τη μύτη. “Όταν φυσάει ο πουνέντες και η βροχή πέφτει στις τέντες” , “θέλω στο σώμα σου σα μπω, να με χτυπάς με τα σαμπό”, που μετά έκαναν καριέρα χωρίς να αναφέρεται ο δημιουργός. Και ενώ όλα ήταν μιούζικαλ, ξαφνικά τα χρώματα έσβηναν, η μυρωδιά του ποπ-κορν καλυπτόταν από φτηνές κολόνιες, βαριά τσιγάρα και οινοπνεύματα, μέχρι που, χωρίς να γίνει διάλειμμα, άρχιζε το επόμενο μουσικοχορευτικό θέαμα.

Το σενάριο βασιζόταν σε ένα ημερολόγιο που περιελάμβανε ύπνο σε πλακάκια με προσκεφάλι το χαλάκι υποδοχής, πολυτελή ταξίδια για φεστιβάλ ταινιών, τραγούδια της Άννας Βίσση με παντομίμα, κείμενα για την επίδραση του Καμπαρέ στην σύγχρονη τέχνη, πωλήσεις μπουρνουζιών, αγορές συλλεκτικών εκδόσεων του Disney. Όταν ξετύλιξε μια ασημένια θήκη με τις πρώτες ταινίες του Μίκυ Μάους κατάλαβε την λαχτάρα και μου τη χάρισε. “Στο εξής δεν θα είμαι πια γιος σου, αλλά νονός σου”, μου ανακοίνωσε με επισημότητα και με βάφτισε “Αγγέλη Πατ-Πατ” με χαϊδευτικό “Τζιμι-Τζιμ”

Τα περιοδικά τον ανακάλυψαν πολύ γρήγορα, η ΙΜΑΚΟ έγινε το σπίτι ή μάλλον το μπαρ του, κάπνιζε κλεμμένα πούρα από τον θείο, φλέρταρε, έλεγε υπερβολικές ιστορίες και μόλις οι αρχισυντάκτες παραπονιόνταν ότι δεν έχει στείλει ακόμη το κείμενο του, αποσυρόταν σε μια γωνιά και μετά από ένα μισάωρο παρουσίαζε  κατεβατά από κομψοτεχνήματα. Δεν τα πήγαινε καλά με τις παραγγελίες. Όταν νονός και βαφτιστήρι πήγαν να επανδρώσουν ένα νέο εκδοτικό εγχείρημα, ζήτησε μία σελίδα χωρίς θέμα και έτσι δημιουργήθηκε η Ταπεινογραφία, μία ακροβασία ανάμεσα στο αυτομαστίγωμα και τον εμπρησμό. Στο Όλα έκανε κι άλλους φίλους, εξέλιξε την ικανότητα του να ανακαλύπτει τα κρυμμένα ουίσκι, παραιτήθηκε όσες φορές ανακάλεσε την παραίτηση, μέχρι που έφυγε για να γράψει σίριαλ. Το παράτησε λίγο πριν δει το όνομα του στους εναρκτήριους τίτλους.

Το σίριαλ της ζωής του είχε πια μπει στο fast forward, πατούσε με μανία το τηλεκοντρόλ για να κάνει ζάπινγκ, μήπως και τα προλάβει όλα. Κριτικές κινηματογράφου, τηλεοπτικές εξομολογήσεις, νυχτερινά τηλεφωνήματα, πρωινές συγγνώμες, ανοίγματα μετώπων, κλείσιμο σε αγκαλιές, Βερολίνο, Σύρος, Βενετία, ευγνωμοσύνη, δυσαρέσκεια, χαρά, λιγότερη χαρά, καθόλου χαρά. Έδειχνε ότι θέλει να εξαντλήσει τις μπαταρίες και το κατόρθωσε. “Πότε θα φάμε εκείνο το ριζότο”, είπε στο τελευταίο τηλεφώνημα. Ήταν κουρασμένος ή μάλλον αποκαμωμένος. Του θύμισα την υπόσχεση ότι θα μας γηροκομήσει και απαίτησα να την τηρήσει. Γέλασε όπως παλιά.
Τα τελευταία νέα ήταν ιατρικό ανακοινωθέν.

@oneofusgr

If you're here, you're one of us!