Σάββατο βράδυ, λίγο πριν τη λήξη του πρώτου ημιχρόνου του αγώνα Δανία-Φινλανδία, ο ποδοσφαιριστής των πρώτων Κρίστιαν Έρικσεν πέφτει στο έδαφος χωρίς τις αισθήσεις του. Το παιχνίδι σταματά. Τρέχουν οι γιατροί κρατώντας απινιδωτές, οι συμπαίκτες του σχηματίζουν με τα κορμιά τείχος για να προφυλάξουν την σκηνή από τις κάμερες, οι φίλαθλοι κρατάνε την αναπνοή τους και, όταν οι τραυματιοφορείς μπαίνουν στο ασθενοφόρο με προορισμό το νοσοκομείο, οι οπαδοί της Φινλανδίας φωνάζουν “Κρίστιαν” και οι Δανοί συμπληρώνουν την ταυτότητα του ποδοσφαιριστή: “Έρικσεν”
Γράφτηκαν πολλά για την αλληλεγγύη των ποδοσφαιριστών, την συγκίνηση των θεατών, “more than a game” υποστήριξαν οι εφημερίδες και φυσικά όλοι είχαν δίκιο. Υπάρχει όμως ένα αγκάθι που εξακολουθεί να πονάει. Η ευνοϊκή, από ότι φαίνεται, εξέλιξη στην υγεία του αθλητή δεν ανακούφισε μόνο για ανθρώπινους λόγους, αλλά και επιτρέπει στην UEFA να αποφύγει την θέση του κατηγορουμένου. Αυτό δεν σημαίνει ότι μένουν εκτός κριτικής οι αποφάσεις της για την αγωνιστική υπερφόρτωση των παικτών. Μετά από μία εξαντλητική σεζόν όπου η πανδημία δεν επέτρεψε την σωστή προετοιμασία, η Ομοσπονδία ασχολήθηκε κυρίως με την εξεύρεση ημερομηνιών ώστε να χωρέσουν όλες οι διοργανώσεις και να εξασφαλιστούν οι προγραμματισμένοι πόροι. Έτσι, αμέσως μετά τη λήξη αυτής της τόσο κοπιαστικής περιόδου, χωρίς καμία ουσιαστική ανάσα, έστειλε τις ανθρώπινες μηχανές στο Euro, φροντίζοντας για τα υπόλοιπα, αλλά χωρίς να δίνει την δέουσα προτεραιότητα στην υγεία των πρωταγωνιστών. Θυμίζοντας τους μηχανικούς των τρένων της Άγριας Δύσης, η UEFA ρίχνει συνεχώς κάρβουνο, αδιαφορεί για την κατάσταση των φρένων και την αντοχή της μηχανής, δείχνει ότι το ενδιαφέρον της περιορίζεται στην ανεύρεση νέων διαδρομών με περισσότερους σταθμούς.
Υπάρχουν ενστάσεις ακόμα και για το συγκεκριμένο ματς. Οι εκπρόσωποι της Ομοσπονδίας δήλωσαν ότι συνεχίστηκε μετά από περίπου μία ώρα “γιατί το ζήτησαν οι ίδιοι οι αθλητές”, αλλά ο Πίτερ Σμάιχελ, εμβληματικός τερματοφύλακας των Δανών που τώρα έβλεπε τον γιο του Κάσπερ να υπερασπίζεται την εστία της εθνικής ομάδας, είναι οργισμένος: “Η UEFA δεν άφησε καμιά επιλογή στις ομάδες. Τους υπέδειξε δύο λύσεις. Ότι μπορούν να γυρίσουν στο γήπεδο για να συνεχίσουν τον αγώνα, ή να παρουσιαστούν στη σέντρα την επόμενη μέρα στις 12 το μεσημέρι. Όμως αυτό δεν ονομάζεται επιλογή”. Το γεγονός ότι η λύση που προτάθηκε ήταν η περαιτέρω κόπωση των αθλητών (αν έπαιζαν την επόμενη μέρα περιοριζόταν ασφυκτικά ο χρόνος ξεκούρασης και προετοιμασίας για τον επόμενο αγώνα) είναι ανησυχητικό. Ακόμη και στις πιο δραματικές περιστάσεις, το μόνο που ενδιαφέρει είναι η τήρηση του προγραμματισμού και αυτό κάθε άλλο πάρα καθησυχάζει τους εμπλεκόμενους.
Όμως στο δραματικό παιχνίδι δεν πρωταγωνίστησαν μόνο οι αποφάσεις των μάνατζερ αλλά και οι συγκινητικές, πολιτισμένες αντιδράσεις παικτών και φιλάθλων. Ίσως αυτός να είναι ο μοχλός για να μετατραπούν οι συνθήκες των ποδοσφαιρικών αγώνων.
Η προοπτική μοιάζει κάπως πιο μακρινή για περιπτώσεις χωρών όπου οι οπαδοί της μίας ομάδας εκτοξεύουν συνθήματα κατά των νεκρών της άλλης και, όταν ένας εικοσάχρονος κλαίει για το χαμό της μητέρας του, οι αντίπαλες κερκίδες του θυμίζουν το γεγονός με τον πιο χυδαίο τρόπο.
