Σε γενικές γραμμές δεν ήμουν ποτέ από τα άτομα που λάτρευαν το χιόνι και θεωρούσαν μαγικές τις (ελάχιστες) λευκές ημέρες που έβλεπε στην Αθήνα, καθώς συνήθως συνοδεύονται από περισσότερο κρύο από αυτό που μπορώ να διαχειριστώ, κίνδυνο διακοπής ρεύματος ή νερού, έναν περιορισμό στο σπίτι που δεν είναι πάντα επιθυμητός, ιστορίες ταλαιπωρίας από άλλους άτυχους ανθρώπους που βρέθηκαν σε λάθος μέρος την λάθος στιγμή, και φυσικά τους άστεγους και τα αδέσποτα ζώα.
Παρόλα αυτά, καθώς όλοι γνωρίζαμε πως η χθεσινή ήμερα θα ήταν δύσκολη εδώ και καιρό, οι μετεωρολόγοι της χώρας μας είχαν κάνει το spoiler στην ώρα τους και η χιονόπτωση ήταν σίγουρη, είχα προετοιμαστεί ψυχολογικά, μετακομίσει προσωρινά στο πατρικό των γονιών μου για περισσότερη ζέστη (και ζεστασιά), επιλέξει τηλεργασία όπως και όλοι οι συνεργάτες μου και ήμουν έτοιμη για μία παγωμένη και κάπως μίζερη, αλλά όσο πιο cozy γίνεται εμπειρία ενώ οι, πραγματικά τεράστιες ποσότητες χιονιού, κάλυπταν όλες τις επιφάνειες της πόλης.
Κατέλαβα το γραφείο του πατέρα μου για να γράψω μέχρι να επιστρέψει από την δουλειά του στα Σπάτα, όπου πήγε κανονικά διότι στις εφτά το πρωί τα καιρικά φαινόμενα ήταν ακόμα ομαλά και δεν υπήρχε καμία κρατική προειδοποίηση για το αντίθετο και περίμενα μέχρι να φτάσει στο σπίτι για να φάμε μεσημεριανό και να κανονίσουμε ποιος θα κάθεται πού για να δουλέψει το υπόλοιπο της ημέρας, μέχρι να φτάσει το βράδυ όποτε και είχα σκοπό να προτείνω να δούμε όλοι μαζί το Encanto και να ανάψουμε το τζάκι.
Το πρώτο τηλεφώνημα ήρθε γύρω στη μιάμιση το μεσημέρι, όπου μετά από μία ώρα αποκλεισμένοι στο κτήριο εργασίας του, εκείνος και ορισμένοι άλλοι συνάδελφοι αποφάσισαν να μπουν σε ένα βαν της εταιρείας και να πάρουν το δρόμο της επιστροφής για τα σπίτια τους μέσω Αττικής Οδού. “Nα πηγαίνετε πολύ αργά!” του είπαμε στο τηλέφωνο ενώ μεταξύ μας όταν το κλείσαμε καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι σίγουρα θα αργήσει, με την κίνηση που θα υπάρχει αυτήν την στιγμή στους δρόμους.
Το δεύτερο τηλεφώνημα ήρθε ένα εικοσάλεπτο αργότερα όταν μας πληροφόρησε ότι λίγα μέτρα μετά τα διόδια, και ενώ είχαν ρωτήσει αν η Αττική Οδός είναι ανοιχτή για τα αυτοκίνητα (στο οποίο είχαν λάβει την απάντηση “πάει αργά, αλλά ναι”), το βαν έμεινε ακινητοποιημένο σε ένα σημείο, χωρίς καμία δυνατότητα να προχωρήσει προς καμία κατεύθυνση. Και από εκεί και πέρα ξεκίνησε ένα θρίλερ με εμάς θεατές από την ζεστασιά του σπιτιού μας και πρωταγωνιστή το αγαπημένο μας πρόσωπο να θάβεται κάτω από το χιόνι στον πιο κεντρικό δρόμο της Αθήνας, χωρίς καμία βοήθεια, νερό ή τροφή.
Όσο οι ώρες περνούσαν, τα σενάρια επιστροφής του πατέρα μου στο σπίτι λιγόστευαν. Στην αρχή πιστεύαμε ότι θα μπορέσει να πάει μέχρι το μετρό και από εκεί να έρθουμε να τον πάρουμε. Μετά εξετάζαμε το ενδεχόμενο να περπατήσει πίσω στην δουλειά του, όπως έκαναν κάποιοι άλλοι που βρίσκονταν στο βαν, ενώ ένας-δυο πήδηξαν από κάποιες μάντρες για να βρεθούν στον Προαστιακό. Λόγω ορισμένων κινητικών προβλημάτων, χιονοθύελλας και του γεγονότος ότι σταδιακά νύχτωνε, τίποτα από τα παραπάνω δεν ήταν εφικτά για τον ίδιο. Μέσα στην ατυχία του βέβαια ήταν αρκετά τυχερός, καθώς το βαν είχε αρκετή βενζίνη (δηλαδή ζέστη) και έτσι δεν ξεπάγιασε, όμως κανένας από τους επιβάτες δεν κουβαλούσε μαζί του νερό, και έτσι έβγαιναν έξω και πιπουλούσαν χιόνι για να μην αφυδατωθούν. Έκαναν ανθρώπινο τοίχος γύρω από τις κοπέλες όποτε χρειάζονταν να κάνουν την ανάγκη τους. Τα γύρω αμάξια βρίσκονταν σε χειρότερες ή καλύτερες συνθήκες από εκείνους, όλοι όμως μοιράζονταν την ίδια απόγνωση καθώς δεν υπήρχε ούτε μία φωνή από κάποιον υπεύθυνο να τους ενημερώσει τουλάχιστον για το ποια είναι η κατάστασή τους και πότε θα ξεμπλέξουν από αυτόν τον εφιάλτη.
Μόνοι στην ερημιά της Αττικής Οδού, με εμάς (και χιλιάδες άλλους ανθρώπους σε παρόμοια κατάσταση) να προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε και να σιγουρευτούμε ότι είναι ακόμα υγιείς, μέχρι τα τηλέφωνα να κλείσουν από μπαταρία και να βασίζουμε τις πληροφορίες μας στις ψευδείς ειδήσεις της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, τα οποία δήλωναν πως η επιχείρηση απεγκλωβισμού έχει ξεκινήσει από τις τέσσερις το μεσημέρι ενώ στην πραγματικότητα μέχρι τη μία το βράδυ, το μόνο που άκουγε το γκρουπ του πατέρα μου από το βαν τους ήταν νεκρική σιγή. Καμία οδηγία, καθησύχαση ή σχέδιο διάσωσης. Και εμάς, χιλιόμετρα μακριά, χωρίς κανένα απολύτως τρόπο να μπορέσουμε να βοηθήσουμε.
Τελικά, ο πατέρας μου ήταν από τους τυχερούς. Καθώς βρισκόταν κοντά στην έξοδο της Κάντζας, η εταιρεία της δουλειάς του μπόρεσε να στείλει ένα άλλο όχημα και να τους πλησιάσει αρκετά έτσι ώστε να περπατήσουν μέχρι εκεί και να βρεθούν πίσω στο κτήριο, όπου και διανυκτέρευσαν σε ένα στεγνό μέρος. Το γνωρίζω πως χιλιάδες άλλοι δεν είχαν αυτή την ευκαιρία και ακόμα παγώνουν πάνω σε ένα κάθισμα αυτοκινήτου. Άνθρωποι με προβλήματα υγείας, ηλικιωμένοι, μωρά παιδιά. Η σκέψη μου μαζί τους. Ο τρόμος μου για τις υποδομές της χώρας που ζούμε.
