Δεν πάμε καλά, και αυτό είναι ότι πιο αισιόδοξο μπορεί να γραφτεί. Γεγονότα και σχολιασμοί των τελευταίων ημερών αποδεικνύουν ότι στο δημόσιο λόγο ο ρατσισμός και η άγνοια για λίγο καιρό ξαπόστασαν και τώρα επανέρχονται γιγάντωμένοι. Ο αθλητικός δημοσιογράφος Δημοσθένης Καρμοίρης, πιστός στην ανησυχητική παράδοση που ξεχειλίζει από κάποια πρωτοσέλιδα αθλητικών εφημερίδων και στις μειωτικές αναφορές συγκεκριμένων αθλητικών εκπομπών, λησμόνησε ότι φιλοξενείται σε συχνότητα που του εμπιστεύτηκε η κοινωνία και μετέτρεψε την ΕΡΤ σε “Καφενείο των Φιλάθλων”. Ανακοινώνοντας την 6η θέση της Άννας Κορακάκη στους Ολυμπιακούς Αγώνες, το μόνο που βρήκε να πει ήταν: “δυστυχώς, δεν έχουμε καλά νέα να μεταφέρουμε στους τηλεθεατές, καθότι η Άννα Κορακάκη τα θαλάσσωσε”.
Μετά την κατακραυγή προσπάθησε να διορθώσει το σφάλμα, κάνοντας ένα μεγαλύτερο. Δεν φταίει αυτός, αλλά η υπερβολική ευαισθησία που έχει πάρει επικίνδυνες διαστάσεις! Απέδωσε τον θόρυβο που ξεσήκωσε στο γεγονός ότι “τις τελευταίες ημέρες συνέβησαν κάποια ατυχή γεγονότα, με αποτέλεσμα να με συμπαρασύρει η γενικότερη ..δίνη. Ίσως να ήταν υπερβολική έκφραση μου”. Δεν είναι το κρυφτούλι πίσω από το “ίσως” που τον εκθέτει, αλλά κυρίως η βολική θεωρία ότι ευθύνη δεν βαραίνει τον ίδιο, αλλά την “δίνη των τελευταίων γεγονότων”. Καμία πρωτοτυπία. Το έχουμε ξανακούσει από τα χείλη των κάθε είδους εμπλεκομένων στην “τελευταία δίνη”.
Μετά από μία δημόσια ανοησία, προσέχεις ακόμα και την καλημέρα σου, αλλά ο Δημοσθένης Καρμοίρης δεν διαθέτει τέτοια αντανακλαστικά. Συνεχίζοντας τους επικίνδυνους ακροβατισμούς, αυτή τη φορά έπεσε στη λάσπη και κυλίστηκε στον πιο ξεδιάντροπο ρατσισμό κάνοντας ρεπορτάζ για το πινγκ-πονγκ!Αναρωτήθηκε μπροστά στο μικρόφωνο “πώς οι Κορεάτες ενώ έχουν σκιστά μάτια, βλέπουν που πάει κι έρχεται το μπαλάκι” και φυσικά γέλασε με το αστείο που σίγουρα θα πολλαπλασιαζόταν αν δεν μεσολαβούσαν οι διοικητικές κυρώσεις. Η ΕΡΤ ανακοίνωσε την απόλυσή του, η οποία από κάποιους θεωρήθηκε αναγκαία και από άλλους σαν δίωξη κατά του χιούμορ και της ελεύθερης γνώμης. Οι πιο ευφάνταστοι απέδωσαν την παύση στις οπαδικές προτιμήσεις του και θεώρησαν χρέος τους να τον υπερασπιστούν.
Γι’ αυτό λέμε ότι δεν πάμε καλά. Δεν είναι μόνο ο καταιγισμός από προσβλητικές απόψεις, αλλά -ίσως αυτό να είναι το χειρότερο- και οι αντιδράσεις που τις συνοδεύουν. Οι ευαισθησίες εξαφανίζονται όταν οι πρωταγωνιστές των αθλιοτήτων είναι “δικοί μας”, δηλαδή μοιραζόμαστε τις ίδιες κομματικές ή οπαδικές επιλογές. Έτσι το βηματάκι που γίνεται μπροστά, αυτομάτως συνοδεύεται από δύο άλματα προς τα πίσω, εκεί που χάσκει το χάος.
