Το περασμένο καλοκαίρι, η δημοφιλής pop τραγουδίστρια Dua Lipa έκανε ένα post στο Instagram με το caption “Tell me ur Albanian without telling me you’re Albanian” που συνοδεύονταν από εικόνες από τις καλοκαιρινές της διακοπές σε ένα αλβανικό θέρετρο, όπου περνούσε οικογενειακές στιγμές και συμμετείχε σε αλβανικές εθιμοτυπίες. Πίσω στο 2014, η δική μας Ελένη Φουρέιρα επιβεβαίωσε εκείνο που ψιθυρίζονταν με κουτσομπολίστικη διάθεση για χρόνια, ότι δηλαδή η πραγματική της καταγωγή δεν είναι από το Μεξικό όπως ισχυρίζονταν στην αρχή της καριέρας της, αλλά από την Αλβανία. “Έκρυψα ότι έχω γεννηθεί στην Αλβανία γιατί όταν πήγαινα στις δισκογραφικές, πριν καν μπω στις Mystique, δεν ήθελαν καν να το ακούνε. Ήταν για εκείνους πολύ ταμπού. Κι εγώ από μικρή δεν το καταλάβαινα, γιατί νιώθω Ελληνίδα. Δεν ξέρω άλλη γλώσσα, εδώ έμαθα γράμματα”, είχε δηλώσει σε συνέντευξή της. Ο trapper Sin Boy δεν έκρυψε ποτέ την αλβανική καταγωγή του, ενώ μάλιστα με την σύζυγό του, την Αλβανή pop star Rina, ραπάρουν στα αλβανικά σε πολλά κομμάτια.

Στην Ελλάδα των ‘90s το να είσαι από την Αλβανία ήταν συνώνυμο της παρανομίας και δυστυχώς, πολύ πρόσφατα, είχαμε την ευκαιρία να βρεθούμε μπροστά στη θλιβερή παραδοχή ότι αυτό το στερεότυπο δεν έχει εγκαταλείψει ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Ο δημοσιογράφος Νίκος Ευαγγελάτος κατά τη διάρκεια της εκπομπής Live News στο Mega, προλογίζοντας το αστυνομικό ρεπορτάζ ανέφερε, Να ξεκινήσουμε με αυτή την ιστορία με έναν Αλβανό ο οποίος έχει συλληφθεί με ένα όπλο. Ε, θα πείτε, “Τι πιο σύνηθες να συμβεί”. Οι Αλβανοί που στοχοποιήσαμε ως ληστές και δολοφόνους ωστόσο, τη δεκαετία του ‘90 έχτισαν τα σπίτια μας, τα κράτησαν καθαρά, μεγάλωσαν τα παιδιά μας, στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τις κοινωνικοπολιτικές ταραχές στην πατρίδα τους λίγο πριν, αλλά και μετά την πτώση του κομμουνισμού και να μπορέσουν να προσφέρουν στα δικά τους παιδιά ένα καλύτερο μέλλον σε μία δημοκρατική χώρα.

Δεν είναι λίγοι οι Αλβανοί, κυρίως millennials και Gen Zeners, οι οποίοι είναι πλέον loud & proud για την αλβανική κληρονομιά τους, γιορτάζουν την καταγωγή τους και δεν την κρύβουν. Η Ανδρονίκη, ο Ηλίας, η Ντενίσα και η Ντορέιντα είναι όλοι τους νέοι Έλληνες αλβανικής καταγωγής, που είτε έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, είτε έχουν έρθει στη χώρα από την Αλβανία σε μικρή ηλικία. Ο καθένας τους μοιράζεται την προσωπική του ιστορία, τα βιώματά του στην κοινωνικά ανέτοιμη Ελλάδα να δεχτεί μετανάστες την δεκαετία του ‘90, αναμνήσεις, αγαπημένες λέξεις και έθιμα της πατρίδας του και σχολιάζει αν πράγματι, η γιορτή της αλαβανικής καταγωγής και κουλτούρας από διεθνείς και εγχώριους pop stars βοήθησε στο να δημιουργηθεί μια γενιά περήφανων Αλβανών.

Ανδρονίκη Μέμικο, 25, σπούδασε στο ΦΠΨ με κατεύθυνση την Ψυχολογία

“Οι δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε δεν ήταν γιατί η Ελλάδα δεν μας αποδέχτηκε, αλλά γιατί η πατρίδα μας δεν μας κράτησε. Κι αυτό πληγώνει περισσότερο”

Γεννήθηκα στο Φιέρι της Αλβανίας τον Ιούλιο του ’97 όπου και ζήσαμε με την μαμά μου και τον αδερφό μου μέχρι τον Ιανουάριο του 2000. Ο μπαμπάς ήταν ήδη στην Ελλάδα από το ΄90. Δεν έχω καμία μνήμη από εκεί καθότι ήμουν πολύ μικρή, έχω αντιληφθεί όμως την δυσκολία του να ζει μια οικογένεια ξεχωριστά σε εκείνη την εποχή που η επικοινωνία ήταν εξαιρετικά δύσκολη και οι οικονομικές συνθήκες δεν βοηθούσαν ιδιαίτερα. Τις μνήμες μου από την Αλβανία τις απέκτησα στην πορεία καθώς, την επισκεπτόμασταν συχνα τα καλοκαίρια οικογενειακά και την αγάπησα μέσα από τους ανθρώπους που με συνέδεαν με αυτόν τον τόπο και τις δικές τους ιστορίες που είχαν να μου διηγηθούν από εκεί.

Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα εγκατασταθήκαμε στην Κόρινθο όπου ήταν ήδη ο μπαμπάς και εξακολουθούν οι γονείς μου να μένουν μέχρι σήμερα. Την ημέρα εκείνη μου την περιγράφουν πάντα με την ίδια χαρά, αυτή της ένωσης της οικογένειας σε ένα κοινό πλέον σπιτικό. Αυτή η χαρά και η αγάπη μπορώ να σου πω ότι ήταν κι εκείνη που μας έδινε το κινητήριο έναυσμα να συνεχίσουμε, να προχωρήσουμε, να εξελιχθούμε και να φτάσουμε μέχρι εδω. Ενδεχομένως εγώ να μην έχω πολλές δυσκολίες να διηγηθώ, καθώς ήμουν πάντοτε έμμεσος αποδέκτης τους, αναγνωρίζω όμως μεγαλώνοντας ότι οι γονείς μου έχουν πολλές, και αυτές κυρίως όχι γιατί η Ελλάδα δεν μας “αποδέχτηκε” αλλά γιατί η πατρίδα μας δεν μας κράτησε. Κι αυτό πληγώνει περισσότερο.

Δεν έκρυψα ποτέ την καταγωγή μου και αυτό ίσως επειδή, ας είμαι ειλικρινής, στην Κόρινθο του 2000 δεν ήταν εύκολο να συμβεί. Ήταν πολύ λίγες οι οικογένειες που είχαν έρθει, επομένως είτε το δήλωνα είτε όχι, η καταγωγή μου ήταν εμφανής για πολλούς λόγους. Αργότερα και μεγαλώνοντας επέλεγα με ποιον ήθελα να μοιραστώ οτιδήποτε έχει να κάνει με εμένα. Στην ουσία αυτό που με δυσκόλεψε ήταν οι εξωτερικοί παράγοντες που δεν βοηθούσαν, τα διαδικαστικά, η γραφειοκρατία και ότι στην καθημερινότητα μου ένιωθα από πολύ μικρή – χωρίς λόγο – να διαφέρω από τα υπόλοιπα παιδάκια και να χρειάζεται να με χαρακτηρίζει το από πού είμαι, πιο πολύ από το ποια είμαι.

“Στην καθημερινότητα μου ένιωθα από πολύ μικρή – χωρίς λόγο – να διαφέρω από τα υπόλοιπα παιδάκια και να χρειάζεται να με χαρακτηρίζει το από που είμαι, πιο πολύ από το ποια είμαι”, Ανδρονίκη Μέμικο

Σημερά ευτυχώς τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν αργά μεν, αλλά σταθερά. Εξακολουθώ να διατηρώ τις αμφιβολίες μου όμως για το κατά πόσο έχουμε καταφέρει να προσεγγίσουμε την ρίζα του προβλήματος. Θελω να πω, μήπως απλά η προσοχή μας έχει μετατοπιστεί σε άλλες μειονότητες; Μήπως τώρα με όλα αυτά τα κινήματα, που ευτυχώς υπάρχουν, ασχολούμαστε περισσότερο με την εξάλειψη του ρατσισμού, του σεξισμού, της ομοφοβίας και γενικότερα τον ρατσισμό κατά ατόμων με διαφορετική ταυτότητα φύλου, με διαφορετικά κιλά κτλ; Μήπως εξακολουθεί στην ουσία να μας ενοχλεί το ίδιο ένας “ξένος” αλλά δεν μπορούμε να το εκδηλώσουμε με την ίδια ευκολία, ή μήπως απλά συνηθίσαμε και το αποδεχόμαστε;

Στην σταδιακή αλλαγή αυτή σίγουρα συντελούν και τα άτομα με μεγάλη αναγνωρισιμότητα που αγκαλιάζουν την καταγωγή τους και είναι ένα γεγονός που με χαροποιεί ιδιαίτερα, ενώ θα έπρεπε να είναι απλώς μία παραδοχή τους, όπως όλες οι υπόλοιπες. Είναι πολύ όμορφο ότι εκείνοι μιλούν ανοιχτά για αυτή, δεν θα έπρεπε όμως πλέον σήμερα να είναι δεδομένο αυτό; Δεν θα επρεπε με την ελευθερία λόγου που θέλουμε να λέμε ότι έχουμε πια κατακτήσει, να μπορεί ο καθένας να μιλά ανοιχτά για ό,τι είναι, ό,τι θα ήθελε να είναι και ό,τι μπορεί να γίνει; Ανεξάρτητα από την καταγωγή του. Νομίζω ότι κανείς δεν ξεχνά που δήθεν τους τάραξε η Ελένη Φουρέιρα και όλοι ξαφνικά είχαν μια άποψη να εκφέρουν για το αν έπρεπε να κρυψει την καταγωγή της ή όχι και κανείς δεν ασχολήθηκε με την παθογένεια μας σαν κοινωνία που έστω και ένας άνθρωπος ένιωσε την ανάγκη να πει ψέματα για την καταγωγή του και που στην τελική δεν δηλωνει και τίποτα για αυτον.

Αυτή η παραδοχή λοιπόν νομίζω ότι επιδρά διαφορετικά στον καθέναν και με τον δικό της τρόπο δείχνει τον δρόμο σε άτομα που ενδεχομένως το χρειάζονται περισσοτερο. Ναι, είμαι από την Αλβανία (ή βάλε οτιδήποτε σε εκφραζει δίπλα από το “είμαι”), ναι μπορω να είμαι πολλα περισσοτερα από αυτό, να έχω εκατό επίθετα που να με χαρακτηρίζουν, να αγαπώ το ένα και ταυτόχρονα αυτό να μην σημαίνει ότι μισώ το άλλο, να έχω πολλές πλευρές να συμφωνώ και ταυτόχρονα για άλλους λόγους να διαφωνώ, να γιορτάζω και τις δύο χώρες και συνάμα να καταδικάζω κάποιες συμπεριφορές τους.

Η αγαπημένη μου φράση στα αλβανικα είναι το “Σ’ αγαπώ” που μεταφράζεται ως “Te dua” και σημαίνει και σ’ αγαπώ και σε θέλω και σε χρειάζομαι και αυτό από μόνο του κρύβει όλη την ομορφιά της αγάπης”.

Ηλίας Δούλης, 29, φωτογράφος

“Δεν ξέρω αν η Αλβανία ή η Ελλάδα είναι στ’ αλήθεια η πατρίδα μου, ξέρω μονάχα πως η μόνη πατρίδα που γνώρισα περισσότερο από κάθε άλλη, είναι η μητέρα μου”.

“Γεννήθηκα στην Αθήνα, το Νοέμβριο του 1992. Κατάγομαι από την Πέπελη, ένα χωριό της Αλβανίας της Βορείου Ηπείρου, από την πλευρά του πατέρα μου. Λίγο μετά τα ελληνοαλβανικά σύνορα και πλάι στην Ελληνορθόδοξη Μονή Αγίας Τριάδος, η Πέπελη κατοικείται αποκλειστικά από Έλληνες. Έχω μονάχα να θυμάμαι κάποιες διάσπαρτες καλοκαιρινές μέρες, άλλες πιο ζωντανές, όπως τότε που κατά λάθος βρέθηκα μεταξύ του πετρόχτιστου σπιτιού μας κι ενός αμπελώνα, έντρομος, ανάμεσα σε δεκάδες μέλισσες, να τρέχω να ξεφύγω. Ακόμα φοβάμαι τις μέλισσες. Κι άλλοτε κυρίως από ξεχασμένες φωτογραφίες, ακόμη πιο μικρός, σε παραλίες των Αγίων Σαράντα, στην αγκαλιά της μητέρας μου. Εκείνη, από κόρη οδηγού στο πρώτο της σπίτι στην πόλη των Τιράνων, βρέθηκε λίγα χρόνια αργότερα σε παραθαλάσσιο διαμέρισμα της Νότιας Αλβανίας κι έπειτα έφυγε για πάντα, με τον πατέρα μου στην Ελλάδα. Από την Πάργα, γύρω στο 1990, που για λίγο καιρό εργάστηκαν σε ξενοδοχεία, μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και καταπιάστηκαν με διάφορες δουλειές για να βιοποριστούν. Αργότερα πια, στην οδό Τσακάλωφ, θα μείνουμε για τα πρώτα χρόνια της κοινής μας ζωής, σε μια γειτονιά με λίγους συγγενείς και κάποιους, κάποτε φίλους.

Ομολογώ ότι δε θυμάμαι τι με φόβιζε ή με βόλευε περισσότερο να κρύβω. Την Αλβανική μου καταγωγή ή την ομοφυλοφιλία μου; Από το “Δε σου φαίνεται” ως το “Γιατί δε μου το είπες νωρίτερα;”, μια γόπα δρόμος. Λες κι ήταν στο χέρι μου να διαλέξω ποιο κομμάτι της φυσιολογίας μου θα αποκρύψω. Ως Αλβανός λοιπόν, που “δεν του φαίνονταν”, αλλά ως γκέι αγόρι που δεν ήξερε καλά καλά τι θα χρειαστεί για κάποια χρόνια της ζωής του μάταια να προσπαθεί να κρύψει, είχα μονάχα προσλαμβάνουσες που αφορούσαν είτε σε συγγενείς και φίλους τους γονιών μου, είτε σε τηλεοπτικά φιάσκο με Αλβανούς ληστές κι Έλληνες αστυνόμους, που ακόμη κι αν πρακτικά βρίσκονταν ενίοτε σε εναλλαγή ρόλων, αυτό δεν θα έβρισκε ποτέ δίοδο στην επιφανειακή επιφάνεια των media. Κι από τον σχολικό εκφοβισμό στην “αδερφή της τάξης”, θα περάσω κάποια στιγμή, μεγαλύτερος πια, σχεδόν ενήλικας, στο “Πού” τα βρήκαν τα λεφτά οι Αλβανοί για να σπουδάσουν το παιδί τους σε ιδιωτικό κολλέγιο”. Άλλη μια, ψιθυριστή αυτή τη φορά, γόπα δρόμος.

Έλειψα από την Ελλάδα για περίπου μια δεκαετία, αφού σπούδασα και εργάστηκα στο Λονδίνο. Επομένως, έχασα κάμποση από την επαφή μου με τη νόρμα των ρατσιστικών περιστατικών, αφού πάντοτε τα ξένα κυρίως μέσα καταπιάνονται με την τέχνη μου σε επίπεδο συνδυαστικό με την Ελλάδα, όπου και έχω δημιουργήσει τα περισσότερα από αυτά. Όσον αφορά σ’ αυτό που πια αποκαλώ σπίτι μου, νιώθω τυχερός που έχω απαρτίσει τη ζωή μου από ανθρώπους που σέβονται κάθε λογής φυσιολογία, αν και τολμώ να πω πως το τελευταίο εξάμηνο που ζω και πάλι πια στην Αθήνα, έχω γίνει μάρτυρας λεκτικών ρατσιστικών συμβάντων που αφορούν σε Αλβανούς, προερχόμενα τόσο από το χώρο της υγείας, όσο και των τεχνών. Ιδανική λοιπόν η φούσκα της αποδοχής που χτίζουμε τα όνειρα μας μέσα σε αυτήν, αλλά το στίγμα έχει κάμποσα καρβέλια ψωμί ακόμη να φάει.

“Ομολογώ ότι δε θυμάμαι τι με φόβιζε ή με βόλευε περισσότερο να κρύβω. Την Αλβανική μου καταγωγή ή την ομοφυλοφιλία μου; Από το “Δε σου φαίνεται” ως το “Γιατί δε μου το είπες νωρίτερα;”, μια γόπα δρόμος”, Ηλίας Δούλης

Ακόμα μαθαίνω να με γιορτάζω, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Το καταναγκαστικό outing οποιασδήποτε φύσης ή ταυτότητας φέρει το τραύμα της αποκάλυψης. Ακόμη κι αν σε κάποιους το να είναι ο μοναδικός τους εαυτός φαντάζει απλό και καθημερινό, για άλλους μπορεί να είναι βίαιο και καταλυτικό. Οποιαδήποτε φιγούρα σέβεται τις ρίζες της, όποιες κι αν είναι αυτές κι όσα κι αν συνοδεύουν, θα ανταμειφθεί για το θάρρος της να ζει με αλήθεια, δηλαδή με αξιοπρέπεια. Πόσω μάλλον όταν γίνεται λόγος για ανθρώπους που πληρώνοντας το δικό τους τίμημα, κλέβουν χώρο και χρόνο από την τέχνη τους στα media για να μιλήσουν ανοιχτά για τις παθογένειες που αφορούν σε σύνορα που κάποτε φτιάξαμε εμείς οι ίδιοι για να χωρίσουμε τα τσανάκια μας.

Δέχτηκα την πρόσκληση να συμμετάσχω σε αυτό το άρθρο γιατί ένιωσα πως θα μου δώσω για πρώτη φορά την ευκαιρία να μιλήσω για την καταγωγή που ούτε ο ίδιος δεν μπορούσα κάποτε να ορίσω. Πάντοτε έλεγα πως είμαι Έλληνας, όταν ξαφνικά, σταμάτησα να κρύβω τις Αλβανικές μου ρίζες και τότε, κάθε φορά που με ρωτούσαν, έλεγα πως είμαι Αλβανός. Τίποτα από τα δύο όμως δεν ηχούσε κατάλληλο στ’ αυτιά μου, ώσπου το “Έλληνας Αλβανικής καταγωγής” κούμπωσε καλύτερα από κάθε τι άλλο. Δεν ξέρω αν η Αλβανία ή η Ελλάδα είναι στ’ αλήθεια η πατρίδα μου, ξέρω μονάχα πως η μόνη πατρίδα που στ’ αλήθεια γνώρισα περισσότερο από κάθε άλλη, είναι η μητέρα μου.

Γιορτάζεις όσα στ’ αλήθεια γνωρίζεις. Κι εγώ δυστυχώς, δεν μου επέτρεψα να μάθω την αλβανική γλώσσα, ακόμη κι αν την καταλαβαίνω όταν την ακούω. Μιας και λοιπόν η λαλιά του ντόπιου λείπει και το φαγητό τυγχάνει εξίσου σημαντικά να αποτελεί μέρος κουλτούρας, μαθαίνω να μαγειρεύω όσο καλύτερα μπορώ τον ξινό αλβανικό τραχανά που μου φέρνει η μητέρα μου πότε – πότε στο σπίτι.

“Manushaqe”, ή αλλιώς, στα ελληνικά, η βιόλα. Η βιολέτα, ή αλλιώς, το αγαπημένο λουλούδι του παππού μου. Ο τρόπος που προσφωνούσε τη μητέρα μου. Αυτή είναι η αγαπημένη μου αλβανική λέξη.

Δυστυχώς δεν γνωρίζω κάποιο αλβανικό έθιμο. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε βαφτίσει τα έθιμα με το όνομα της χώρας που είναι πρακτικά πιο κοντά μας, ώσπου να τύχει να μάθουμε πως υπάρχουν κι αλλού, γλωσσολογικά διαμορφωμένα για τις ανάγκες τους, κάτι που αρκετές φορές έχω δει να συμβαίνει με ελληνικά και αλβανικά έθιμα. Τίποτα στ’ αλήθεια δε μας χωρίζει, απλώς διαλέξαμε να διαφοροποιηθούμε για χατίρι του “ξένου””.

Ντενίσα-Λυδία Μπαϊρακτάρι, 31, Δημοσιογράφος / Chief Editor στο Popaganda.gr

“Γιορτάζω την αλβανική κληρονομιά μου με το να υπάρχω περήφανα και χωρίς ντροπή. Νομίζω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από αυτό”

“Γεννήθηκα τον Δεκέμβριο του 1990 στην Αλβανία, λίγο πριν πέσει για τα καλά ο κομμουνισμός. Η καταγωγή μου είναι από το Skrapar, ένα ορεινό μέρος κοντά στον Νότο της Αλβανίας, όχι εντελώς νότια όμως. Έζησα στο Skrapar μέχρι τον Απρίλιο του 1997 που ήρθα με την μαμά μου στην Ελλάδα. Ο μπαμπάς μου ήταν ήδη στην Ελλάδα και με την μαμά και την αδερφή μου μοιράζαμε τον χρόνο μας ανάμεσα στη Nishova, το χωριό του μπαμπά μου και το Poliçan, την κωμόπολη που ζούσαν οι γονείς της μαμάς μου.

Αν και έφυγα μικρή από τον τόπο μου έχω πολλές μνήμες, οι οποίες με την πάροδο των χρόνων αντί να φθίνουν γίνονται πιο έντονες και πιο όμορφες. Δηλαδή, κάθε φορά που θυμάμαι το χωριό μου, τα πάντα είναι ανθισμένα και καταπράσινα, ενώ για κάποιον λόγο τους θυμάμαι πάντα όλους χαρούμενους. Ευτυχώς η Αλβανία είναι πολύ κοντά και πηγαίναμε κάθε καλοκαίρι, οπότε δεν έχασα ποτέ ουσιαστικά την επαφή μου με τον τόπο. Βέβαια, για μένα Αλβανία είναι μόνο το Skrapar, δηλαδή όταν οι παππούδες μου μετακόμισαν σε μια πιο μεγάλη πόλη, δεν μπόρεσα ποτέ να συνδεθώ μαζί της και κάθε φορά ανυπομονούσα για εκείνες τις λίγες μέρες που θα πηγαίναμε στο πατρικό της μαμάς μου ή στα ξαδέρφια του παππού μου στο χωριό. Στο σπίτι μελετάμε συχνά-πυκνά τους συγγενείς μας στην Αλβανία και κρατούσαμε πάντα επαφή με τους περισσότερους από αυτούς. Τα καλοκαίρια πηγαίναμε σε όλους τους γάμους. Να ‘ναι καλά και το ίντερνετ που έκανε την επικοινωνία πολύ πιο εύκολη.

Ο μπαμπάς μου πηγαινοερχόταν στην Ελλάδα από το 1990. Στις αρχές παράνομα με τα πόδια από τα βουνά. Ζούσε εδώ και η θεία μου με τον άντρα της που είχε καταγωγή από την Βόρεια Ήπειρο και είχαν ήδη βίζες από το 1990, οπότε έμενε μαζί τους. Εγώ πρώτη φορά ήρθα στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1994 για να μείνω με τον μπαμπά μου. Μέναμε στης θείας μου. Θυμάμαι πως σε όλο το ταξίδι έκανα εμετό γιατί ζαλιζόμουν στο αμάξι και ο μπαμπάς μου έπαιρνε τηγανιτές πατάτες για να ξεχνιέμαι. Έχω πολλές εικόνες από εκείνο το καλοκαίρι, αν και ήμουν μόλις τριών. Η θεία μου και ο θείος μου με πήγαιναν στην θάλασσα και κάναμε βόλτες στην Κηφισιά, έτρωγα κάθε μέρα παγωτό και τα απογεύματα που γυρνούσε ο μπαμπάς από την δουλειά καθόμουν μαζί του. Μου έχουν πει πως όταν γύρισα στην Αλβανία τον Σεπτέμβρη, δεν μιλούσα καθόλου αλβανικά.

“Παρόλο που όποτε με ρωτά κάποιος από που είμαι εγώ απαντάω από την Αθήνα, γιατί αυτή είναι η πραγματική μου πατρίδα, δεν έκρυψα ποτέ την καταγωγή μου. Ίσως μικρότερη δεν το φώναζα κιόλας και δεν μου άρεσε να με ρωτάνε αν είμαι Αλβανίδα, αλλά όχι δεν το έκρυψα”, Ντενίσα – Λυδία Μπαϊρακτάρι

Επίσημα όμως ήρθα στην Ελλάδα με την μητέρα μου το 1997. Απ’ όσο ξέρω δεν ήταν σίγουρο αν θα μετακομίσουμε οικογενειακώς στην Ελλάδα ή αν θα επέστρεφε ο μπαμπάς μου πίσω. Τότε όμως ξέσπασαν ταραχές και η κατάσταση έγινε αρκετά επικίνδυνη, οπότε αποφασίστηκε να έρθουμε εδώ. Η αδερφή μου ήταν ακόμα μικρή και την αφήσαμε κάποιους μήνες στην γιαγιά μου.

Κάπου έχω ξαναγράψει πως αυτό που μου είχε κάνει μεγαλύτερη εντύπωση ήταν οι κάδοι σκουπιδιών και τα θυροτηλέφωνα. Στην Αλβανία οι πολυκατοικίες ήταν σοβιετικού τύπου και είχαν παράθυρα στους διαδρόμους, αν ερχόταν κάποιος απλά έβαζες μια φωνή από το μπαλκόνι. Εδώ οι πολυκατοικίες έμοιαζαν με κουτιά. Γενικά ήταν πολύ παράξενο που βρέθηκα από την απλωσιά του Skrapar στην κλεισούρα της Αθήνας. Είχα μάθει να είμαι συνέχεια έξω και εδώ έπρεπε να βλέπω τηλεόραση. Τον πρώτο καιρό επειδή και η μαμά μου δεν ήξερε, με άφηνε και έπαιζα μπροστά στην πολυκατοικία τα μεσημέρια, μαζί με ένα κοριτσάκι που ήταν γειτόνισσά μας και ήταν και εκείνη από την Αλβανία, αλλά αυτό κόπηκε νωρίς. Βλέπεις στο Skrapar δεν υπήρχαν ώρες κοινής ησυχίας. Κάπως όλη αυτή η κλεισούρα με έκανε νωθρή, κάτι που με ακολουθεί μέχρι σήμερα. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι συναισθήματα μου είχε προκαλέσει η Ελλάδα για να είμαι ειλικρινής. Την συνήθισα πολύ γρήγορα και νομίζω πως και αυτή με συνήθιζε.

Παρόλο που όποτε με ρωτά κάποιος από πού είμαι εγώ απαντάω από την Αθήνα, γιατί αυτή είναι η πραγματική μου πατρίδα, δεν έκρυψα ποτέ την καταγωγή μου. Ίσως μικρότερη δεν το φώναζα κιόλας και δεν μου άρεσε να με ρωτάνε αν είμαι Αλβανίδα, αλλά όχι δεν το έκρυψα. Ούτε τα ρατσιστικά σχόλια φοβόμουν να σου πω την αλήθεια και ευτυχώς είμαι από τους τυχερούς που δεν έχουν γίνει αποδέκτης πολλών τέτοιων σχολίων. Ξέρω όμως ότι αποτελώ μειοψηφία. Νομίζω βέβαια πως ο λόγος που δεν μου φέρθηκε ποτέ κανείς με ακραίο ρατσισμό, οφείλεται στο γεγονός πως ήμουν πολύ loud και μου είχαν μάθει από το σπίτι πως δεν πρέπει να σκύβω ποτέ το κεφάλι. Δυστυχώς αυτό δεν συνέβαινε σε όλα τα αλβανικά νοικοκυριά. Ήταν πολλοί εκείνοι οι γονείς που εξαιτίας του φόβου τους, είχαν μάθει στα παιδιά τους να είναι αποτραβηγμένα και να μην απαντούν όταν τους αδικούν.

Βέβαια, παρόλο που στην επιφάνεια φαινόμουν ένα κοριτσάκι γεμάτο αυτοπεποίθηση και σιγουριά, μεγαλώνοντας κατάλαβα πως με επηρέαζε πολύ ο ρατσισμός που βιώναν οι άλλοι Αλβανοί. Στα 90s η Ελλάδα μας φέρθηκε πολύ άσχημα και άδικα. Στα δελτία ειδήσεων μιλούσαν συνεχώς για Αλβανούς κλέφτες, βιαστές και δολοφόνους και κάθε φορά που πλησίαζαν οι εθνικές εορτές, άρχιζαν οι συζητήσεις για την σημαία. Ίσως γι αυτό σιχαίνομαι τις παρελάσεις ακόμα και σήμερα.

Επίσης μην ξεχνάμε τον συστημικό ρατσισμό. Μέχρι τα μέσα των 00s, οι επιχειρήσεις σκούπα ήταν καθημερινό φαινόμενο στην χώρα, με τις κυβερνήσεις και την αστυνομία να αισθάνονται ιδιαίτερα περήφανες γι αυτές. Και φυσικά το χειρότερο όλων είναι η άρνηση του ελληνικού κράτους να δώσει την ιθαγένεια στους χιλιάδες αλβανούς που ζουν εδώ σχεδόν 3 δεκαετίες. Εγώ με την αδερφή μου την αποκτήσαμε μόλις το 2018, μετά από 21 χρόνια νόμιμης διαμονής στην χώρα, ενώ οι γονείς μου δεν την έχουν πάρει ακόμα και ούτε πρόκειται να την πάρουν έτσι που έχουν κάνει την διαδικασία. Ποιος άνθρωπος 55 ετών θα καθίσει να διαβάσει όλα αυτά που ζητάνε για τις εξετάσεις; Από την άλλη η θεία μου πήγε στις ΗΠΑ το 2001 και το 2006 είχε ήδη αμερικανική ιθαγένεια. Οι Αλβανοί στην Ελλάδα πρέπει να στοιβάζονται στην Πέτρου Ράλλη ή να πληρώνουν υπέρογκα ποσά σε εκμεταλλευτές δικηγόρους ακόμα και σήμερα.

Τα τελευταία πολλά χρόνια κινούμαι σε χώρους που είναι από την φύση τους πιο δεκτικοί και συναναστρέφομαι με ανθρώπους που είτε δεν τους αφορά η καταγωγή μου, είτε ψοφάνε να πάνε να δουν την Αλβανία. Έχω παρατηρήσει όμως, ειδικά από τα social media πως οι σημερινοί έφηβοι και 20αρηδες είναι loud and proud Αλβανοί. Έβλεπα ένα βίντεο στο tik tok από κάποιο λύκειο, όπου όλο το σχολείο χόρευε ένα πολύ γνωστό παραδοσιακό αλβανικό τραγούδι και τον χορό έσερναν δυο αγόρια από την Αλβανία με πολύ πάθος. Κάτι τέτοιο δεν θα γινόταν ποτέ όταν πήγαινα εγώ σχολείο και κάπως ζήλεψα, δεν θα το κρύψω.

Δεν πιστεύω ότι τα pop είδωλα βοήθησαν στην ορατότητα της αλβανικής κληρονομιάς. Βοήθησαν όμως στο να καταλάβει ο κόσμος στην Ελλάδα ότι οι Αλβανοί δεν είναι μόνο οικοδόμοι και καθαρίστριες. Στο εξωτερικό δεν ξέρω τι γνώμη έχουν για τους Αλβανούς, αλλά γενικά, αν έχεις ταλέντο, πας μπροστά. Από όλους αυτούς η μόνη που έχει κάνει κάτι για την ορατότητα της αλβανικής κουλτούρας είναι η Dua Lipa. H Rita Ora άφηνε για χρόνια να υπονοείται πως ίσως είναι και λίγο μαύρη, ενώ ο Sin Boy, ok, μίλησε για τα κακώς κείμενα της Ελλάδας, αλλά αν και είναι ο αγαπημένος μου τράπερ, δεν ξέρω τι πραγματικά έχει κάνει για την προώθηση της αλβανικής κουλτούρας. Το θέμα “Ελένη Φουρέιρα” είναι κάπως πιο περίπλοκο. Αν και μπορώ να κατανοήσω πλήρως το γιατί το έκρυβε, η έντονη επιμονή της να μην το παραδέχεται ενώ το γνώριζαν όλοι, ήταν οριακά προσβλητική μετά από κάποιο σημείο.

Έχω καταλάβει ότι όσο μεγαλώνω, τόσο αποζητώ την επαφή μου με την Αλβανία. Μιλάω συνεχώς γι’ αυτή και τα ήθη και έθιμά της και προσπαθώ να μαθαίνω κι εγώ όσα περισσότερα γίνεται. Σε ένα τσατ που έχω με την αδερφή μου και τις ξαδέρφες μου που ζουν στο Μιλάνο, ό, τι έχει να κάνει με την Αλβανία καταλαμβάνει το 70% των συζητήσεών μας και συνειδητοποιήσαμε και οι τέσσερις πως τώρα που μεγαλώνουμε η Αλβανία μας είναι τρομερά απαραίτητη. Θέλουμε να πηγαίνουμε συχνά, να τρώμε τα φαγητά της, να ακούμε την μουσική της και να ερωτευόμαστε τα αγόρια της.

Γιορτάζω την αλβανική κληρονομιά μου με το να υπάρχω περήφανα και χωρίς ντροπή. Νομίζω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη γιορτή από αυτό. Μιλάω και άπταιστα αλβανικά. Α, πίνω και αλβανικές ρακές! Η αγαπημένη μου αλβανική λέξη; SKRAPAR ❤️

Στο Skrapar επειδή είμαστε οριακά άθεοι όλοι (κάτι που ισχύει σε ένα πολύ μεγάλο μέρος της χώρας) έχουμε διατηρήσει πολλά παγανιστικά έθιμα. Το αγαπημένο μου είναι αυτό της πρώτης μέρας της Άνοιξης, την οποία εμείς γιορτάζουμε στις 14 Μάρτη. Στο χωριό ξυπνούσαμε όλοι από το χάραμα και ανάβαμε μεγάλες φωτιές, συνήθως από άχυρα και κάναμε αγώνα ποιανού ο καπνός θα ανέβει πιο ψηλά. Ανυπομονούσα κάθε χρόνο για την πρώτη μέρα της Άνοιξης που με ξυπνούσε ο παππούς μου και ανάβαμε μαζί την φωτιά μας. Επειδή αυτή ήταν μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή για τους δυο μας και ήταν κάτι που κάναμε πάντα μαζί, τα πρώτα καλοκαίρια που πήγαινα Αλβανία, πριν φύγουν από το χωριό, με έπαιρνε και ανάβαμε ξανά φωτιά κι ας ήταν Αύγουστος”.

Ντορέιντα Τζόγκου, 40, εικαστικός

“Τα υλικά που χρησιμοποιώ στη γλυπτική, (η πίσσα, το άχυρο, το ξύλο το μαλλί προβάτου) προέρχονται συχνά από τον τόπο καταγωγής μου. Βρίσκομαι εγώ η ίδια μέσα σε αυτά τα στοιχεία, είναι οι εικόνες που πρωτοαντίκρισα”

Γεννήθηκα τον Αύγουστο το 1982 στην Αλβανία. Το όνομα της περιοχής από την οποία κατάγομαι είναι Σελενίτσα, στη Νότια Αλβανία. Έζησα εκεί μέχρι 12 ετών σχεδόν, έχω αρκετές και δυνατές αναμνήσεις. Πραγματικά δεν ξέρω τι να πρωτομοιραστώ, θυμάμαι πάντα με νοσταλγία εκείνα τα ανέμελα χρόνια. Ο τρόπος που παίζαμε σαν παιδιά τότε ήταν ελεύθερος, βγαίναμε σε γειτονιές, παίζαμε όλη μέρα, δεν είχαμε τότε πολλά παιχνίδια, όμως δεν μας ένοιαζε, δημιουργούσαμε από την φαντασία μας, ράβαμε κούκλες με ρετάλια από υφάσματα που βρίσκαμε, αναβαμε φωτιές και πηδούσαμε από πάνω, κάθε άνοιξη χανόμασταν στα λιβάδια και μαζεύαμε όλοι μαζί λουλούδια και χαιρόμασταν. Επίσης βγαίναμε τα βράδια, την άνοιξη και μαζεύαμε πυγολαμπίδες, οι γονείς δεν είχαν ποτέ τον φόβο μας, ξέρανε. Επίσης έντονες αναμνήσεις έχω από τους παππούδες μου, θυμάμαι χαρακτηριστικά που μαζευόντουσαν στην αυλή του σπιτιού τους και άλλοι συνομήλικοι τους πίνοντας τον απογευματινό τους καφέ, μιλώντας βλάχικα μεταξύ τους και εμείς επειδή δεν καταλαβαίναμε τι λέγανε, γελάγαμε δυνατά…

Στην αρχή το 1990, όταν άνοιξαν τα σύνορα, η πλειοψηφία του κόσμου μετανάστευε Ελλάδα ή Ιταλία, ήταν ο πιο “έυκολος” προορισμός επειδή αυτές οι χώρες βρίσκονται πολύ κοντά με τα σύνορα της Αλβανίας. Εμείς ήμασταν από αυτούς που αποφασίσαμε να έρθουμε στην Ελλάδα. Σαν οικογένεια δεν ήμασταν άσχημα οικονομικά σε σχέση με τα δεδομένα της εποχής. Ο πατέρας ήταν διευθυντής στο ορυχείο πίσσας που βρίσκεται στον τόπο μου, η μητέρα μου είχε καλή δουλειά. Οι συνθήκες μας ανάγκασαν να εγκαταλείψουμε την χώρα μας, από ένα σημείο και μετά η κατάσταση είχε ξεφύγει. Ήταν όλα στον αέρα, δεν υπήρχε σταθερότητα σε κανέναν τομέα, οπότε ο φόβος μεγάλωνε συνεχώς, οπότε, αφήνοντας τις ζωές τους πίσω, οι γονείς μας θεώρησαν ότι θα μας πρόσφεραν έναν καλύτερο μέλλον.

Το πρώτο μέρος που εγκαταστάθηκα ήταν το πανέμορφο νησί της Σκοπέλου. Για να είμαι ειλικρινής στην αρχή δεν εστίαζα στο πως είναι η χώρα, το μυαλό μου ήταν στους παππούδες μου και στους φίλους μου. Ήθελα να επιστρέψω στο σπίτι μου. Η χώρα για μενα σαν παιδί ήταν η κοινωνία της Σκοπέλου, ξέρεις από το ένα χωριό, στο άλλο. Στην αρχή δυσκολεύτηκα όπως όλοι, Όμως, με τα χρόνια, έγινε και η Σκόπελος το δεύτερο σπίτι μου.

“Έχω αρκετούς φίλους Έλληνες που μου λένε θα θέλαμε να είμαστε Αλβανοί. Στα 90ς π.χ δεν το έλεγες εύκολα”, Ντορέιντα Τζόγκου

Έκρυψα την καταγωγή μου, όχι όμως στην Σκόπελο, αλλά όταν ήρθα να ζήσω στην Αθήνα. Είχα κάποια θέματα με τα χαρτιά μου, οπότε δούλευα παράνομα και για να μπορέσω να επιβιώσω και να δουλέψω αναγκάστηκα να την κρύψω την καταγωγή μου. Στην αρχή άκουγα συνέχεια ρατσιστικά σχόλια στο σχολείο, δεν ήξερα και την γλώσσα και ήταν ακόμα πιό δύσκολο.

Στην Αθήνα και γενικά στις πιο μεγάλες πόλεις σίγουρα πιστεύω πως ήταν πιο δύσκολο. Στην Σκόπελο ήταν και εκεί στην αρχή, όμως υπήρχαν άνθρωποι που βοηθούσαν τους Αλβανούς και τους προστάτευαν με έναν περίεργο τρόπο. Θα σου πω ένα παράδειγμα. Όταν οι αστυνομία δήλωνε επιχείρηση σκούπα, τότε δούλευε μια κυρία ως καθαρίστρια στο αστυνομικό τμήμα. Αυτή η καλή κυρία ενημέρωνε κάθε φορά τους Αλβανούς για το τι θα συμβεί και κανένας δεν έβγαινε από το σπίτι του για μερικές μέρες. Σε μια πόλη είναι δύσκολο να συμβεί αυτό, λόγω του μεγέθους της. Μια άμεση μαρτυρία που έχω από τον φίλο μου τον Μάριο είναι από τον χειμώνα του ‘92 που περνώντας μικρό παιδί από την πλατεία Κουμουνδούρου υπάρχουν εκατοντάδες άνθρωποι από την Αλβανία κυρίως οικογένειες που κοιμόντουσαν στην πλατεία. Στην Σκόπελο είχαν όλοι σπίτια, έμεναν πολλά άτομα μαζί μεν, αλλά σε σπίτι.

Είναι ολοφάνερη η διαφορά της σημερινής εποχής με τα 90s. Τότε ήταν το πρώτο σοκ και για τις δύο κοινωνίες, ταρακουνήθηκαν εντελώς οι ισορροπίες. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο θεωρώ, τώρα έχει ξεπεραστεί το στάδιο του πρώτου σοκ ανάμεσα στις δύο χώρες. Γνωρίζει αρκετά καλά η μία χώρα την άλλη. Έχω αρκετούς φίλους Έλληνες που μου λένε θα θέλαμε να είμαστε Αλβανοί. Στα 90ς π.χ δεν το έλεγες εύκολα. Ξέρεις την παροιμία που λέει, “Εμείς μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε;”. Μετά από τόσα χρόνια έχω καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα στην σχέση που έχουν αυτές οι δύο κοινότητες. Πλέον όταν λέω ότι είμαι από την Αλβανία, δεν παρατήρω καθόλου συμπεριφορές. Δηλαδή αν θα το δεχτούν ή όχι, δεν με ενδιαφέρει.

Πιστεύω πως και οι δύο κοινωνίες νοσούσαν. Η ελληνική κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να δέχτει μετανάστες και η αλβανική κοινωνία δεν ήταν έτοιμη να υποστηρίξει τον εαυτό της. Τώρα για να βοηθήσει κάποιος καλλιτέχνης αλβανικής καταγωγής στην ορατότητα της αλβανικής κληρονομιάς και να την γιορτάζουν, θα πρέπει η ταυτότητα του έργου τους να έχει επιρροές και στοιχεία από την αλβανική κουλτούρα. Δεν αρκεί μόνο η αποδοχή της καταγωγής τους δημόσια, για να θεωρηθούν ότι γιορτάζουν κάποια αλβανική κληρονομιά, γιατί δεν υπάρχει μέσα στην τέχνη τους. Οι Dropkick Murphys είναι αμερικανοί ιρλανδικής καταγωγής, που η μουσική τους στηρίζεται και εμπνέεται από την ιρλανδική κουλτούρα, είναι φανερά τα στοιχεία που δανείζονται από την παραδοσιακή μουσική της χώρας τους, ενω o Sin Boy και οι υπόλοιποι δεν παράγουν μουσική επηρεασμένη από την αλβανική κουλτούρα σαν κληρονιμιά. Οπότε τι γιορτάζουν; Όμως σίγουρα έχουν επηρεάσει αρκετό κόσμο θεωρώ στο να μην ντρέπεται να πει από πού προέρχεται. Σε αυτό ναι, έχουν συμβάλει.

Οι εποχές έχουν αλλάξει, οι Αλβανοί έχουν προσαρμοστεί στην Ελληνική πραγματικότητα, έχουν αγοράσει σπίτια, επιχειρήσεις, τα παιδιά πηγαίνουν σε ελληνικά σχολεία, σε ελληνικά πανεπιστήμια. Προσωπικά έχω ενταχθεί πλήρως στον ελληνικό τρόπο ζωής ωστόσο η επαφή με τις ρίζες μου είναι ζωτικής σημασίας. Ειναι κάτι που αναζητώ συνεχώς. Ταξιδεύω συχνά στην Αλβανία και εντάσσω την καταγωγή μου με διάφορους τρόπους και στην δουλειά μου, όπως στην περίπτωση του ορυχείου. Αυτό είναι κάτι που προκύπτει αβίαστα στην δική μου περίπτωση και δεν έχω την απαίτηση να κάνει το ίδιο π.χ η Φουρέιρα.

Το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μου είναι συνδεδεμένο με τις μνήμες μου. Τα υλικά που χρησιμοποιώ στη γλυπτική, (η πίσσα, το άχυρο, το ξύλο το μαλλί προβάτου) προέρχονται συχνά από τον τόπο καταγωγής μου. Βρίσκομαι εγώ η ίδια μέσα σε αυτά τα στοιχεία, είναι οι εικόνες που πρωτοαντίκρισα. Νιώθω τυχερή που γεννήθηκα στην Σελανίτσα της Αλβανίας, πρόλαβα έναν τρόπο ζωής αυθεντικό, έχω ζήσει αξέχαστη παιδική ηλικία. Σήμερα ανακαλώ και επεξεργάζομαι αυτά τα πολύτιμα βιώματα και τα αφήνω να με καθοδηγήσουν. Χαίρομαι που μπορώ να τα μοιράζομαι και με άλλους ανθρώπους μέσα από την τέχνη.

Έχω αρκετές αγαπημένες αλβανικές λέξεις, όμως θα σου πω αυτή που σκέφτηκα εντελώς αυθόρμητα. Είναι η λέξη “shpirti”, στα αλβανικά σημαίνει ψυχή. Αυτή την λέξη την έχω συνδέσει με τον αγαπημένο φίλο μου τον Kildi. Θα έλεγα ότι είναι σαν κώδικας επικοινωνίας μεταξύ μας.

Θα μοιραστώ μαζί σας ένα αλβανικό έθιμο. Θα σας πω τι συμβαίνει στην τελετή του αλβανικού γάμου. Η έναρξη του αλβανικού γάμου ξεκινάει από την Πέμπτη. Πηγαίνουν τα πεθερικά από την μεριά του γαμπρού στο σπίτι της νύφης, είναι σαν μια μικρή εκδήλωση. Ο λόγος που πηγαίνουν είναι για να πάρουν την προίκα της νύφης, η οποία περιλαμβάνει κυρίως εργόχειρα, κλινοσκεπασματα και είδη ρουχισμού. Την μεταφέρουν στο σπίτι του γαμπρού και την παρουσιάζουν στον κόσμο με χορό και τραγούδια. Την Παρασκευή και οι δύο πλευρές γλεντάνε ο καθένας στο σπίτι τους χορεύοντας και πίνοντας μέχρι τελικής πτώσης.

Το Σάββατο καλούν τους συγγενείς του γαμπρού, τους πιο κοντινούς. Συνήθως πηγαίνουν μέχρι 12 άτομα. Φυσικά με ζωντανή παραδοσιακή μουσική, επίσης στο χορό της νύφης ρίχνουν αρκετά χρήματα. Το γλέντι κρατάει μέχρι το πρωί. Την Κυριακή το μεσημέρι ο γαμπρός και οι συγγενείς του πηγαίνουν για να πάρουν την νύφη, συνοδευόμενοι από πολλά αυτοκίνητα. Όταν φτάνει η νύφη στο σπίτι του γαμπρού ρίχνουν στον δρόμο ρακί με νερό για το κακό μάτι και στη συνέχεια όταν φτάνει η νύφη στην πόρτα του σπιτιού, βγαίνει η πεθερά κρατώντας στα χέρια της ένα μπωλ με μέλι. Εκεί η νύφη βουτάει τα δάχτυλα της και αλείφει την πόρτα για καλή τύχη. Το βράδυ ακολουθεί πάλι γέντι, αντίστοιχα με αυτό της νύφης. Πιο παλιά η τελετή του γάμου ήταν ένας τρόπος διασκέδασης για την αλβανική κοινωνία, όλοι το καλοκαίρι περίμεναν με χαρά να γίνει κάποιος γάμος”.