Το παγκόσμιο διατροφικό ή για να το πούμε καλύτερα διαιτητικό τοπίο, μοιάζει εδώ και χρόνια με πολεμικό τοπίο. Δίαιτες και μαγικές διατροφικές συμβουλές σκάνε αριστερά και δεξιά και με την ταχύτητα που εξαπλώνεται η κάθε πληροφορία στην εποχή μας, γίνονται τάσεις, κάποιοι ορκίζονται σε αυτές, άλλοι τις αναθεματίζουν και τελικά ο μέσος άνθρωπος μένει το ίδιο μπερδεμένος.
Η αλήθεια είναι ότι πράγματι, δεν αντιδρούν όλοι οργανισμοί με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις μεθόδους δίαιτας. Κάτι που πιάνει με εσένα, μπορεί να μην πιάνει με εμένα και η έρευνα έχει δείξει ότι η γενετική μας προδιάθεση είναι μερικώς υπεύθυνη για τις διαφοροποιήσεις στο αποτέλεσμα της κάθε δίαιτας.
Αυτές λοιπόν οι πληροφορίες, έχουν κάνει τις εταιρίες ανάλυσης DNA να στρέψουν το ενδιαφέρον τους σε εξειδικευμένες εξετάσεις, προσπαθώντας να βοηθήσουν τους πελάτες τους να προσδιορίσουν τί τους βοηθάει να χάσουν βάρος και τι όχι. Τι να τρώνε και τι να αποφεύγουν. Υπάρχει μάλιστα πλέον και ο όρος “DNA Διατροφολόγος”.
Η συγκεκριμένη τάση υποτίθεται ότι βοηθάει τους ανθρώπους που την ακολουθούν να γίνουν πιο υγιείς, προμηθεύοντάς τους με διατροφικές συμβουλές και εξατομικευμένη δίαιτα που βασίζεται αποκλειστικά στο DNA τους.
Οι δίαιτες αυτές όμως έχουν ταυτόχρονα δεχθεί και έντονη αρνητική κριτική τα τελευταία χρόνια, διότι η συνολική μας γνώση για το ανθρώπινο γονιδίωμα είναι ακόμα αρκετά γενική ώστε να μπορούμε να πάρουμε ασφαλείς εξατομικευμένες πληροφορίες διατροφής για απώλεια βάρους. Η μέθοδος “Eating The DNA Way” αναμειγνύει λίγη επιστήμη και αρκετό μάρκετινγκ και το αποτέλεσμα ίσως να μην είναι και τόσο εντυπωσιακό τελικά. Ας δούμε λοιπόν τι έχει γραφτεί σχετικά για το θέμα στο American Council of Science and Health.

Τι στ’ αλήθεια μπορούν να μας πουν τα γονίδιά μας;
Το θεμελιώδες πρόβλημα είναι ότι, ενώ τα γονίδιά μας μπορούν αναμφίβολα να επηρεάσουν τον τρόπο που αντιδρά το σώμα μας στις διάφορες τροφές, οι αναλύσεις DNA μπορούν να μας προμηθεύσουν με τις στατιστικές συσχετίσεις ανάμεσα σε μια γονιδιακή παραλλαγή και την συγκεκριμένη επιρροή. Δεν μπορεί να μας πει όμως πώς κάποιες συγκεκριμένες μεταλλάξεις επηρεάζουν τις εξατομικευμένες αντιδράσεις του κάθε οργανισμού σε διαφορετικές θρεπτικές ουσίες.
Υπάρχουν βέβαια και κάποιες εξαιρέσεις, όπως για παράδειγμα για κάποιες τροφικές δυσανεξίες, που αποκαλύπτονται μέσω των αναλύσεων DNA. Οι περισσότερες εταιρίες για παράδειγμα ψάχνουν αν υπάρχει το συγκεκριμένο γονίδιο που σχετίζεται με την αδυναμία του οργανισμού να απορροφήσει σωστά τα λιπίδια και τους υδατάνθρακες ώστε να αποδείξουν ότι ένας συγκεκριμένος οργανισμός παίρνει βάρος εύκολα γι’ αυτόν τον λόγο. Μόνο που εκτός από το συγκεκριμένο γονίδιο, υπάρχουν άλλες 900 παραλλαγές του που έχουν μια τέτοια σχέση με τον δείκτη μάζας σώματος. Ένα και μόνο γονίδιο λοιπόν δεν μπορεί να εξηγήσει επαρκώς την γενετική προδιάθεση του κάθε οργανισμού στην απώλεια βάρους.
Οι 40 εταιρίες που εξετάστηκαν για την έρευνα που έδωσε τα παραπάνω δεδομένα, κάνουν αναλύσεις που μπορούν να απαντήσουν με ασφάλεια για την ύπαρξη τέτοιων γονιδίων και των παραλλαγών τους, μόνο για το 1% αυτών σε σχέση με τον δείκτη σωματικής μάζας των Ευρωπαίων.
Άλλες έρευνες μάλιστα έχουν δείξει ότι τα γονίδια αυτά επηρεάζονται από την άσκηση και τον περιορισμό των θερμίδων, πράγμα που μας οδηγεί σε ένα ασφαλές συμπέρασμα:
Αν η άσκηση και μια θερμιδική δίαιτα μπορούν να μειώσουν την επιρροή αυτών των γονιδίων που μας κάνουν να παχαίνουμε, σε τι θα μας βοηθήσει μια πανάκριβη εξέταση που απλά μας πληροφορεί ότι τα έχουμε;
Συμπερασματικά λοιπόν, αν και οι γενετικοί παράγοντες ανεβάζουν το κίνδυνο παχυσαρκίας, οι περιβαλλοντικοί, συμπεριφορικοί, κοινωνικο-οικονομικοί και ψυχολογικοί παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο της ζωής μας, έχουν καθοριστικότερο ρόλο στον φαινότυπο του κάθε ατόμου. Ένας άλλος παράγοντας κλειδί είναι η άσκηση που έχει αποδειχθεί από αμέτρητες έρευνες ότι βοηθάει στην διατήρηση του βάρους.
Οι δίαιτες με βάση τις αναλύσεις DNA δεν κάνουν θαύματα
Αυτό έχει αποδειχθεί με βάση πολλές σχετικές έρευνες οι οποίες έχουν δείξει ότι διάφορες δίαιτες όπως η χαμηλών λιπαρών ή η χαμηλών υδατανθράκων, δίνουν αποτελέσματα απώλειας βάρους. Δεν υπήρξαν όμως συγκεκριμένες διαφορές μεταξύ ατόμων που ταίριαζαν με την κάθε μία κατηγορία δίαιτας ξεχωριστά, σύμφωνα με τις αναλύσεις DNA τους.
Τα πορίσματα των ερευνών αυτών έδειξαν ότι δεν υπήρξαν διαφορές ανάμεσα σε ομάδες ανθρώπων που έκαναν μια συγκεκριμένη δίαιτα με βάση της αναλύσεις DNA τους και σε άλλες ομάδες που έκαναν άλλου τύπου δίαιτες με οποιοδήποτε άλλο κριτήριο επιλογής, οπότε η σχετική επιστήμη ίσως να μην είναι ακόμα σε θέση να βοηθήσει τους ανθρώπους να χάσουν βάρος με βάση τις πληροφορίες που παίρνουν για το γονιδίωμά τους από τις αναλύσεις DNA.
Συμπέρασμα
Όσο και αν ορισμένοι άνθρωποι ορκίζονται ότι έχασαν βάρος χάρη τις εξατομικευμένες πληροφορίες που πήραν από τις αναλύσεις DNA τους, οι πιθανότητες λένε ότι έχασαν βάρος από τις υπόλοιπες οδηγίες διατροφής και άσκησης που έλαβαν από τους διατροφολόγους τους μαζί με τις αναλύσεις αυτές. Τα προγράμματα απώλειας κιλών που βασίζονται στις προτιμήσεις του κάθε ατόμου και το επίπεδο κινητικότητάς του, είναι σαφώς καλύτερα από την γενική οδηγία “φάε λιγότερο, ασκήσου περισσότερο”. Το να προσθέσει κανείς και κάποιες γενικές γονιδιακές πληροφορίες σε ένα τέτοιο καλά δομημένο πρόγραμμα, δεν έχει και πολλά να προσφέρει.
