Το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε, μας βρήκε να εξερευνούμε τρία hashtags που υποδείκνυαν το “διάλογο” που τρέχει αυτή τη στιγμή στα social media, τρια hashtags που πλέον γνωρίζουμε όλοι και αφορούν την υπόθεση βιασμού μιας 24χρονης κοπέλας στη Θεσσαλονίκη. Πολλοί θα πουν “για το επόμενο 48ώρο”, μέχρι να μας απασχολήσει μία νέα σοκαριστική είδηση. Είναι ακριβώς έτσι; Είναι ο αντίκτυπος τέτοιων υποθέσεων μετά το “σάλο” – για να χρησιμοποιήσουμε και μια λέξη που πρωταγωνίστησε στους τίτλους των παραδοσιακών media αναφορικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση – που δημιουργείται στα social media τόσο εφήμερος;
Όσο η υπόθεση εξελίσσεται κι έρχονται περισσότερα στοιχεία στο φως ο ρόλος που έπαιξαν τα social media στην διάδοση της είδησης μεταβάλλεται. Ένα πράγμα ώστοσο είναι σίγουρο: τα κοινωνικά δίκτυα, άχαρα, ατσούμπαλα, χωρίς να τους λείπει η τοξικότητα αλλά και τα fake news – καθώς τα γραφόμενα δεν αποτελούν αντικείμενο δημοσιογραφικής έρευνας κι αντικειμενικής κάλυψης των γεγονότων, αλλά απόψεις και αναπαραγωγή πληροφοριών από πολίτες – καταφέρνουν ταυτόχρονα να μην αφήσουν τη σεξουαλική κακοποίηση και παρενόχληση, καθώς και την έμφυλη βία άλλο πια στο σκοτάδι.
Από την έναρξη αυτού που ονομάσαμε ελληνικό #metoo, έπειτα από τη γενναία πράξη της Σοφίας Μπεκατώρου να καταγγείλει τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη, τα social media έγιναν η πλατφόρμα στην οποία πολλές άλλες επιφανείς γυναίκες της ελληνικής δημόσιας σφαίρας αποφάσισαν να μιλήσουν για τις δικές τους τραυματικές εμπειρίες. Η ελληνική τηλεόραση κι ο εγχώριος έντυπος και ηλεκτρονικός Τύπος με σχετικά γρήγορα αντανακλαστικά αναπαρήγαγαν τις περιπτώσεις αυτές, είδωλα ετών άρχισαν να αποκαθηλώνονται, οι αποτρόπαιες πράξεις τους ήταν πια γνωστές και κάπως αναθαρρήσαμε ότι το ελληνικό #metoo, 3 χρόνια μετά την έναρξη του κινήματος στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, ήταν πλέον πραγματικότητα και για τη δική μας χώρα.
Κι έπειτα σιωπή. Έκτοτε υπάρχει μάλιστα η υποψία ότι όποτε η ελληνική τηλεόραση, για παράδειγμα, ασχολείται με το #metoo είναι “εκβιάζοντας” απόψεις που στρέφονται κατά των γυναικών και των θηλυκοτήτων συνομιλόντας με ανθρώπους που γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι η συλλογιστική τους είναι προβληματική, καβαλώντας πλέον ένα άλλο κύμα που σε καμία περίπτωση δεν ενδυναμώνει το κίνημα, αυτό του cancel culture. Sites, εφημερίδες και social media ακολουθούν την ίδια σκαλέτα.
Η συζήτηση για την τοξικότητα των social media δεν είναι καινούργια και μάλιστα μαίνεται παγκοσμίως με το υπέρτατο παράδοξο ότι παρόλα αυτά: α) κανείς δεν σταματάει να τα χρησιμοποιεί, β) “γκρινιάζει” για τις ρητορικές μίσους που φωλιάζουν μέσα τους, τα στρεβλά πρότυπα που προωθούν, την πόλωση που προάγουν, πού αλλού, στις ίδιες ακριβώς πλατφόρμες που αποστρέφεται. Ταυτόχρονα όμως η δύναμη των social media είναι αδιαμφισβήτητη και φτάνει μια υπόθεση όπως αυτή της Θεσσαλονίκης για να την αντιληφθεί κανείς. Το ελληνικό Twitter ήταν εκείνο που ανέδειξε την υπόθεση και σύντομα ακολούθησαν Instagram και Facebook. Δύναμη όμως δεν συνιστά απαραίτητα και ψυχραιμία.
Αυτό που δεν μπορεί να αποφευχθεί στα social media – όπως εδώ και αιώνες δεν αποφεύγεται στην κοινωνία, απλώς τα social media είναι πλέον ο νέος μας μεγεθυντικός φακός – είναι τα λαϊκά δικαστήρια, αλλά και η πόλωση. Στην υπόθεση της Θεσσαλονίκης πολύ γρήγορα είδαμε ότι η εστίαση μετατοπίστηκε από το γεγονός και το θύμα. Μέσα από την αναπαραγωγή συγκεκριμένων πληροφοριών και ονομάτων δημιουργήθηκε ένα γαϊτάνκι από Instagram stories και πλέον αυτή τη στιγμή, αυτό που απασχολεί την επικαιρότητα, όπως θα δείτε αν ανοίξετε την τηλεόρασή σας ή μπείτε σε κάποιο website είναι μηνύσεις και καταγγελίες, όλα όπλα στον πόλεμο που έχει ανοίξει μεταξύ ακτιβιστών, επιχειρηματιών και influencers με αφορμή την υπόθεση. Θα αναδείξει ακόμα περισσότερα αυτή η αναταραχή για την υπόθεση; Θα μπορούσε να είναι μία πιθανότητα, αλλά το ίδιο εύκολα θα μπορούσε απλώς να είναι και ένας θόρυβος που μας απομακρύνει από το πραγματικό ζήτημα, δηλαδή την προσπάθεια να μπει ένα τέλος στην κανονικοποίηση της σεξουαλικής βίας.
Για να κατανοήσουμε περισσότερο τη δύναμη των κοινωνικών δικτύων, ας θυμηθούμε τη γέννηση του #metoo που για πολλούς αρχίζει με το “σκάνδαλο Weinstein”, όμως αυτή δεν είναι παρά η δεύτερη ζωή του. Πίσω από το Me Too βρίσκεται η Αμερικανίδα ακτιβίστρια Tarana Burke, η οποία χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τη φράση το 2006 στο Myspace, ως μέρος μιας εκστρατείας για την προώθηση της “ενδυνάμωσης μέσω της ενσυναίσθησης” γυναικών και κοριτσιών που έχουν υποστεί σεξουαλική κακοποίηση ιδιαίτερα σε μη προνομιούχες κοινότητες και αφορούσε κυρίως επιζήσασες που υποστηρίζουν επιζήσασες, μιας και η ίδια είχε πέσει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και ως παιδί, αλλά και ως έφηβη.
Το #metoo όπως το γνωρίζουμε σήμερα πράγματι αναγεννήθηκε μετά τις καταγγελίες κατά του παραγωγού Harvey Weinstein, όταν και η ηθοποιός Alyssa Milano ενθάρρυνε τη διάδοση του hashtag προκειμένου να αποκαλύψει ότι η σεξουαλική κακοποίηση και παρενόχληση είναι παρούσα σε όλους τους χώρους τουιτάροντας στις 15 Οκτωβρίου του 2017: “Αν έχετε δεχτεί σεξουαλική παρενόχληση ή επίθεση, γράψτε #MeToo
ως απάντηση σε αυτό το tweet”. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, ο σκοπός του #metoo μεταβλήθηκε από ενσυναίσθηση, σε επίγνωση και ευαισθητοποίηση. Ο λόγος ήταν πια στα θύματα κ
