Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα κορίτσι άσπρο σαν το χιόνι. Την έλεγαν Χιονάτη. Στην αρχή την γνώριζαν μόνο οι γιαγιάδες, τα παιδιά την ζωγράφιζαν όπως ήθελε το καθένα. Και ξαφνικά, στις 21 Δεκεμβρίου του 1937 το κορίτσι χάρη στον Γουόλτ Ντίσνεϊ απέκτησε μορφή και ομιλία, έγινε κινούμενο σχέδιο, το πρώτο μέλος μιας ονειρικής παρέας που συντρόφεψε και γλύκανε την παιδική ηλικία εκατομμυρίων ανθρώπων. Μιας διαχρονικής και παγκόσμιας συντροφιάς η οποία συνεχίζει να προσκαλεί εκεί που υπάρχουν ακόμη όμορφες πριγκίπισσες και γενναίοι ιππότες, οι κροκόδειλοι παίζουν τζαζ, τα ποντίκια θέλουν να γίνουν μάγοι και οι νεράιδες δείχνουν το δρόμο του καλού σκορπώντας χρυσόσκονη.

Supercalifragilisticexpialidocious, φυσάει από την Ανατολή, αρχίζει  το παραμύθι.
Ήταν μια κρύα νύχτα του χειμώνα. Το χιόνι είχε ασπρίσει τα δέντρα, τους δρόμους, τις στέγες των σπιτιών. Ένα κερί με αγωνία προσπαθούσε να διατηρήσει την φλόγα του, ο ήρωάς μας έκανε και ξαναέκανε λογαριασμούς κουκουλωμένος στο ξεφτισμένο κασκόλ του. “Ένα εκατομμύριο εφτακόσιες χιλιάδες δολάρια” αναστέναξε. Τα κοράκια χτυπούσαν επίμονα το τζάμι αποκαλώντας τον τρελό. Μήπως δεν ήταν; Ποιος άραγε θα πήγαινε να δει μία ταινία που οι πρωταγωνιστές ήταν ζωγραφιές, τα χρώματα της ήταν εξωπραγματικά και την ιστορία την γνώριζαν όλοι; Ένα γκλιν γκλον ακούστηκε και από το ντουλάπι που φυλούσε τα παιδικά του όνειρα βγήκε μια μικρή χαριτωμένη νεράιδα. Συζήτησε μαζί της ώρες ολόκληρες και τελικά αποφάσισε. “Η Χιονάτη και οι Εφτά Νάνοι” θα έβγαιναν στους κινηματογράφους. Θρίαμβος. Οι αίθουσες γέμισαν από μικρούς και μεγάλους, τα κοράκια λούφαξαν, τα έξοδα βγήκαν από τον πρώτο κιόλας μήνα. Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ άλλαξε σπίτι, μεταφέρθηκε σε πιο ευρύχωρο. Το μόνο πράγμα που πήρε μαζί του ήταν το παλιό σεντούκι με τη νεράιδα και τα παραμύθια.

Ο Πινόκιο βγήκε στο πανί το 1940. Ήταν χαριτωμένος, ευαίσθητος και ευκολόπιστος. Γύρω του περιστρεφόταν η γνωστή παρέα με κυρίαρχες μορφές τον Στρόμπολι, τον γίγαντα που ήθελε να μετατρέψει τον πρωταγωνιστή σε μαριονέτα και τον Γουόρθινγκτον Φουρφέλοου, μια μορφή που μύριζε Ντίκενς και δεν είχε προλάβει να εμπνευστεί ο Κολόντι. Οι αίθουσες προβολής ξαναγεμίζουν, γίνονται παραμυθένιες, όλοι φεύγουν τραγουδώντας το “When You Wish Upon A Star”, το τραγούδι του γρύλλου που υπόσχεται ότι όλα μας τα όνειρα θα πραγματοποιηθούν.

Τους στίχους του τραγουδιού μουρμουρίζει ο διάσημος διευθυντής ορχήστρας Λέοπολντ Στοκόφσκι, καθώς στην έξοδο του κινηματογράφου πέφτει πάνω στον Ντίσνεϊ. Τελικά ο γρύλος έχει δίκιο. Όλα μας τα όνειρα θα πραγματοποιηθούν. Αποφασίζουν να συνδυάσουν την κλασική μουσική με το κινούμενο σχέδιο, να δημιουργήσουν την ανεπανάληπτη “Φαντασία”. Λουλούδια, νεράιδες και μανιτάρια χορεύουν με τις νότες του “Καρυοθραύστη” του Τσαϊκόφσκι, η “Γιορτή της Άνοιξης” του Στραβίνσκι ζωντανεύει τα προϊστορικά τέρατα, ο Μίκυ Μάους τα κάνει κυριολεκτικά μούσκεμα σαν μαθητευόμενος μάγος. Ενθουσιασμένος από το αποτέλεσμα ο Ντίσνεϊ τρέχει στο σπίτι για να μοιραστεί την χαρά του με την νεράιδα. Αυτή όμως λείπει, έχει πάει στο μέτωπο να βοηθήσει όσους την έχουν περισσότερη ανάγκη και μαζί της έχει πάρει την καλή τύχη του προστατευόμενού της. Η “Φαντασία” μένει χωρίς θεατές, της αφαιρούν 44 λεπτά και την διαθέτουν ως  συμπλήρωμα μιας καουμπόικης ταινίας. “Δύο εκατομμύρια διακόσιες ογδόντα χιλιάδες στον αέρα”, σκέφτεται ο Ντίσνεϊ και δεν μπορεί να κοιμηθεί. Νιώθει κάτι να τον χαϊδεύει. Είναι η προβοσκίδα ενός θλιμμένου ελέφαντα. Τον λένε Ντάμπο και θέλει να διηγηθεί την πονεμένη ιστορία του, να τραγουδήσει τα χαζά του τραγουδάκια.


“Εφτακόσιες χιλιάδες δολάρια, ούτε ένα παραπάνω”, η συμφωνία κλείνεται. Ο Ντάμπο με τον Τιμόθεο, τον πονηρό ποντικό που τον προστατεύει προσφέρουν την ευαισθησία που έλειπε από την εποχή. Οι μελαγχολικές μπαλάντες, τα κοράκια που μαθαίνουν στον Ντάμπο να πετάει, οι κουτσομπόλες ελεφάντινές, αποτελούν το αντίδοτο σε μια καθημερινότητα που καλύπτεται από πολεμικά ανακοινωθέντα. Ο Ντίσνεϊ ξαναπαίζει με την ίδια συνταγή. Τώρα ρίχνει στα όνειρα ένα ελαφάκι, τον Μπάμπι που με τα βίας στέκεται στα πόδια του, φωνάζει τις νυφίτσες “Πεταλούδα” και θαυμάζει την σοφία του λαγού. Αποθέωση. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, βλέποντας την απήχηση των ταινιών με τα κινούμενα σχέδια, στρατολογεί στην υπηρεσία της τον δημιουργό. Δίνει παραγγελία. Ένα σμήνος κακών πουλιών ετοιμάζεται να επιτεθεί στις αμερικάνικες ομορφιές, μέχρι που πάνω του πέφτει η βαριά σκιά του περήφανου αητού. Το αποτέλεσμα της μάχης είναι προφανές, παρόλο που περνάει διάφορα στάδια αγωνίας. Ο αητός καθαρίζει τον ουρανό από τους κίτρινους εισβολείς, φτερουγίζει ακοίμητος φρουρός ταγμένος στην προστασία του ελεύθερου κόσμου. Η συμβολισμοί δεν χρειάζονται επεξηγήσεις, Όπως δεν χρειάζονται τα πολλαπλασιαζόμενα τηλεφωνήματα από τον Λευκό Οίκο στην οικία Ντίσνεϊ. Του ζητούν να φτιάξει ταινίες που θα γίνουν πρεσβευτές των ΗΠΑ στη νότια Αμερική και έτσι γεννιούνται “Οι Τρεις Καμπαλέρος” και το“Saludos amigos”. Εδώ υπάρχει μια καταπληκτική σκηνή, η “Ακουαρέλα ντο Μπραζίλ”, στην οποία ένα τσαχπίνικο πινέλο ζωγραφίζει μια πανέμορφη ζούγκλα στο βάθος της οποίας ο παπαγάλος Χοσέ Καριόκα μαθαίνει σάμπα  στον Ντόναλντ.

Η εποχή γενικά προσφέρεται για χορούς. Ο πόλεμος έχει τελειώσει, οι πληγές σιγά-σιγά κλείνουν, όλα μοιάζουν καινούργια. Η μικρή νεράιδα έχει επιστρέψει. Βρήκε τον Ντίσνεϊ  λίγο κουρασμένο και χωρίς πολλές ιδέες, τον άφησε λίγο να χαλαρώσει και μια μέρα του έβαλε κάτω από το μαξιλάρι ένα γνωστό παραμύθι, την “Σταχτοπούτα”. Ο Γουόλτ εκείνο το βράδυ έφτιαξε όλη την ταινία στον ύπνο του, άφησε για άλλη μία φορά την φαντασία του να επέμβει στον κλασικό μύθο, να δημιουργήσει τα ποντικάκια Τσακ και Γκας που γίνονται ουσιαστικοί πρωταγωνιστές. Βέβαια αυτές οι παρεμβάσεις δεν άρεσαν καθόλου στα κοράκια της κριτικής που συνέχιζαν να συγκεντρώνονται έξω από το παράθυρο. Τώρα πια δεν τον έλεγαν τρελό, αλλά ανίκανο. Ο Ντίσνεϊ απαντά με την “Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων” την καλύτερη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Κάρολ. Σε αυτήν, οι ήρωες συναγωνίζονται ποιος θα πρωτοκλέψει την παράσταση, ο ρυθμός είναι φρενήρης, τα γκαγκ συνεχή και πετυχημένα και όλα κλείνουν με την καταπληκτική πορεία των τραπουλόχαρτων, έναν εφιάλτη που θυμίζει Νταλί. 

Τα κοράκια έχουν πια μπει στο σπίτι, απειλούν την καταστρέφουν. Η μικρή νεράιδα αποφασίζει να αναλάβει δράση, να γίνει ίδια πρωταγωνίστρια. Πείθει τον Ντίσνεϊ να ασχοληθεί με τον φίλο της τον Πίτερ Παν, να δείξουν στα παιδιά τις μάχες του με τον Κάπτεν Χουκ και τους κακούς πειρατές, να τους υπενθυμίσει ότι από αυτά εξαρτάται να βρουν την Χώρα του Ποτέ, να τα καλέσει να ζωντανέψουν τον Πίτερ Παν με το χειροκρότημα τους. Τα παιδιά όλων των ηλικιών ανταποκρίνονται στο κάλεσμα, χουζουρεύουν μέσα στις βελούδινες πολυθρόνες των κινηματογράφων, γίνονται Πίτερ Παν που τους κλέβουν τη σκιά, δακρύζουν για την τύχη των χαμένων παιδιών, επευφημούν τον κροκόδειλο που θέλει τον κακό καπετάνιο για μεζέ.

Αρχίζει μια νέα εποχή για τα κινούμενα σχέδια. Νέες μέθοδοι υποκαθιστούν τις παλιές. Η “Ωραία Κοιμωμένη” είναι η τελευταία ταινία που όλα τα καρέ είναι σχεδιασμένα με το χέρι. Την ημέρα που προβλήθηκε, η νεράιδα έφυγε δακρυσμένη απ’ το χειροποίητο σεντούκι που τόσα χρόνια την φιλοξενούσε. Το “Σπαθί στο Βράχο” γνώρισε τους ύμνους των κριτικών, όπως και “Το Βιβλίο της Ζούγκλας”. Το τελευταίο δεν πρόλαβε να το δει ο Ντίσνεϊ. Πέθανε λίγο πριν από την πρεμιέρα του. Η μικρή νεράιδα πήγε στην κηδεία του, αλλά κανείς δεν της έδωσε σημασία. Ήταν όλοι πολύ σοβαροί για να πιστεύουν στα παραμύθια. Έριξε λίγη χρυσόσκονη πάνω τον τάφο και χάθηκε.
Επέστρεψε μετά από πολλά χρόνια. Την προσκαλούσε η φωνή ενός λιονταριού που πανηγύριζε “Nants ingonyama bagithi Baba Sithi uhm ingonyama”…

@oneofusgr

If you're here, you're one of us!