Μία κοινή συνομιλία που έχω με δύο πολύ καλές μου φίλες, γέμισε τις προάλλες με ευχές, καθώς η μία από τις δύο είχε γενέθλια. Μας ευχαρίστησε και μας υποσχέθηκε ότι όταν ανοίξουν τα μπαρ θα γιορτάσουμε τα γενέθλιά της “πίνοντας μέχρι τελικής πτώσης”. Τότε η άλλη φίλη απάντησε “Φοβάμαι πως με τέτοια αποτοξίνωση που έχω κάνει η τελικη πτώση θα ‘ναι σίγουρη”. 

Λίγες μέρες μετά εξομολογούμουν σε μία φίλη με ένα ηχητικό μήνυμα στο Messenger ότι ξύπνησα με hangover μετά από 4 μπύρες και μάλιστα κουτάκια 330ml, ενώ σε μία τυπική μου έξοδο προ πανδημίας αποκλείεται να κατανάλωνα κάτω από 3 μπουκάλια των 500ml. Η απάντηση ήρθε κι αυτή με ηχητικό μήνυμα στο οποίο μου έλεγε πως κι εκείνη ξύπνησε χάλια αφότου κατανάλωσε λίγο παραπάνω από μισό μπουκάλι κρασί – και όπως διευκρίνισε καλό – και όχι από εκείνα που έχοντας πιει μια γουλιά ξυπνάς ούτως ή άλλως με τρια κεφάλια. Σημαντική σημείωση, όλες οι παραπάνω είμαστε γεροί πότες και (δυστυχώς ή ευτυχώς) όχι από εκείνους τους ανθρώπους που έρχονται στο κέφι με ένα ποτηράκι.

Η μειωμένη πλέον ανοχή μας στο αλκοόλ είναι ένα θέμα που απασχολεί και επανέρχεται συχνά στις συζητήσεις με τις φίλες μου, μαζί με memes που το σχολιάζουν περιπεκτικά, όπως ένα από τη σελίδα Ancient Memes που στάλθηκε σε μία από τις παραπάνω συνομιλίες. Θα αντέχουμε να πιούμε όπως πριν όταν επιτέλους επιστρέψουμε στα μπαρ; Οι νύχτες που ξεκινούσαν το απόγευμα μετά τη δουλειά για μια χαλαρή μπύρα και κατέληγαν τις πρώτες πρωινές ώρες σε κάποιο after μοιάζουν πλέον βγαλμένες από σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Σκεφτόμαστε ουίσκι και μας πιάνει αναγούλα, ενώ μέχρι πρότινος ανυπομονούσαμε να γιορτάσουμε τον ερχομό του χειμώνα με παραπάνω από ένα ποτήρια από το αγαπημένο μας malt σε κάποιο μπαρ. Η μυρωδιά και μόνο του τζιν τόνικ μας ζαλίζει. Ποιες είναι λοιπόν οι συνέπειες της πανδημίας στη σχέση μας με το αλκοόλ;

Σύμφωνα με έρευνες, κατά την πρώτη φάση της πανδημίας η κατανάλωση αλκοόλ αυξήθηκε. Έρευνα της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου του Τέξας που δημοσιεύτηκε στο “American Journal of Drug and Alcohol Abuse” έδειξε πώς σε σχεδόν 2.000 άτομα άνω των 18 ετών, με μέση ηλικία τα 42 έτη, το 32% κατέφυγε στο αλκοόλ εν μέσω πανδημίας. Υπολογίστηκε μάλιστα ότι κάθε εβδομάδα παράτασης ενός lockdown αυξάνει κατά 19% τον κίνδυνο υπερκατανάλωσης αλκοόλ.

Οι γυναίκες μάλιστα αποδείχθηκαν πιο ευάλωτες όπως αποδεικνύουν και οι παρακάτω έρευνες. Το βρετανικό περιοδικό Women’s Health διεξήγαγε μια έρευνα ανάμεσα στις αναγνώστριες του, σύμφωνα με την οποία το 33% εξ αυτών αύξησε την κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών κατά την διάρκεια της πρώτης καραντίνας. Παρόμοια αποτελέσματα είχε ανάλογη έρευνα που διεξήγαγε το Covid-19 Mental Health Survey στην Αυστραλία που κατέδειξε ότι από το ποσοστό των ανθρώπων που αύξησαν την κατανάλωση αλκοόλ κατά την διάρκεια του lockdown του Απριλίου, 31.8% ήταν γυναίκες, ενώ 22.5% ήταν άνδρες. Τέλος, όσον αφορά την Ελλάδα, σύμφωνα με τον υπεύθυνο του Τομέα Έρευνας του ΚΕΘΕΑ, Γεράσιμος Παπαναστασάτο, η αύξηση της πώλησης προϊόντων αλκοόλης την περασμένη χρονιά ήταν της τάξης του 85% σε σχέση με το 2019.

Παρόλα αυτά, ένα εξίσου μεγάλο ποσοστό ανθρώπων καταναλώνει πολύ λιγότερες ποσότητες αλκοόλ κατά τη διάρκεια του lockdown. Το αλκοόλ (όταν καταναλώνεται υπεύθυνα) θέλει παρέα. Κάτι που αποθαρρύνει πολύ κόσμο από το να πιει στο σπίτι είναι το γεγονός ότι είναι μόνος. Τα online party ή οι μαζώξεις μέσω διάφορων apps για διαδικτυακό ποτάκι ανήκουν στα trends του πρώτου lockdown που έχουν πλέον εκλείψει, όπως επίσης και η κατανάλωση πιο σκληρών ποτών ή η παρασκευή κοκτέιλ. Στην αρχή της πανδημίας την είδαμε όλοι λίγο επίδοξοι bartenders και πειραματιστήκαμε φτιάχνοντας τα αγαπημένα μας κοκτέιλ στο σπίτι. Ωστόσο, η ψυχολογική εξάντληση που έχει επιφέρει η κατάσταση, μας έχει απομακρύνει και από αυτή την τάση. Αν θέλει κανείς να καταναλώσει αλκοόλ το πιθανότερο είναι πως θα προτιμήσει να το κάνει εύκολα και γρήγορα, χωρίς να γκουγκλάρει συνταγές και να αναζητά υλικά που δεν έχει απαραίτητα στο ντουλάπι του, συνεπώς η μπύρα και το κρασί είναι οι πιο δημοφιλείς επιλογές. 

Όσοι από εμάς δεν το ντρέπονται γενικά το αλκοόλ στις εξόδους τους, παρατηρούμε ότι δεν μπορούμε να πιουμε όπως πριν. Η εξήγηση είναι απλή. Η κοινωνική μας ζωή είχε επιφέρει στον οργανισμό μας ανοχή στο αλκοόλ. Τα afterwork Apperols, τα free κρασιά στα εγκαίνια μιας έκθεσης, οι μπύρες με το μεζεδάκι και τα σοβαρά ποτά τα Παρασκευοσάββατα στα μπαρ, άφηναν λίγες μέρες “νηστείας” μέσα στη βδομάδα. Τώρα που όλα αυτά έχουν εκλείψει είναι πια περισσότερες οι μέρες της εβδομάδας που δεν πίνουμε και έχουν γίνει special occasions οι μέρες που επιβραβεύσουμε τον εαυτό μας με ένα καλό μπουκάλι κρασί ή που θα πιούμε μερικές μπύρες. Εφόσον λοιπόν οι συνήθειές μας άλλαξαν μια μικρότερη ποσότητα αλκοόλ, μας επηρεάζει πολύ περισσότερο από ό,τι πριν. Μπορεί λοιπόν να πιούμε το ίδιο, όπως όταν βγαίναμε έξω, όμως θα μεθύσουμε πιο γρήγορα. Επίσης υπάρχει μία ακόμη εκδοχή. Μπορεί ασυναίσθητα να πίνουμε με μεγαλύτερη ταχύτητα απ’ όση σε ένα μπαρ. Σε μία τυπική νύχτα έξω, θα μιλήσεις, το ποτό σου θα μείνει στη μπάρα και θ’ αρχίσει να ιδρώνει, ενώ στο σπίτι και ιδίως χωρίς παρέα, μπορεί να καταναλώνουμε το ποτό μας πιο γρήγορα κι έτσι η επίδρασή του αλκοόλ στον οργανισμό μας να είναι αμεσότερη. 

Ο Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, Γιάννης Δημακόπουλος εξηγεί περαιτέρω: “Όταν καταναλώνουμε αλκοόλ, ο οργανισμός “συνηθίζει” στις ποσότητες που του δίνουμε και προσαρμόζεται. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν την ανοχή στο αλκοόλ, όπως για παράδειγμα: βάρος, φύλο, ηλικία, το πόσο γρήγορα απορροφά το σώμα μας την τροφή, πόσο φαγητό έχουμε φάει, το είδος και η ποσότητα του αλκοόλ καθώς και  πιθανή φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνουμε. Όμως ο γενικός κανόνας είναι όσο πιο πολύ και συχνά πίνουμε, τόσο αυξάνεται η ανοχή μας στο αλκοόλ και αντίστροφα. Με το άνοιγμα της εστίασης και εφόσον όλο τον τελευταίο χρόνο λόγω μειωμένης κατανάλωσης, έχουμε ξεσυνηθίσει,  οι ποσότητες που παλαιότερα γίνονταν καλά ανεκτές, ενδεχομένως να μην γίνονται πλέον το ίδιο καλά ανεκτές“.

Πίσω στο group chat με τις φίλες μου, κάνει pop – up το εξής μήνυμα: “Να μας ενημερώσουν πριν ανοίξουν όμως για να κάνω προπόνηση (σ.σ. για να αντέξω με παραπάνω από ένα ποτό)”. Αμέσως μου ήρθε στο μυαλό η πλοκή της ταινίας “Druk” όπου 4 καθηγητές αποφασίζουν να κάνουν ένα πείραμα με σκοπό να αποδείξουν μία τη θεωρία ενός ψυχολόγου, του Finn Skårderud, ότι μια λίγο μεγαλύτερη περιεκτικότητα αλκοόλ στο αίμα, σε κάνει πιο δημιουργικό και χαλαρό. Αποφασίζουν να πίνουν σταθερά, διατηρώντας 0.05% ποσότητας αλκοόλ στο αίμα τους καθόλου τη διάρκεια της μέρας, αλλά να σταματούν μετά τις 8 το βράδυ. 

Και επειδή ίσως την απάντηση δεν την έχει κανείς άλλος πέρα από έναν έμπειρο μπάρμαν, ο Βασίλης Σαλτουρίδης, ιδιοκτήτης και head bartender του μπαρ Φάλαινα στην όδο Ασκληπιού στα Εξαρχεία, όταν τον ρωτήσαμε αν θα αντέξουμε όταν και πάλι θα κάτσουμε στην μπάρα του περιμένοντας να μας σερβίρει, είπε: “Το τζιν τόνικ είναι σαν το ποδήλατο. Θα πέσεις μια – δυο φορές στην αρχή, αλλά μετά θα πετάς. Το σφηνάκι είναι σαν κλισέ τσιτάτο, “Δεν έχει σημασία πόσες φορές θα πέσεις αλλα πόσες θα σηκωθείς. Γενικά μην πέφτετε μέσα στα μπαρ παιδιά, άβολο”. Βασίλη ειδικά αυτό το τελευταίο, δεν μπορούμε να στο εγγυηθούμε.