Η Έλενα Ακρίτα είχε την έμπνευση να φωτίσει την διαδρομή σύγχρονων Ελλήνων, γεννήθηκαν τα τηλεοπτικά “Φώτα Πορείας” και όταν στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής απαντούσε ο Μίκης Θεοδωράκης για να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες της φιλοξενίας του, το τελευταίο που περίμενα ήταν η πρόσκληση να συναντηθούμε. Το σπίτι ήταν γνωστό. Το έβλεπα όποτε  κάναμε βόλτες στου Φιλοπάππου. Η μόνη αλλαγή ήταν ότι στην πρόσοψη είχαν γραφτεί συνθήματα με μαύρο σπρέι που απειλούσαν τον ένοικο με κρεμάλες. Το σπίτι αδιαφορούσε για τις απειλές, ορθωνόταν πάνω στην άσφαλτο ψηλό και επιβλητικό, μου φαινόταν ολόιδιος ο Μίκης. Όταν άνοιξε η πόρτα και εκείνος κάθισε μπροστά στο παράθυρο έχοντας δίπλα την Ακρόπολη, βεβαιώθηκα για μία ακόμη ταύτιση.

Η συζήτηση ξεκίνησε από την κοινή μας καταγωγή, τον Τσεσμέ, το όνομα “Ασπασία” που ήταν κοινό σε μητέρες και γιαγιάδες, σύντομα πέρασε στην Σύρο. Θυμήθηκε τα χρόνια που έζησε εκεί με την οικογένεια του, ανέφερε τοποθεσίες και ονόματα, γλύκανε με τις αναμνήσεις που αφορούσαν στην μητέρα του και οι ιστορίες τους άρχισαν να προβάλλονται σαν ταινία που αδιαφορεί για τα ρολόγια. Μία από αυτές διαδραματιζόταν στην περίοδο της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Ο συνθέτης ήταν νεαρός καταζητούμενος, ζούσε στην παρανομία και η μητέρα του δεν νοιαζόταν μόνο για τη ζωή, αλλά και την καθαριότητα του. Μια φορά την εβδομάδα συναντιόντουσαν σε περιφερειακό κινηματογράφο, πρώτος πήγαινε εκείνος και καθόταν σε συγκεκριμένη θέση. Όταν η αίθουσα σκοτείνιαζε, ερχόταν δίπλα η κυρία Ασπασία κρατώντας διπλωμένο ένα φρεσκοπλυμένο με πράσινο σαπούνι πουκάμισο. Ο Μίκης το έπαιρνε, πήγαινε στην τουαλέτα, άλλαζε και επέστρεφε παραδίδοντας το παλιό. Ήταν μια ιεροτελεστία που εκείνος την θεωρούσε πιο σημαντική ακόμη και από τα λίγα λόγια που αντάλλασσαν. Ήταν σα να ξαναγινόταν μέλος της οικογένειας, ένιωθε τις μυρωδιές του σπιτιού, τον περιέβαλε η μητρική αγάπη και προστασία.
Οι περιγραφές του Μίκη ήταν γεμάτες εικόνες, παθιαζόταν, άνοιγε τα χέρια, άλλαζε την ένταση της φωνής του, οι διηγήσεις του έκαναν τον γύρο του κόσμου, συναντούσαν τις προσωπικότητες που σημάδεψαν τον αιώνα, αλλά πάντα γυρνούσε στην Ελλάδα. “Το μόνο που με ένοιαζε και εξακολουθεί να με ενδιαφέρει, είναι η πατρίδα. Την βάζω πάνω από κόμματα και πολιτικούς. Οι πρωτοβουλίες μου μόνο αυτό το σκοπό είχαν και έχουν”.

Θυμάμαι ότι είχε πια βραδιάσει όταν έφευγα σιγοσφυρίζοντας τον “Μικρό Βοριά”. Από τότε, οπότε περνούσα από την οδό Παναιτωλίου, μύριζα το καθαρό πουκάμισο μιας σκοτεινής εποχής. Τα χρόνια πέρασαν πάνω στο σπίτι και τους ανθρώπους του. Άλλαξαν και τα συνθήματα στον τοίχο. Την τελευταία φορά, πάλι τον απειλούσαν με κρεμάλες, είχε αλλάξει μόνο η υπογραφή.