Το όνομά μου είναι Φιλίππα Δημητριάδη, είμαι 31 ετών και είμαι δημοσιογράφος. Αφόρητο κλισέ, αλλά ήξερα ότι ήθελα να γίνω δημοσιογράφος από πολύ μικρή ηλικία. Με θυμάμαι τα απογεύματα να παίρνω ό,τι περιοδικό βρίσκονταν στο σπίτι, ψαλίδια, μαρκαδόρους κι ένα τετράδιο και να δημιουργώ τα δικά μου “περιοδικά” με κολάζ από τις μεγαλεπίβολες εικόνες των διαφημίσεων της δεκαετίας του ‘90 και ευφάνταστες λεζάντες, ατάκες που μπορεί να μην ήξερα τι σημαίνουν ακριβώς, αλλά για να τις λένε “οι μεγάλοι” πάει να πει ότι έχουν νόημα.

Είμαι η μικρότερη από τρία αδέλφια. Σημαντικά μικρότερη. Με τον αδερφό μου μας χωρίζουν 15 χρόνια και με την αδερφή μου 12. Έχουμε τόσο μεγάλη διαφορά καθώς είμαστε ετεροθαλή αδέλφια, πράγμα που σημαίνει ότι τα αδέρφια μου είναι από τον πρώτο γάμο της μαμάς μου κι εγώ από τον δεύτερο. Η οικογένειά μου δεν είχε ποτέ αυτό που λέμε χρήματα. Δεν είχαμε δικό μας σπίτι και μέναμε στο ενοίκιο, κάτι σπάνιο για μια ελληνική οικογένεια εκείνης της δεκαετίας. Η μαμά μου περίμενε να μπει η σύνταξη της γιαγιάς μου, της δικής της μαμάς, για να πληρώσει το φροντιστήριο αγγλικών και να πάρει λάδι. Ακόμη και σήμερα όταν πηγαίνω στο σούπερ μάρκετ για να αγοράσω λάδι νιώθω ένα μικρό σφίξιμο στο στομάχι. Πολλά “ακριβά” προϊόντα έχουν κλειδώσει με αυτόν τον τρόπο στο μυαλό μου. Ως πολυτελή, παρόλο που είναι απαραίτητα. Θα ζοριστούμε για να τα πάρουμε, θα συζητάμε μέρες το πόσο κόστιζαν, θα αγχωθούμε, θα αναζητούμε τις προσφορές, θα περιμένουμε το χαρτζιλίκι από τη γιαγιά. Έχω τα ίδια συναισθήματα για τη φέτα και το κρέας.

Κάπως έτσι έμαθα ακούσια ότι κάποια πράγματα δεν σου αξίζουν αν πρώτα δεν έχεις βασανιστεί αρκετά κι ακόμα και τότε, είχα τρομερές αμφιβολίες για τον αν μου επιτρέπεται να αποκτήσω όσα επιθυμώ ή χρειάζομαι. Έθετα διαρκώς στον εαυτό μου ερωτήματα για το πόσο πραγματική ανάγκη έχω κάτι ή αν είναι απλά ένα “καπρίτσιο” που αν κάνω λίγη υπομονή, θα μου περάσει. Το 2014, κι αφού μόλις είχα εγκαταλείψει την πατρική εστία για να συγκατοικήσω με μία καλή μου φίλη – μιας και δεν το είχα κάνει στα φοιτητικά μου χρόνια, όχι μόνο επειδή δεν έτυχε να περάσω σε κάποια άλλη πόλη, αλλά επειδή ούτως ή άλλως δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα – ο πατέρας μου πέθανε από καρδιά. Κι εκεί που νόμιζα ότι θα απελευθερωνόμουν από τη δεσποτική φιγούρα του φεύγοντας από το σπίτι, μου έκανε τη χάρη, αλλά μου έστησε ταυτόχρονα και την παγίδα να με “απελευθερώσει” με τον θάνατό του.

Ακόμα γελάμε με τη φίλη μου που όταν κρεμάγαμε κάτι αφίσες, που είχα φέρει εγώ στο σαλόνι της, τής πρότεινα να μην τις καρφώσουμε, αλλά να βάλουμε blu tack, γιατί “Δεν ξέρεις ποτέ”. Δύο μήνες μετά, μάζευα ξανά τα πράγματά μου για να πάω και να συγκατοικήσω με τη μητέρα μου. Η σύνταξη χηρείας που θα έπαιρνε υπολογίζονταν γύρω στα 400 ευρώ και θα έκανε μήνες να βγει. Άλλα 400 ευρώ μάς είχε αφήσει ο πατέρας μου σε ένα συρτάρι, τα υπόλοιπα – όπως οφείλει να συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις – ήταν χρέη. Ο δικός μου μισθός τότε ανέρχονταν στα 350 ευρώ, μαύρα, τα οποία έπρεπε να υπενθυμίζω κάθε μήνα στον εργοδότη μου για να τα πάρω. Ο αδερφός μου ήταν άνεργος ήδη κάποια χρόνια και η αδερφή μου έγκυος στο πρώτο της παιδί.

Όταν ήμουν μικρή, έλεγα στ’ αδέρφια μου και στη μαμά μου ότι όταν μεγαλώσω θα βγάλω πολλά λεφτά και θα τους αγοράσω ό,τι ήξερα πως θέλουν πολύ ή ό,τι τέλος πάντων πίστευα ότι θα τους κάνει χαρούμενους. Στον αδερφό μου μία Ducati, την αγαπημένη του μηχανή, στην αδερφή μου ένα αυτοκίνητο Mitsubishi (πρέπει να με διασκέδαζε πολύ ο ήχος της λέξης της συγκεκριμένης αυτοκινητοβιομηχανίας) και στη μαμά μου ένα σπίτι. Ήθελα να τους φροντίσω όλους. Και το έκανα, στα 24 μου, με 350 ευρώ μισθό, πίστεψα πως έγινα εγώ “η μαμά”.

Τα επόμενα χρόνια υπήρξαν καθοριστικά για τον άνθρωπο που είμαι σήμερα. Υπήρξαν μέρες που είχα στο πορτοφόλι μου μονάχα 50 λεπτά και η μαμά μου στο δικό της άλλα 50, που μου αγόραζαν καφέ και καπνό οι φίλες μου μέχρι να πληρωθώ. Ήταν όμως, παρότι σκληρή, μία από τις πιο δημιουργικές και έξαλλες περιόδους της ζωής μου. Όπως κατάλαβα αργότερα, το ένστικτο της επιβίωσης σου ανεβάζει την αδρεναλίνη, σε ντοπάρει. Περιττό να σας περιγράψω τη συντριβή, όταν το high σιγά – σιγά ξεθωριάζει. Μέσα σε αυτή τη φρενίτιδα της επιβίωσης βρέθηκα να κάνω φανταστικά πράγματα. Έδινα κείμενα σε δύο μεγάλα μέσα, έβγαινα, έπινα, χόρευα, ερωτευόμουν, γνώρισα σπάνιους ανθρώπους, που σήμερα μπορώ να αποκαλώ φίλους και οι οποίοι μου έμαθαν απίθανα πράγματα. Χρήματα δεν έβγαλα ποτέ, απλά κάποιες συγκυρίες, κάθε τόσο, βοηθούσαν να έρχονται κάποια στα χέρια μου τη στιγμή που νόμιζα ότι θα κατέρρεαν όλα. Παραπάνω από 300 ευρώ το μήνα πάντως, δύσκολα έβγαζα. Στα capital controls του 2015, δεν έζησα την ούρα στο ATM, πολύ απλά επειδή δεν είχα καν λογαριασμό στην τράπεζα. Την πρώτη μου debit κάρτα την απέκτησα μήνες αργότερα.

Έχοντας αναγκαστεί να “ενηλικιωθώ πρόωρα”, όπως μου είπε κάποια στιγμή ανακουφιστικά η ψυχοθεραπεύτριά μου, δεν καταλάβαινα πολλά από τα πράγματα που μου συνέβαιναν. Σήκωσα πάνω μου το βάρος όλης της οικογένειας. Κανένας άλλος δεν μπορούσε να βοηθήσει οικονομικά τη μαμά μου. Το κάναμε μαζί, μοιραζόμασταν τα έξοδα του σπιτιού σαν φίλες, δεν ήταν όμως λίγες οι φορές που αυτά βάραιναν δυσανάλογα εμένα. Πάντα κάτι έλειπε και η Φιλίππα, που κανείς δεν τη φοβάται “γιατί είναι μαμούνι”, θα έβρισκε τη λύση. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι, όσο κι αν έλεγα ότι ο θάνατος του πατέρα μου δεν με στεναχώρησε, είχα να πενθήσω για πάρα πολλά πράγματα. Περνώντας τα χρόνια και αλλάζοντας διαρκώς δουλειές μέχρι να καταφέρω το ακατόρθωτο, να επιβιώνω δηλαδή κάνοντας αυτό που αγαπώ (κάτι που βέβαια δεν είμαι σίγουρη αν θα μπορέσω ποτέ να πω με ασφάλεια ότι έχω καταφέρει), έγινα εκείνη που βοηθάει. Τη μαμά μου και κατά συνέπεια και τ’ αδέρφια μου, των οποίων οι εμπειρίες και οι αποφάσεις τούς έκαναν λιγότερο “doers” από εμένα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που η μαμά μου μού έλεγε “Είναι σαν να είσαι εσύ μαμά, κι εγώ το παιδί, και δεν ξέρεις πόσο δεν το αντέχω αυτό”.

Δεν ξέρω αν είναι σκληρό, έχει όμως μια αφάνταστη μοναξιά να γίνεσαι εσύ “ο γονιός” με τον τρόπο που έγινα εγώ. Είναι πολλές οι φορές που, αν και ξέρω πως ό,τι κι αν συμβεί θα έχω την ψυχολογική στήριξη της μαμάς μου – που δεν υπάρχει άλλη σαν αυτή στον κόσμο, είναι η πιο αναλγητική και δεν θέλω να σκέφτομαι τι θα κάνω χωρίς τη φωνή της να με ηρεμεί – αντιλαμβάνομαι ότι σε όλα τα υπόλοιπα είμαι μόνη μου. Στην αρχή ένιωθα τρομερά αδικημένη μέσα αυτό. Και σήμερα νιώθω έτσι καμιά φορά, όταν δεν λειτουργούν τα όρια που έχω θέσει, στιγμή όμως δεν σταμάτησα να αγαπώ την μαμά μου, να πιστεύω ότι η αγκαλιά της θα με προστατέψει ακόμα και από πτώση μετεωρίτη, ούτε και να νοιάζομαι για εκείνη και το ευ ζην της. Έμαθα πως η μαμά μου είναι εκείνη που με έφερε στον κόσμο, που με μεγάλωσε, που με διάβασε μέχρι και τις Πανελλήνιες, ενώ έχει βγάλει μονάχα το δημοτικό, που μου έδωσε περίσσευμα αγάπης να ‘χω κι εγώ να δίνω απλόχερα, που στάθηκε κυματοθραύστης ανάμεσα σε μένα και οποιονδήποτε με εμπόδιζε από το να πετύχω τους στόχους μου. Είναι όμως, πέρα και πάνω απ’ όλα αυτά, άνθρωπος και σαν άνθρωπος πήρε αποφάσεις που δεν βγήκαν όπως τις περίμενε. Όμως έζησε.

Νομίζουμε ότι μονάχα οι γονείς είναι κτητικοί προς τα παιδιά τους, αγνοούμε όμως το βάρος με το οποίο επιφορτίζουμε κι εμείς τα παιδιά τους γονείς μας. Όταν κατανοήσουμε ότι είναι κι αυτοί άνθρωποι σαν εμάς, με πάθη και αδυναμίες, ότι κάνουν λάθη και χαζομάρες που δεν βγάζουν νόημα, όλα γίνονται πιο απαλά. Κάτι βαθαίνει στην γονεϊκή αγάπη, μια αγάπη που εξ ορισμού έχει κάποιες πάγιες δυναμικές, δεν είναι ούτε σαν τη φιλική, ούτε σαν την ερωτική και δεν θα γίνει ποτέ. Για αυτό και αμέσως μετά από αυτή τη συνειδητοποίηση, έρχονται τα “όρια”, μια μαγική λέξη που ενώ “φωνάζει” περιορισμό, πραγματικά ελευθερώνει. Στην δική μου περίπτωση έπρεπε να βάλω όρια, να πω όχι, να γίνω αυστηρή, να στεναχωρήσω τη μαμά μου, να την κάνω να κλάψει. Μονάχα έτσι όμως, μέσα από αυτή την κακοτράχαλη διαδρομή στην διάρκεια της οποίας η αγάπη δεν μας εγκατέλειψε ποτέ, καταλάβαμε και οι δύο μας ότι για να γίνω αυτό που προορίζομαι να είμαι, πρέπει να πάψουν τα αυτονόητα. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο επειδή είμαι η κόρη της και είναι η μαμά μου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα βοηθήσω τη μαμά μου όταν έχει ανάγκη, αλλά ότι έχω πάψει να είμαι η πρώτη και άρα εύκολη επιλογή για αυτό. Ότι αυτό που έχει προτεραιότητα, όπως είχε πάντα, είναι η ζωή μου, οι δικές μου αποφάσεις, τα δικά μου ρίσκα και τα δικά μου λάθη. Αν κοιτάω διαρκώς πίσω, εκεί που βρίσκεται εκ των πραγμάτων όχι μόνο η μαμά μου, αλλά κάθε μαμά, δεν θα τα κάνω ποτέ.

“Είναι σαν να είσαι εσύ μαμά, κι εγώ το παιδί”, μου είπε η μαμά μου όταν μέχρι και πολύ πρόσφατα την στήριξα ξανά οικονομικά. Δεν είμαι “η μαμά”. Δεν έγινα ποτέ. Μπορεί οι ισορροπίες να ανατράπηκαν, μπορεί να είναι το σύνηθες οι γονείς να βοηθούν τα παιδιά τους κι όχι το ανάποδο, μπορεί να πέρασα δύσκολα σε μία ηλικία που οι περισσότεροι βιώνουν μες την ανεμελιά, “μαμά” όμως δεν είναι τα έξτρα 50 ευρώ που θα σε βοηθήσουν να βγάλεις το μήνα. Δεν έγινα η “μαμά” της μαμάς μου. Η μαμά μου ήταν είναι και θα είναι η μαμά της οικογένειας μας, μια μαμά που κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να στηρίξει τα παιδιά της, που τα δέχεται όλα, τις γκρίνιες μας, τον θυμό μας, την πίκρα μας για το παρελθόν, τα παράπονά μας και περήφανη μας καμαρώνει για τους ανθρώπους που έχουμε γίνει. Και έχουμε γίνει αυτοί ακριβώς οι άνθρωποι, επειδή είχαμε εκείνη. Είμαι ένα παιδί που λατρεύει τη μαμά του, απλά μεγάλωσα, όπως λένε, “λίγο απότομα”.