Εμένα μου είχε δείξει ένας το πουλί του αλλά δεν ήταν με καπαρντίνα, σε πάρκο κακόφημης γειτονιάς. Καθόταν στη θέση του οδηγού σε σταθμευμένο αμάξι και είχε απλώς το φερμουάρ του παντελονιού του κατεβασμένο, κι όλα αυτά στα βόρεια προάστια της Αθήνας. Πρέπει να ήμουν 11-12 χρονών, περπατούσα με μία φίλη και νομίσαμε πως ήθελε να μας ζητήσει οδηγίες, ενώ αυτός μάλλον πνιγόταν από ανασφάλεια ο δόλιος και ήθελε απλώς να μας δείξει το πέος του ρωτώντας με βαθιά φωνή “σ’αρέσει;”. Δεν έχω ιδέα πως και γιατί ένας ενήλικος άνθρωπος εμπιστεύεται το κριτήριο ενός έφηβου κοριτσιού για μία τόσο σημαντική ερώτηση. Να σημειώσω δε, ότι πάντα μικροέδειχνα. Στα 28 μού έχουν ζητήσει ταυτότητα σε κλαμπ, και μαζί με το δίπλωμα οδήγησής μου και την περηφάνια μου, τους έδειξα το πόδι της χήνας που είχε αρχίσει να αχνοφαίνεται στην άκρη του ματιού μου.

Κι έχω δεχτεί σεξουαλική επίθεση, όχι πισώπλατα, σε κάποιο σκοτεινό σοκάκι πίσω από σταθμό τρένου, αλλά την ώρα που φασωνώμουν με πάθος. Ενημερωτικά, είναι άλλο να φασώνεσαι με πάθος, και άλλο να φασώνεις επιθετικά και να γίνεσαι σεξουαλικά επιθετικ@. Και είναι πιθανό αυτά τα δύο να διαδεχθούν το ένα το άλλο μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, με τον ίδιο παρτενέρ. Been there. Και ο επιτιθέμενος δεν ήταν δύο μέτρα και γυμναστηριακός, αλλά τσιλιβίθρα, ένα κι ένα μίλκο με τα χέρια στην ανάταση, αλλά με είχε πλακώσει και με είχε ακινητοποιήσει όπως τον Ρος οι βρετανοί  φίλοι της Έμιλυ στο επεισόδιο με το ράγκμπυ. Κι ΕΤΥΧΕ να μην παραλύσω από τον φόβο και την ταπείνωση και να καταφέρω να απεγκλωβιστώ και να φύγω χωρίς συζήτηση. Έτυχε.

Κι έχω περάσει σεζόν ολόκληρη να δουλεύω σερβιτόρα σε μπαρ και όλη η πελατεία να θεωρεί τον κώλο μου δημόσιο αγαθό κι εγώ να μην μπορώ να αντιδράσω γιατί ήταν τόσο στενά μέσα στο μαγαζί που φοβόμουν μήπως φωνάξω στον λάθος άνθρωπο και προσβάλω κάποιον αδίκως και γίνω ρεντίκολο και με πουν πουριτανή.

Που αντέδρασα.

Επειδή μου πιάσαν τον κώλο.

ΜΟΥ.

Με 274 ποτήρια στα χέρια.

Χωρίς να μπορώ να αντιδράσω.

Και το ίδιο καλοκαίρι, ενώ ανέβαινα μία ανηφόρα ολομόναχη καταμεσήμερο που όλοι ήταν παραλία, ένας τύπος μου σφύριξε μέσα από το αμάξι του “πσσσς κωλάρααα να έφτανε το χέρι μου να στον πιάσω λίγο” και με απείλησε με τιμωρητικό σεξ λίγα δευτερόλεπτα μετά κι αφού του απάντησα “ΜΟΝΟ άμα θέλεις να στο κόψω”. Είχα πλακωθεί στη γιόγκα και στο κολύμπι εκείνο το καλοκαίρι και ήταν τούμπανο ο κώλος μου. Ο ΔΙΚΟΣ μου κώλος. Που δεν έχει δικαίωμα να αγγίζει κανείς χωρίς την άδειά μου. Αλλά περίμενε να του πω κι ευχαριστώ μάλλον που δεν μου τον έπιασε, μοναχά εξέφρασε αυτή του την πρόθεση. Αχάριστη.

Και ένας γέρος μου έχει προσφέρει χρήματα, “έως και 500 ευρώ έδινα για ένα βράδυ μαζί σου”, ραμολιμέντο 150 χρονών, άμα του έκανα φου, θα έπεφτε. Ήταν μέσα σε αμάξι ενώ εγώ πεζή σε απότομο μονοπάτι που αν στραβοπατούσα, θα κατρακυλούσα ολόκληρη πλαγιά κι αν στο τέλος την γλίτωνα, θα βουτούσα κατευθείαν στη θάλασσα. Επέμενε για αρκετή ώρα, χωρίς να μου διευκρινίσει τι ακριβώς εννοούσε ενώ σταδιακά έγινε όλο και πιο προσβλητικός. Μπορεί απλά να έψαχνε παρέα για ουισκάρες, αλλά ομολογουμένως αισθάνθηκα απειλή και στιγμιαία κάποια ντροπή και λίγες ενοχές για το σκισμένο και αποκαλυπτικό μου σορτσάκι. Κι αφού ανασυγκροτήθηκα και αποφάσισα πως ούτε ντύσιμο θα αλλάξω αλλά κι αυτός ούτε με το αμάξι μπορεί να με χτυπήσει, ούτε τον συμφέρει να με σπρώξει στην πλαγιά, αν με κυνηγήσει τον νικάω στο τρέξιμο αποκλειστικά και μόνο λόγω κράσης και για σεξουαλική επίθεση ούτε λόγος, έχει να του σηκωθεί από το πραξικόπημα του ‘67, τον άφησα να λιγουρεύεται και συνέχισα να περπατώ προς την αντίθετη από εκείνον κατεύθυνση. Ολομόναχη και σαφώς σοκαρισμένη.

Κι ένα αφεντικό μου που μου είχε κολλήσει περίπου 4,5 ένσημα στα 4 χρόνια σερβιρίσματος που του αφιέρωσα (στηλοβάτης της εργατικής πάλης, έχω κάνει κι εγώ λαθάρες…), μου είπε μία μέρα που κυκλοφορούσε το ΙΚΑ “λοιπόν, αν γίνει έλεγχος, θα σου ρίξω ένα γλωσσόφιλο και θα κάνουμε πως είσαι γκόμενά μου”. ΝΑΙ ρε, πως δεν το είχαμε σκεφτεί νωρίτερα να τους φωνάξουμε, να εκδηλωθεί επιτέλους αυτός ο τόσο καλά κρυμμένος έρως;

Κι ένας συνάδελφος σε εστιατόριο του εξωτερικού, πάνω σε μία σχετική συζήτηση που γινόταν ανάμεσα στους άντρες της κουζίνας, αποφάσισε να με κάνει include μωρέ και με ρώτησε αν κάνω σεξ. Κι εγώ ο εξυπνάκιας, αντί να του απαντήσω “κομμένη, δε σου πέφτει λόγος”, έκανα την άνετη και του απάντησα με ένα απασχολημένο “ενίοτε”. Και όλο το υπόλοιπο βράδυ, όλοι οι άντρες της κουζίνας με κοιτούσαν και με έγδυναν με τα βλέμματά τους. Ξέρετε ποιο βλέμμα λέω. Του λιγούρη. Που είναι σαν να κουβαλάει στην πλάτη του 400 χρόνια σεξουαλικής στέρησης. Που σε κοιτάει και θέλεις να βάλεις παλτό κι ας έχει καύσωνα.

Και στην ίδια κουζίνα, ένα βράδυ ο σεφ είχε νεύρα κι αποφάσισε πως εγώ ήμουν ο σάκος του μποξ του για τη βάρδια και δώστου να κλείνει την πόρτα και με τα χέρια μου γεμάτα πιάτα να μην μπορώ να ανοίξω και δώστου να ωρύεται ότι καθυστερώ και κρυώνουν τα πιάτα, κι όλα αυτά ενώ έπρεπε να εμφανίζομαι στους πελάτες όλο κέφι, μπρίο και νάζι γιατί “οι σερβιτόρ@ είναι η βιτρίνα του μαγαζιού”. Loud το θέαμα κι η showbiz, αλλά στην εστίαση να δείτε έκτροπα, που δεν μπορούν να κάνουν σαματά.

Κι ένα άλλο αφεντικό μου, σε ερευνητικό εργαστήριο ούρλιαζε κάθε μέρα, όλη μέρα στο τηλέφωνο, στη γυναίκα του, σε υπηρεσίες, σε όποιον βρισκόταν στην άλλη άκρη του ακουστικού. Ούρλιαζε. Εμμονικά. Όλη. Μέρα. Στο τέλος, πήγα διακοπές με τις φίλες μου και δεν σταμάτησα να ουρλιάζω. Ευτυχώς, είμαστε καλές φίλες και για κάποιο λόγο με αγαπάνε και αντί να με κάνουν πέρα μου είπαν ‘είσαι μαλάκας, σταμάτα ΤΩΡΑ’. Εγώ θα με είχα κάνει πέρα. Και σε ένα άλλο ερευνητικό εργαστήριο, που έκανα την διπλωματική μου και ταυτόχρονα έψαχνα για PhD, ο επικεφαλής, μεταξύ άλλων, μία μέρα μου είπε ‘μα καλά, τίποτα δε σας μαθαίνουν;’ επειδή δεν ήξερα να απαντήσω σε μία ερώτηση που ούτε ο ίδιος ήξερε να απαντήσει, ενώ μόλις είχα πάρει το μάστερ μου και χωρίς να είμαι ειδήμων. Ενώ εκείνος ήταν. Και ο επικεφαλής του μάστερ μου με προσέβαλε στην παρουσίαση της διπλωματικής μου, λέγοντας ότι δεν κατάφερε να παρακολουθήσει γιατί δε μιλάω καλά τη γλώσσα. Ξεφτιλίστηκε ο δόλιος, και μια χαρά τη μιλούσα και είμαι και καλή στις παρουσιάσεις, οπότε οι υπόλοιποι ακροατές τον διέψευσαν αυτοστιγμεί. Και σε ένα άλλο εργαστήριο, όλα πηγαίνουν πολύ καλά ευτυχώς και είναι όλοι φουλ ευγενικοί και βοηθητικοί. Σε αυτούς να εστιάζουμε και με αυτούς να πορευόμαστε, υπάρχουν και είναι πλειοψηφία. Απλώς, οι άλλοι κάνουν φασαρία και τραβάνε την προσοχή. Ας τους απομονώσουμε.

Ξεκίνησα να γράφω για τη σεξουαλική παρενόχληση κι έφτασα στην επαγγελματική υποτίμηση και τα τοξικά περιβάλλοντα στους επαγγελματικούς χώρους της εστίασης και της έρευνας που άπτονται των εμπειριών μου. Αυτά ήταν μόνο κάποια από τα περιστατικά που έχουν συμβεί σε έναν μόνο άνθρωπο, χωρίς καν να πιάσω το ενδοοικογενειακό και ενδοσχολικό φάσμα.

Όμως το φύλο, η κοινωνική τάξη και η φυλή ήταν ανέκαθεν αφορμές για κάθε είδους καταπίεση και εκμετάλλευση, μαζί με την ηλικία, τη ρώμη, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ιεραρχική ανωτερότητα και ένα σωρό άλλα χαρακτηριστικά, εφήμερα ή διαχρονικά που δεν πάει καν το μυαλό μου αυτή τη στιγμή. Εγώ είχα για συμμάχους άλλοτε το χιούμορ κι άλλοτε την ψυχραιμία, και σίγουρα την οικογενειακή στήριξη και την εθνικότητά μου. Αλλά έτυχε. Δεν ήμουν υποχρεωμένη. Υποχρεωμένος ήταν ο παιδόφιλος επιδειξίας να τα κρατήσει μέσα στο παντελόνι του. Υποχρεωμένος ήταν ο φασωματίας να με αφουγκραστεί. Υποχρεωμένοι είναι οι πελάτες σε χώρους εστίασης να μην συμπεριφέρονται στο προσωπικό σαν να είναι είλωτες ή ιερόδουλες σε κάποιο προ Χριστού καφενείο. Υποχρεωμένα είναι τα αφεντικά να βρουν τρόπο να ασφαλίζουν και τον τελευταίο sans papier μετανάστη και να του απευθύνονται με τον ίδιο σεβασμό που απαιτούν από εκείνον (παντού κολλάει λίγος αντιφασισμός). Και πάει λέγοντας.

Είπα σε έναν φίλο “έχω μία φοβία, ότι θα μου στείλει κανένας γνωστός λινκ από PornHub που πρωταγωνιστώ, επειδή κάποιος, κάποτε ενδεχομένως να είχε ανοίξει την κάμερα εν αγνοία μου”. Ο γλυκός μου, μου απάντησε το αυτονόητο “μα καλά, με πόσους μαλάκες έχεις πάει;”. Γιατί υπάρχουμε κι εμείς και οι φούσκες μας, αυτοί που περνάνε το φίλτρο μας, που δεν είμαστε τελείως μαλάκες. Βέβαια, μπορεί να γίνουμε καμιά φορά, η καταχρηστική συμπεριφορά κι αυτή ανθρώπινη είναι όταν δεν είναι καταστροφική και δεν είναι μονοπώλιο στερεοτυπικών αρχετύπων σαν τον κύριο με την καπαρντίνα ή τον φουσκωτό που χρειάζεται ‘ξεφόρτωμα’ καθημερινά. Αλλά αντί να στελνουμε εξώδικα για δήθεν δυσφήμηση, ζητάμε συγνώμη, αποδεχόμαστε πού σφάλαμε, συζητάμε και φροντίζουμε εκείν@ που πληγώσαμε