Τα καλοκαίρια, ενώ ο φυσιολογικός κόσμος κάνει διακοπές, η δική μας οικογένεια δουλεύει νυχθημερόν στην Διεθνή Ομάδα Ανακάλυψης Δολοφόνων (ΔΟΑΔ). Προκειμένου να εξιχνιάσουμε ειδεχθή εγκλήματα, έχουμε ανακαλύψει ίχνη αίματος καθώς χιονίζει στην παγωμένη λίμνη Rossvatnet, κάναμε φύλλο και φτερό την κλινάμαξα του Καλαί, χαθήκαμε στα σικελικά βουνά μέχρι να ανακαλύψουμε την αιματοβαμμένη Vigata, υποπτευθήκαμε Aμερικανούς κηπουρούς, μπήκαμε σε κακόφημα μπαρ ενώ μας αποχαιρετούσε το σουηδικό μεσοκαλόκαιρο και πολλά άλλα που υπάρχουν στα μυθιστορήματα.

Τον τελευταίο καιρό κουραστήκαμε από τις μετακινήσεις, η αλήθεια είναι ότι βαρεθήκαμε και τις χιονοθύελλες. Αποφασίσαμε λοιπόν να ταξιδέψουμε στην Ελλάδα. Το εισιτήριο το βγάλαμε στο αγαπημένο μας βιβλιοπωλείο. Προορισμός μας η Νήσος, καλεσμένοι σε ένα πάρτι που έχει θέα την ταραγμένη θάλασσα και μουσική υπόκρουση για τουρίστες. Εκεί γνωρίσαμε τον συγγραφέα Χρήστο Μαρκογιαννάκη. Καθώς μιλούσαμε για την Criminalart, δηλαδή το συνδυασμό τέχνης και εγκλήματος, τις σπουδές του στην εγκληματολογία και τη ζωή του στη Γαλλία, όπου βραβεύτηκε με το Γαλλικό Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας, εμφανίστηκε η κόρη της οικοδέσποινας. Πάνω στις άσπρες πλάκες άφηνε κάτι ανησυχητικά κατακόκκινες κηλίδες και ξαφνικά όλα σταμάτησαν. Ήταν η ώρα να αναλάβει δράση ο αστυνόμος Χριστόφορος Μάρκου.
Με αυτόν και τον Χρήστο Μαρκογιαννάκη θα περάσουμε τα επόμενα καλοκαίρια.

Θυμάστε ποια είναι η πρώτη αστυνομική ιστορία που διαβάσατε και βρήκατε τον δολοφόνο πολύ πριν τον αποκαλύψει ο συγγραφέας;

Ήταν ένα βιβλίο της Agatha Christie, το The Sittaford Mystery, ένα από τα πρώτα της που είχα διαβάσει. Αυτό φυσικά δεν μείωσε σε τίποτα την απόλαυση της ανάγνωσης. Ακόμα και σήμερα, με την εμπειρία που έχω ως φανατικός αναγνώστης αλλά κι ως συγγραφέας whodunit, προτιμώ ένα καλογραμμένο μυστήριο, με ανάπτυξη χαρακτήρων, που μου παρέχει όλα τα στοιχεία, έστω και με τρόπο παραπλανητικό, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα ανακαλύψω νωρίς τον δράστη, παρά ένα αστυνομικό γεμάτο άκυρες ανατροπές που δεν στηρίζονται σε στοιχεία και που αποσκοπούν μόνο στο να προκαλέσουν αίσθηση. Το να αποκαλύπτεται ο δολοφόνος στο τέλος, απ’ το πουθενά, χωρίς λογική επαγωγή θεωρώ πως αποτελεί προσβολή για τον αναγνώστη.

Ο κεντρικός σας ήρωας είναι Έλληνας αστυνομικός, ο γνωστός πλέον από τις επιτυχίες του Χριστόφορος Μάρκου. Ποιο είναι το γενεαλογικό του δέντρο; Ποιοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν γονείς ή κοντινοί συγγενείς του;

Κυριολεκτικά οι γονείς του Μάρκου είναι ένα μεσοαστικό ζευγάρι της επαρχίας, που θα προτιμούσαν ο γιος τους να γίνει λογιστής, όπως ο πατέρας του, παρά αστυνόμος.   Μεταφορικά, ο Μάρκου ως αστυνόμος είναι γέννημα-θρέμμα των αναγνωσμάτων του, των βιβλίων αστυνομικής λογοτεχνίας που δίνουν μια προσωπική νότα στο κατά τα άλλα απρόσωπο διαμέρισμά του, τα ίδια βιβλία με τα οποία μεγάλωσα και συνεχίζω να απολαμβάνω κι εγώ.

Αν έπρεπε, τέλος, να του δώσουμε ένα λογοτεχνικό γενεαλογικό δέντρο, θα έλεγα πως είναι παιδί της Agatha Christie και του Georges Simenon, με θεία απ’ το χωριό την P.D. James, και ξάδερφο τον Anthony Horowitz. Νονό θα είχε τον Πουαρό, δάσκαλο τον Μαιγκρέ κι αγαπημένο θείο τον Χαρίτο (και γκουβερνάντα για να του τραγουδάει νανουρίσματα την Κάλλας). Ο Μάρκου όμως είναι μονήρης, κι έτσι εμπνέεται μεν, αλλά δεν αντιγράφει την “οικογένειά” του, και με τον χρόνο —και με κάθε βιβλίο— που περνάει απογαλακτίζεται.

Ένας αδέκαστος, παρατηρητικός, έξυπνος και με κοινωνικές ευαισθησίες Έλληνας αστυνομικός. Θέλει παραπάνω συγγραφική προσπάθεια για να πειστεί ο αναγνώστης ότι υπάρχει τέτοιος ήρωας;

Εφόσον όλοι μας ως αναγνώστες έχουμε δεχτεί κι αγκαλιάσει λογοτεχνικούς πρωταγωνιστές πολύ πιο ακραίους, από ιδιοφυείς, αυτοκαταστροφικούς βιρτουόζους του βιολιού ντετέκτιβ, έως “καταραμένους”, βυθισμένους στο αλκοόλ και με όσα οικογενειακά προβλήματα μπορεί κάποιος να φανταστεί αστυνόμους, νομίζω ο Μάρκου είναι πιο καθημερινός και οικείος. Ο ίδιος κάποια στιγμή σκέφτεται πως δεν θα μπορούσε να είναι πρωταγωνιστής αστυνομικού βιβλίου, γιατί του λείπουν τα εξτρίμ χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών των δικών του αναγνωσμάτων. Τα χαρακτηριστικά αυτά, σε συνδυασμό με τον μάλλον μονόχνοτο, αλλά δίκαιο χαρακτήρα του, την έλλειψη κοινωνικών σχέσεων και την πλήρη αφοσίωση στη δουλειά του, τον κάνουν πιο ανθρώπινο, και συμπαθή στους αναγνώστες. Τουλάχιστον αυτό ακούω.

Η τοποθέτηση των ιστοριών σας στην Ελλάδα ευνοεί ή κάνει πιο δύσκολη την επιτυχία τους στο εξωτερικό;

Η ελληνικότητα των περιπετειών του Μάρκου, ο τόπος δράσης, οι ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας, κατά και μετά την κρίση, οι συχνά σουρεαλιστικές συνθήκες της εδώ πραγματικότητας, σαφώς κι έχουν βοηθήσει την επιτυχημένη πορεία τους στο εξωτερικό. Να υπογραμμίσω ωστόσο ότι δεν δημιουργώ καρτ ποστάλ απεικονίσεις και δεν αναλώνομαι σε αναπαραγωγή τουριστικών στερεοτύπων. Λέω πάντα στα φεστιβάλ βιβλίου που περνάω τον χρόνο μου στη Γαλλία, σε συνεντεύξεις κι ομιλίες, πως αν κάποιοι αναγνώστες περιμένουν “ήλιο, θάλασσα, σουβλάκι, συρτάκι, Ακρόπολη ή τουριστικούς οδηγούς για την Αθήνα και τα νησιά”, τα βιβλία μου δεν θα τους ικανοποιήσουν.

Αντίστοιχα, στα δοκιμιακά, criminartistic βιβλία μου για την αισθητική του εγκλήματος, που αναμειγνύουν την ανθρωποκτονία με την τέχνη, η ελληνική μυθολογία και οι τραγωδίες είναι πανταχού παρούσες, μέσω της απεικόνισης μυθικών δολοφονιών που εμπνέουν καλλιτέχνες για αιώνες.

 Ένα γεγονός της επικαιρότητας που προκύπτει ενώ γράφετε την ιστορία σας μπορεί να την οδηγήσει σε άλλο δρόμο από τον προσχεδιασμένο;

Όταν πληκτρολογώ την πρώτη λέξη, έχω ήδη στο μυαλό μου τον προορισμό, δηλαδή το ποιος και το γιατί, τον δολοφόνο και το κίνητρο. Ό,τι κι αν γίνει λοιπόν, ξέρω το τέλος του βιβλίου. Αυτό φυσικά μου αφήνει περιθώριο κι ελευθερία κινήσεων στη διαδρομή προς την κατάληξη. Η επικαιρότητα αυτή καθαυτή, ωστόσο, με επηρεάζει ελάχιστα, συνειδητά τουλάχιστον. Προτιμώ να βλέπω τα πράγματα με απόσταση —χρονική και χιλιομετρική—, να τα φιλτράρω με κριτήριο τη διαχρονικότητα. Άλλωστε το έγκλημα, η ψυχολογία και τα κίνητρά του (που είναι ο πυρήνας των βιβλίων μου) είναι πάντα τα ίδια, όσοι αιώνες κι αν περάσουν, όσο κι αν εξελιχθεί η κοινωνία, η τεχνολογία, ή οι μέθοδοι αντιμετώπισής του. Προσπαθώ, λοιπόν, ό,τι γράφω να είναι επίκαιρο, σε 15, 20 ή 100 χρόνια, ανεξαρτήτως της εκάστοτε ειδησεογραφικής επικαιρότητας.

Όταν διαβάζετε ένα παλιό σας μυθιστόρημα, έχετε την χαρά του αναγνώστη;

Όταν ξαναδιαβάζω τα παλαιότερα βιβλία μου, μαζί με τη χαρά του αναγνώστη έχω και την κριτική ματιά του δημιουργού που με το πέρασμα του χρόνου έχει ωριμάσει και εξελιχθεί. Βλέπω λάθη, αστοχίες, αφέλειες, όσο μικρά κι αν είναι, και μαστιγώνω τον εαυτό μου με «αυτό έπρεπε να το γράψω αλλιώς». Αυτό αφορά ωστόσο μόνο στη φόρμα, όχι στην πλοκή. Χαίρομαι, λοιπόν, που μου δίνεται κατά καιρούς η ευκαιρία να βελτιώσω βιβλία που έχω ήδη εκδώσει, είτε μέσω της μετάφρασής τους στα γαλλικά ή τα αγγλικά, είτε με αφορμή την επανακυκλοφορία παλαιότερων βιβλίων, όπως θα γίνει σύντομα με τις δύο πρώτες έρευνες του αστυνόμου Μάρκου που θα επανεκδοθούν απ’ τον ΜΙΝΩΑ.

 Έχει τύχει να βρεθείτε πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον που τυχαία διαβάζει βιβλία σας; Ανταποκρίνεται στην εικόνα που έχετε για τους αναγνώστες σας;

Μου έχει συμβεί αρκετές φορές στο Παρίσι, στο μετρό, σε κάποιο πάρκο ή καφέ, είτε με τα αστυνομικά είτε με τα criminartistic βιβλία. Και κάθε φορά —επειδή μου αρέσει να πιάνω κουβέντα— διαπιστώνω πως πρόκειται για άλλο στιλ, ηλικία κ.ο.κ, από μαθητές έως ηλικιωμένες κυρίες, από λάτρεις της τέχνης ή της Ελλάδας έως φανατικούς της αστυνομικής λογοτεχνίας. Το ενδιαφέρον για το έγκλημα και τα βιβλία που ασχολούνται μ’ αυτό δεν έχει έναν μόνο τύπο αναγνώστη, είναι μάλλον γενικευμένο.

Οι δύο πιο χαρακτηριστικές εμπειρίες, είναι οι εξής: σε διπλανό τραπέζι σε καφέ, μια κυρία διαβάζει ένα από τα αστυνομικά μου. Τη ρωτάω πώς το βρίσκει κι αρχίζει να  μου το αναλύει, καταλήγοντας πως πρέπει κι εγώ να το διαβάσω. Όταν στο τέλος τη ρωτάω αν θέλει να της το υπογράψω, προβληματίζεται, κι όταν της εξηγώ πως είμαι ο συγγραφέας, μου απαντάει “αποκλείεται, αυτός είναι Έλληνας, εσείς έχετε ιταλική προφορά”. Εκείνη έφυγε με το βιβλίο ανυπόγραφο κι εγώ με την απορία τι σχέση έχει το αξάν μου με την Ιταλία! Η δεύτερη εμπειρία —που με έκανε ωστόσο έξαλλο— ήταν όταν έμαθα από φίλους, τυχαία, πως ένα από τα μουσεία με τα οποία έχω ασχοληθεί στα δοκιμιακά βιβλία μου για την αισθητική του εγκλήματος διοργάνωνε επισκέψεις έχοντας αντιγράψει ολόκληρα κομμάτια απ’ τη δουλειά μου χωρίς να με μνημονεύει…

Στο τελευταίο βιβλίο σας, το Μυθιστόρημα με κλειδί, παρακολουθούμε μία κλασική ελληνική ιστορία. Η Νήσος, ένα ψαρονήσι, μετατρέπεται σε τόπο ακριβών διακοπών. Οι φόνοι αποτελούν το τελευταίο στάδιο της μετεξέλιξης ή ένα μάλλον τυχαίο γεγονός;

Η Νήσος, το ψαρονήσι των 70 κατοίκων τον χειμώνα που έχει γίνει τα τελευταία χρόνια προορισμός του διεθνούς τζετ σετ είναι μια ιστορία κατεξοχήν ελληνική. Πλούσιοι και κοσμικοί το έχουν μετατρέψει στον καλοκαιρινό τους παράδεισο, έναν παράδεισο που —όπως γράφει το θύμα, η Λούσι Ντέιβις, στο χειρόγραφο του μυθιστορήματος με κλειδί που ετοίμαζε— κρύβει σκοτεινά μυστικά. Οι φόνοι στο βιβλίο δεν είναι συνέπεια της εξέλιξης του νησιού από απόμερο σε περιζήτητο προορισμό. Η Νήσος, αποκλεισμένη απ’ τον άνεμο, είναι το “κλειδωμένο δωμάτιο”, ο τόπος όπου εκδηλώνονται τα βίαια ένστικτα αλλά και ο υπολογισμός, που οδηγούν στις δολοφονίες. Παραφράζοντας τον Durkheim που έλεγε πως δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς έγκλημα, θα έλεγα δεν υπάρχει τόπος —ακόμα και παραδείσιος— χωρίς έγκλημα, είτε νησί, είτε χωριό, είτε πόλη.

Το όνομα Νήσος είναι φανταστικό, σε αντίθεση με τα προηγούμενα βιβλία σας όπου το έγκλημα είχε πραγματικό τόπο τέλεσης. Τι σας οδήγησε σε αυτή την επιλογή;

Η Νήσος όντως είναι ένα φανταστικό μέρος, δημιούργημα της φαντασίας μου, προς εξυπηρέτηση της πλοκής. Είναι όμως, παράλληλα, και μια σύνθεση υπαρκτών ελληνικών νησιών, από την Πάτμο και την Τήνο, τη Σέριφο, την Αμοργό, τους Παξούς ή την Ύδρα. Ήθελα να δημιουργήσω έναν τόπο όπου ο κάθε αναγνώστης θα μπορέσει να τοποθετήσει τις δικές του αναμνήσεις κι αγαπημένους καλοκαιρινούς προορισμούς, να του είναι μεν άγνωστος αλλά και οικείος. Και νομίζω το κατάφερα, αν κρίνω απ’ τα σχόλια όσων το διαβάζουν πως μεταφέρονται στο νησί που περνάνε οι ίδιοι τις διακοπές τους, όπου οι μυρωδιές, οι γεύσεις, τα τοπωνύμια αλλά και οι πρωταγωνιστές του βιβλίου παίρνουν σάρκα κι οστά μπροστά στα μάτια τους.

Υπάρχει τέλειο έγκλημα;

Στην πραγματική ζωή το τέλειο έγκλημα, κατ’ εμέ, είναι αυτό που ανήκει στον λεγόμενο “σκοτεινό αριθμό της εγκληματικότητας”, αυτό δηλαδή που δεν ανακαλύπτεται και δεν καταγράφεται σαν έγκλημα, του οποίου ο δράστης επομένως μένει αόρατος, κι ατιμώρητος: από εξαφανίσεις που δεν έχουν καταγραφεί κι ερευνηθεί ποτέ ως ανθρωποκτονίες, έως ανθρωποκτονίες που έχουν καταγραφεί ως ατυχήματα. Πρόσφατη έρευνα στη Γερμανία έδειξε πως, αν πραγματοποιούνταν νεκροτομές σε όλους τους θανάτους, θα καταλήγαμε πως ένα 3-5% των θανάτων που έχουν καταγραφεί ως φυσικοί ή ατυχήματα είναι στην πραγματικότητα δολοφονίες!

Στη λογοτεχνία, αντίθετα, το τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει. Ακόμα κι αν ο δράστης δεν συλληφθεί στο τέλος του βιβλίου ή αν για κάποιον λόγο μείνει ατιμώρητος —κάτι που έχει συμβεί και σε δικά μου βιβλία—, ο αναγνώστης τον γνωρίζει, τον καταδικάζει στη συνείδησή του, προκειμένου ο ίδιος να αποδώσει τη δικαιοσύνη που, ακόμα και στον κόσμο της μυθοπλασίας, δεν είναι πάντα τέλεια.