Άρθρα, Facebook statuses, memes, συζητήσεις στο μπαρ πάνω από ένα ποτήρι μπύρα που ζεσταίνεται εγκληματικά γρήγορα – όλα μιλάνε για τη “Μεγάλη Απογοήτευση” του φετινού καλοκαιριού. Είναι φυσικά και τα ακριβά ακτοπλοϊκά, η δυσκολία στην ανεύρεση φθηνής διαμονής, η εκτίναξη της τιμής των καυσίμων που θα κρατήσουν πολλούς ανθρώπους στα αστικά κέντρα. Σύμφωνα με έρευνα του Ευρωπαϊκού Συνδικαλιστικού Ινστιτούτου που έδωσε στη δημοσιότητα η ΓΣΕΕ, περισσότεροι από 38 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αντέχουν οικονομικά να πάνε διακοπές για μια εβδομάδα παρόλο που εργάζονται – στη χώρα μας αυτό μεταφράζεται σε 1.629.245 Έλληνες που δεν θα πάνε φέτος διακοπές. Υπάρχει όμως η αίσθηση ότι είναι κάτι περισσότερο από αυτό, είναι λες και μας “έκλεψε” κάποιος το καλοκαίρι. Για πάντα.

Τι είναι εκείνο που συνέβη και ενώ περάσαμε δύο καλοκαίρια μέσα στην κορύφωση της πανδημίας του κορωνοϊού, το φετινό είναι που μας φαίνεται δυσβάσταχτο; Είναι μήπως επειδή του φορτώσαμε όλες μας τις προσδοκίες; Επειδή θέλαμε αυτό το καλοκαίρι να ζήσουμε όσα στερηθήκαμε τα προηγούμενα; Εν μέρει ναι, αλλά δεν μπορείς να πεις ότι από τον Φλεβάρη και πιο συγκεκριμένα από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία κι έπειτα, δεν ήμαστε ακριβώς προετοιμασμένοι για ένα όχι και τόσο ξέγνοιαστο καλοκαίρι.

Δυστυχώς, ο βασικότερος λόγος που γκρινιάζουμε διαρκώς για το φετινό καλοκαίρι είναι επειδή αυτό αλλάζει – όπως και όλη μας η ζωή. Η πιο ανέμελη εποχή του χρόνου, εκείνη που έχουμε συνδέσει με την παιδικότητα, τη ραστώνη και την ξεγνοιασιά, δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια.

Αλλάζει η πόλη

Η Αθήνα, εν προκειμένω, δεν είναι πια pit stοp πριν την εξόρμηση στα ελληνικά νησιά, είναι προορισμός. Θα συνέβαινε αυτό στην πόλη, θα ακολουθούσε τα βήματα των υπόλοιπων μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων, απλώς καθυστέρησε – λίγο λιγότερο από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, ειδικότερα του βαλκανικού χώρου που κρατούν ακόμη μια αυθεντικότητα, αλλά κι αυτές σύντομα θα υποκύψουν. Ωστόσο, τα μέτρα κατά της πανδημίας του κορωνοϊού μας απομάκρυναν από το αστικό κέντρο και μας εξοστράκισαν στα προάστιά μας. Έτσι, ερήμην μας, άρχιζε να χτίζεται μια Αθήνα πολύ διαφορετική από του 2019 – όταν τα 31 εκατομμύρια τουριστών που την επισκέφτηκαν εκείνη τη χρονιά κατέστησαν την αλλαγή αυτή επιτακτική ανάγκη – η οποία απλά μας “παραδόθηκε” πίσω γεμάτη boutique hotels, κουλ χόστελ, μπραντσάδικα και μπαράκια που είναι διακοσμημένα έτσι ώστε κάθε τους σπιθαμή να αποτελεί φόντο για να ποζάρουν influencers και ανεκδιήγητες “παρεμβάσεις” οι οποίες κάθε φορά που αποκαλύπτονται, εκτός του ότι νιώθουμε λες και κάποιος μας κοροϊδεύει, είναι και σα να μας υπογραμμίζουν ότι κάποιος δεν μας θέλει στο κέντρο της πόλης μας κατοίκους, αλλά περαστικούς.

Αλλάζει η κοινωνία

Ήδη, τον ερχομό αυτού του Αυγούστου, της τελευταίας μας ελπίδας δηλαδή να αναστήσουμε κάτι από το ελληνικό καλοκαίρι που θυμόμασταν προτού αλλάξει η ζωή μας όπως την ξέραμε, σημάδεψαν τρεις γυναικοκτονίες. Πριν τις γυναικοκτονίες, δύο αυτοκτονίες, δολοφονίες παιδιών, μητροκτονίες, απόπειρες βιασμού σε μια από τις πιο πολυσύχναστες γειτονιές της Αθήνας. Πώς να ανασάνεις τα καλοκαίρια αν πρέπει συνεχώς να θρηνείς, να οργίζεσαι, να διεκδικείς και – φαινομενικά – να μην αλλάζει τίποτα; Συγκλονιζόμαστε από όλο και περισσότερες υποθέσεις έφμυλης βιας και σεξουαλικής κακοποίησης γιατί τα άτομα σωπαίνουν πια όλο και λιγότερο και όχι γιατί “ο κόσμος τρελάθηκε” – αν και η πανδημία άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στους ψυχικά νοσούντες. Μετράμε γυναικοκτονίες γιατί πλέον τις αποκαλούμε με το όνομά τους και όχι “δολοφονίες”, όχι “η ζήλια τον οδήγησε να σκοτώσει τη σύζυγό του”. Στρέφουμε το βλέμμα στις μικρές κοινωνίες, εκεί που συνήθως κρύβονται όλα κάτω από χαλί και θέτουμε ερωτήματα. Βρισκόμαστε σε ένα σημείο πολυφωνίας και διεκδικήσεων και όμως η κοινωνία μοιάζει να συντηριτικοποιείται όλο και περισσότερο, βλέπουμε σκοτεινά ένστικτα να επικρατούν και μια διαρκή μανιχαϊστική αντιμετώπιση της ίδιας της ζωής που οδηγεί στη μεγαλύτερη πόλωση που έχουμε βιώσει ποτέ – εκεί που νομίζαμε ότι το 2015 το είχαμε τερματίσει. Κι όλα αυτά με την ελπίδα ότι τα κινήματα, οι διεκδικήσεις, οι φωνές μπορεί τώρα να κάνουν τη μεγάλη τους έκρηξη και σε περιπτώσεις να την κάνουν λίγο άτεχνα, όταν θα καταλαγιάσει η σκόνη κάποια πράγματα θα έχουν γίνει κεκτημένα.

Αλλάζει το κλίμα

Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει ολόκληρο τον πλανήτη, δηλαδή το σπίτι μας. Όμως έχει καταφέρει και μια πληγή στο ελληνικό καλοκαίρι που δεν λέει να κλείσει. Έπειτα από το Μάτι, όταν φυσάει αεράκι, κανείς δεν χαίρεται, όλοι τρέμουν μήπως θα είναι ο δικός τους τόπος που θα παραδοθεί στις φλόγες αυτή τη φορά. Ανάμεσα στις στάχτες που βρήκαμε στα μπαλκόνια μας όσοι πέρσι δεν ήμαστε εδώ τις μέρες που δεν κυκλοφορούσες στην πόλη εξαιτίας των επιβλαβών, εισπνεόμενων σωματιδίων στην ατμόσφαιρα βρήκαμε τα τελευταία ίχνη ηρεμίας. Πώς να χαρείς το καλοκαίρι, ακόμα κι αν είσαι από τους αισιόδοξους που παρόλο που θα μείνουν στην Αθήνα δεν τους ενοχλεί, όταν τρέμεις για το πότε θα έρθεις εσύ ή συμπολίτες σου αντιμέτωποι με μια πυρκαγιά, πόσω μάλλον όταν γνωρίζεις ότι πια κάθε καλοκαίρι σχεδόν θα συνοδεύεται από μια μεγάλη δασική πυρκαγιά.

Αλλάζουμε κι εμείς   

Όλα τα παραπάνω μας τραυματίζουν ψυχικά σε ένα επίπεδο που μέσα στον αγώνα για την επιβίωση αγνοούμε. Μας όμως σχηματίζουν επίσης. Αυτός είναι ο ένας λόγος που τα καλοκαίρια μας δεν είναι πια αυθόρμητα κι ελεύθερα. Ο άλλος είναι ότι αλλάζουμε κι εμείς. Γιατί μεγαλώνουμε (κι αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό). Αν έχετε προσέξει, όσοι “παραπονιούνται” ότι τα καλοκαίρια μας έχουν αλλάξει, ανήκουν σε γενιές που αναζητούν την παύση, την ηρεμία, την αυθεντικότητα και έχουν και το ένα μάτι στραμμένο προς τη νοσταλγία – δεν μπορείς να την πολεμήσεις, έρχεται με την ηλικία.

Η πιο ανέμελη εποχή του χρόνου, δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια, θα είναι όμως άλλη. Πονάει να χάνεις το προσωπικό σου “ελληνικό καλοκαίρι”, τις περιοδείες στα νησιά, εκείνη τη μια ταβέρνα πάνω στο κύμα που με το βγαίνεις από τη θάλασσα τσιμπάς μια τηγανητή πατάτα, τα λεωφορειάκια του νησιού που παίζουν τραγούδια Ελλήνων τραγουδιστών που έχουν γίνει canceled προτού αυτό αρχίσει να χρησιμοποιείται σαν όρος, το παγωτό πατούσα από το ψυγείο του περιπτέρου. Όμως, ανέκαθεν προσαρμοζόμασταν στις νέες καταστάσεις, μερικές φορές μάλιστα εφεύρουμε άλλες, εντελώς καινούριες. Ας μην γκρινιάζουμε άλλο για το καλοκαίρι του 2022 κι ας ελπίσουμε ότι θα φτιάξουμε ένα νέο καλοκαίρι. Όσο κλισέ κι αν ακουστεί, η βασική μαγιά είναι πάντοτε οι άνθρωποι που αγαπάμε και μας κάνουν χαρούμενους.