Να ξεκαθαρίσω πως ο χειμώνας και εγώ δεν ταιριάζουμε σε πολλά. Από την στιγμή που πιάνουν τα πρώτα κρύα (ευτυχώς αργούν) και αναγκάζομαι να κυκλοφορώ με μάλλινα βαρίδια και σκυμμένο το κεφάλι ενάντια στον αέρα, ένα κομμάτι της καλής μου διάθεσης εξατμίζεται και δεν το ξαναβρίσκω μέχρι το τέλος του Απρίλη. Αισθάνομαι πάντα εκτεθειμένη, βάζω βάρος, αναζητώ τον ήλιο, θέλω καλοκαίρι, γκρινιάζω, κρυώνω σε υπερβολικό βαθμό, συναχώνομαι, μελαγχολώ. Κάπως σαν τον Grinch και τα Χριστούγεννα, μόνο πολλαπλασιασμένο επί τρεις μήνες. Παρόλα αυτά, φέτος που είχα την ευκαιρία να κρυφτώ στα παπλώματα του κρεβατιού μου μέχρι οι θερμοκρασίες να αρχίσουν πάλι το σκαρφάλωμα, έπιασα τακτικά τον εαυτό μου να νοσταλγεί τις παλιότερες παγωμένες εποχές, εκείνες που περπατούσα με τα χέρια στις τσέπες και σχεδόν έτρεχα από το ένα μέρος στο άλλο για να παραμείνω ζεστή.

Μου λείπουν τα απογεύματα της Παρασκευής, που πάντα παραπονιόμουν για το πόσο νωρίς νύχτωνε αλλά στην πραγματικότητα το ψιλοεκτιμούσα γιατί ήταν πιο εύκολο να φτάσω σπίτι μου και να πέσω κατευθείαν για ύπνο.  Ξύπνημα μετά από ένα δίωρο, μεσημεριανοβραδινό φαγητό, χάζεμα στο Netflix, μπάνιο, ντύσιμο, βάψιμο, επιλογή σκουλαρικιών και αναμονή της γειτόνισσας-φίλης για να φύγουμε μαζί για το πάρτι. Όλο και κάποιο πάρτι υπήρχε.
Μου λείπει ο ιδρώτας που ξεκινούσε να στάζει ένα τέταρτο μετά την άφιξη στο μπαρ, ακόμα και αν δεν χόρευα, και το “βγαίνουμε για ένα τσιγάρο;” που σήμαινε μία στιγμιαία ανακούφιση δροσιάς του έξω κόσμου, ακόμα και αν δεν κάπνιζα, όσο η μουσική συνέχιζε να παίζει πίσω μας και να μας περιμένει. Γυρισμός στο σπίτι τα ξημερώματα και ένα cold and flu πριν το κρεβάτι, γιατί με όλο αυτό το μπες-βγες σίγουρα την άρπαξα.

Μου λείπουν οι μακρόστενες πλαστικές συσκευασίες με το μέλι στα καφέ, συνήθως ζαχαρωμένο για να πω την αλήθεια, τις οποίες έπαιρνα δύο-δυο και ζουλούσα πάνω από το καυτό τσάι μου, όσο η παρέα έλεγε τα τελευταία νέα από δουλειά, φίλες, γκόμενους και ρωτούσε τα δικά μου. Το πόσο μου άρεσε το μέρος που βρισκόμασταν εξαρτιόνταν κατά πολύ από το αν υπήρχε κερασμένο μπισκοτάκι δίπλα από το φλιτζάνι.

Moυ λείπουν οι αλκυονίδες μέρες που τα πάντα λούζονταν από το χρυσό φως του ήλιου και δεν χρειαζόσουν κανένα σκουφί ή γάντι για να βγεις έξω και να κάνεις βόλτες στην πόλη μέχρι να πονέσουν τα πόδια σου. Και σίγουρα θα χρειαζόταν το περπάτημα, ακόμα και όταν το είχες χορτάσει, γιατί είχαν πολλοί ακόμα την ίδια όρεξη για βόλτα και παντού υπήρχε κόσμος. Μέχρι να βρεις διαθέσιμο τραπέζι για μπραντς θα έπρεπε να ανεβοκατέβεις το κέντρο τρεις φορές.

Μου λείπει να χαζεύω το κινητό μου και να βλέπω ιστορίες από όσους εκμεταλλεύτηκαν τον καιρό για να πάνε εκδρομή σε Σούνιο, Σαρωνίδα, ακόμα και Αράχοβα και έπαιρναν χαρούμενες σέλφις κάτω από τον γαλάζιο ουρανό και το χιόνι.

Μου λείπει η γλυκιά καψάδα της πρώτης γουλιάς ρακόμελο και η σκέψη πως  “ωχ, θα μεθύσω” που ακολουθούσε πολύ σύντομα μετά από αυτή, και πάντα συνοδευόταν με μία μυρωδιά τηγανιτού μεζέ που από κάπου πλησίαζε το τραπέζι μας.
Μου λείπει ακόμα και το “σήμερα δεν θα κάνω τίποτα, θα κάτσω σπίτι να χουχουλιάσω” όταν αυτό ήταν μία δική σου επιλογή, γνωρίζοντας πως ο κόσμος ακόμα κινείται εκεί έξω και μπορείς να ξαναανέβεις στην ρόδα όποτε θες.

Ο χειμώνας για φέτος τελείωσε. Ελπίζω του χρόνου να μην μου λείπει τίποτα.