Εδώ και αρκετούς μήνες, συγκεκριμένα με την άρση του τελευταίου πολύμηνου και εξαντλητικού lockdown νιώθω ότι έχω επιστρέψει σε μία Αθήνα που με διώχνει. Οι εγγενείς δυσκολίες της, οι χρόνιες παθογένειές της που συνήθιζα να βλέπω με συμπάθεια πλέον με εξοργίζουν. Οι ασχήμιες της, στις οποίες όχι απλά έκανα τα στραβά μάτια, αλλά έψαχνα και γοητεία στις ρωγμές τους, μου προκαλούν τώρα μια ανυπόφορη θλίψη.

Τα πράγματα ίσως να είναι πολύ απλά. Μετά από 8 μήνες (συν 2) εγκλεισμού λόγω της πανδημίας, όπως όλοι, έτσι κι εγώ απομακρύνθηκα από το κέντρο της πόλης. Ούτε η δουλειά μου πλέον, εξαιτίας της τηλεργασίας, αλλά ούτε οι έξοδοί μου ή τα ψώνια μου με οδηγούσαν σε αυτό. Επιπλέον, έχω πια μετακομίσει από την Καλλιθέα, που δίνει την ψευδαίσθηση της εγγύτητας στο κέντρο της Αθήνας (όμως αν κινείσαι με ΜΜΜ ξέρεις την αλήθεια) στον “ευρωπαϊκό” Χολαργό. Η αλλαγή αυτή έγινε εν μέσω lockdown και το γεγονός ότι δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να συνειδητοποιώ καθημερινά ότι μπορώ να βρίσκομαι σε 12 λεπτά (αν φυσικά οι συρμοί έχουν τη συχνότητα που πρέπει) από το μετρό του Χολαργού στο Σύνταγμα με έκανε να νιώθω πως πια κατοικώ στην παραμεθόριο.

Σειρά με καρέκλες στο Μεταξουργείο, Φωτογραφία: Φιλίππα Δημητριάδη

Σα να μην έφταναν όλα αυτά, σε λίγες εβδομάδες κλείνω τα 31 και σε στιγμές που το μυαλό μου δεν απασχολείται με deadlines ή τη λίστα του σούπερ μάρκετ, όπως είναι οι καλοκαιρινές διακοπές, είναι πάρα πολύ εύκολο να πιστέψω σε κάτι θλιβερά ηλικιακά κλισέ που ακούω πολλές φορές εν είδει ψιλοκουβέντας και να θεωρήσω πως ναι, μεγάλωσα, τι να με εντυπωσιάσει πια από την Αθήνα, τα βλέπω όλα καθαρά τώρα και τα προβλήματα και τη βρωμιά και την άναρχη ρυμοτομία και την εγκατάλειψη και την ανέχεια. Άσε που βαριέμαι και δεν έχω και τις ίδιες αντοχές, δεν είμαι πια στα 20s μου. Έτσι δεν λένε τα memes; Ότι πια το χανγκόβερ της προηγούμενης βραδιάς κρατάει 2 μέρες, έτσι και κλείσεις τα 30;

Υπάρχει μια αλήθεια σε όλα αυτά. Η μεγαλύτερη ωστόσο είναι ότι η Αθήνα, ακόμη και πριν την πανδημία, δεν είναι η ίδια πόλη. Απλώς οι πρόσφατες συνθήκες ήρθαν να το υπογραμμίσουν. Η οικονομική κρίση, το σύνθημα “Athens is the new Berlin”, το gentrification, οι εικαστικοί από το εξωτερικό που αποβιβάστηκαν στην πόλη μία τετραετία πριν από την Documenta (τι ιστορία κι αυτή!) επισύροντας το μένος των ντόπιων εικαστικών, οι κοινότητες των μεταναστών στις παλιές αστικές περιοχές της Αθήνας που διαμόρφωσαν το νέο #athens_exotica μόνο για τις σελίδες των free presses και ελάχιστων κατοίκων αυτής της πόλης που αναγνωρίζουν την πια δεδομένη πολυπολιτισμικότητά της, τα “underground” parties με τη μπύρα από τα Lidl που έκανε 1,5 ευρώ, η αθηναϊκή εναλλακτική σκηνή που έκανε live όπου υπήρχε ρεύμα και οι hipsters με τα μούσια τους ή τα μουστάκια τους, τα μεγάλα γυαλιά τους και τα καρό πουκάμισα έδωσαν σταδιακά (και ως ήταν αναμενόμενο) τη θέση τους σε πινακίδες for sale με κινέζικα ιδεογράμματα ή κυριλλικό ή εβραϊκό αλφάβητο, cocktail bars, γκετοποιημένες γειτονιές, μπερδεμένους πολυχώρους που θέλουν να είναι και μπαρ και εστιατόριο και καφέ και spa, ταχυφαγεία που απευθύνονται σε κάθε πιθανή ποιότητα τουρίστα, ξενοδοχειακές μονάδες, “πειραματικές” αναπλάσεις και φασέους.

“To Φιλί” του καλλιτέχνη Ηλία Παπαηλιακή στην πλατεία Αυδή στο Μεταξουργείο, όπως φαίνεται από τη “Γαλιάντρα”, Φωτογραφία: Φιλίππα Δημητριάδη

Η Αθήνα ήταν ήδη μια πόλη στο κέντρο της οποίας πλέον δεν μπορεί να κατοικήσει κανείς. Στο ξέσπασμα της πανδημίας κάποιοι είδαν την ανατροπή της απόλυτης κυριαρχίας του Aribnb, ελπίδα που καταβαραθρώνεται σε δευτερόλεπτα αν ανοίξει κανείς τις αγγελίες κάτω από τη στήλη “Ενοικιάζεται”. Σε συνδυασμό με τη γαστρονομική άνοιξη της πόλης, απότοκη του πλέον τουριστικού της χαρακτήρα, οι συντάκτες γεύσης (σ.σ. δεν έχω τίποτα εναντίων τους, μάλιστα και η ίδια έχω γράψει αντίστοιχα θέματα) δεν έχουν αφήσει ούτε ένα μικρό αυθεντικό καφενείο offbeat γειτονιών που να μην έχουν μετατρέψει σε talk of the town και κατά συνέπεια τις γειτονιές αυτές στην επόμενη hot πιάτσα.

Τις πρώτες μέρες του ανοίγματος της εστίασης, όταν ακόμη έπρεπε να επιστρέψουμε σπίτι στις 11 ή και στις 12, θυμάμαι να κατεβαίνω στο μετρό μετά από απογευματινή μπύρα. Το να ξεκινάς την έξοδό σου γύρω στις 6μιση με εκείνα τα δεδομένα σήμαινε ότι γύρω στις 9μιση θα βρισκόσουν ήδη στην αποβάθρα αναμένοντας το συρμό της επιστροφής. Σε μία τέτοια ώρα λοιπόν, ο χρόνος αναμονής του συρμού ξεπερνούσε συστηματικά τα 12 λεπτά. Πολλές φορές μάλιστα η φωτεινή ένδειξη στον πίνακα έσβηνε, άναβε ξανά απεικονίζοντας κάποιον πιο εξωφρενικό αριθμό για βράδυ καθημερινής και έριχνε και πάλι μαύρο, ενώ ήδη ακουγόταν η βοή του ερχόμενου συρμού μέσα από τη στοά, λυτρωτική και συνάμα στρεσογόνα – Κι αν είναι της απέναντι αποβάθρας; Το γεγονός ότι χρειαζόμουν μισή ώρα για μία διαδρομή 12 λεπτών με εξόργισε σε σημείο να σκεφτώ “Yolo – την επόμενη φορά θα πάρω ταξί”.

Η θέα από τα τραπεζάκια του “Μπάμπουρα” στα Πετράλωνα κατά την αθηναϊκή magic hour, Φωτογραφία: Φιλίππα Δημητριάδη

Στα κεντρικά της BEAT κάποιος υπέυθνος γελάει σατανικά χαϊδεύοντας μια κατάλευκη γάτα Αγκύρας που ξεκουράζεται στο μπράτσο της εργονομικής καρέκλας του. Για όσους δεν θυμούνται το “BEAT Gate”, από το Μάιο μέχρι πολύ πρόσφατα οι περισσότεροι χρήστες της εφαρμογής αδυνατούσαν να βρουν ταξί ακόμη και στα πιο κεντρικά σημεία της Αθήνας. Η εταιρία μετά από πολλές σχετικές δημοσιεύσεις από αγανακτισμένους χρήστες στα social media απέστειλε Δελτίο Τύπου εξηγώντας τους λόγους του φαινομένου και σύντομα – παρόλο που σύμφωνα με το συγκεκριμένο ΔΤ δεν ήταν ακριβώς στο χέρι της εταιρείας – η κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά. Ως τότε όμως, άρχισα μέχρι και να πιστεύω πως υπάρχει κάποιο υποχθόνιο master plan για την απομάκρυνσή μας από το κέντρο της πόλης.

Μια αίσθηση ασφάλειας (προσπαθώ να αποφύγω τη χρήση keywords που ξεκινούν από κανονικό- και τελειώνουν σε -τητα) συνέχιζαν ωστόσο να χαρίζουν τα στέκια μας. Υπάρχει κάτι που πάλλεται στη λέξη “στέκι”, κάτι που σε γεμίζει ζεστασιά. Παρόλα αυτά, νιώθω σιγά – σιγά και τα στέκια μας να απογυμνώνονται από την συνήθη οικειότητά τους. Από την έλλειψη μουσικής εκείνες τις πρώτες αμήχανες εβδομάδες ανοίγματος, μέχρι τις άχαρες χορογραφίες που εκτελούμε μέχρι και σήμερα για το πώς θα κάτσουμε, πού, να πάμε ναι, αλλά να είναι σωστές οι αποστάσεις στα τραπέζια, θα βρούμε όμως να κάτσουμε, μάσκα μην ξεχάσεις να βάλεις όπως πας τουαλέτα, να ανανεώνεις το αντισηπτικό κάθε τρεις και λίγο και ας μην έχεις πιάσει τίποτα άλλο πέρα από τον αναπτήρα σου, να κάνεις αντανακλαστικά προς τα πίσω όταν οι άνθρωποι του μπαρ που ξέρεις χρόνια μπορεί να κάνουν κίνηση να σε αγκαλιάσουν.

Βουλκανιζατέρ στο Μεταξουργείο, Φωτογραφία: Φιλίππα Δημητριάδη

Υπάρχουν και οι βραδιές που έχω περάσει φανταστικά. Εμβολιασμένοι φίλοι, μικρές παρέες, μια γρήγορη μπυρίτσα που εξελίσσεται σταδιακά σε κοκτέιλ και σφηνάκια. Ωστόσο αυτές οι αυθεντικές στιγμές είναι πλέον πολύ σπάνιες. Συνήθως επιστρέφω με μια τρύπα μέσα μου. Δεν μπορώ να το περιγράψω με καλύτερες λέξεις, συγχωρέστε με. Σαν κάποιος να έχει σκαλίσει με πολλή επιμονή μια τρύπα στα σωθικά μου και από κει, όλα τα όμορφα συναισθήματα που μπορεί να μου δημιουργούσε μια βραδιά έξω πέφτουν και χάνονται στο κένο. Στην επιφάνεια το μόνο που μένει είναι άγχος και ενοχές αναφορικά με τον κορωνοϊό – Μήπως φώναζα πολύ και τα σταγονίδια…, γιατί έδωσα το χέρι μου σε εκείνον τον γνωστό που είχα να δω μήνες, τι ανευθυνότητα είναι αυτή; Άντε και μερικές για το budget της βαρδιάς. Ξαπλώνω στον καναπέ με τη βεβαιότητα πως πια είμαι άπατρις στην ίδια μου την πόλη.

Επιστρέφοντας από τις διακοπές όταν πάνω – κάτω οι περισσότεροι μόλις που εγκατέλειπαν το κλεινόν άστυ, ευτυχώς βρήκα εδώ μία πολύ καλή μου φίλη. Με όλα μας τα στέκια κλειστά αρχίσαμε να αναζητάμε ένα μέρος για τις post – vacational μπύρες και ανακαλύψαμε ότι η Cantina Social ήταν ανοιχτή. Παίζει μουσική ο Lockbird και όση ώρα είμαστε εκεί περνά κι από τα τραπεζάκια της η Nalyssa Green. Οι τουρίστες που θέλεις να έχεις μόλις έχουν ανακαλύψει ένα από τα πιο ωραία μπαρ της Αθήνας και μας ρωτούν που είναι το κοντινότερο περίπτερο να πάρεις τσιγάρα. Τα γατάκια του Ιουλίου, που έχουν ήδη ξεμυτίσει, κοιμούνται μακάρια μέσα στις γλάστρες και πάνω στα ελενίτ, κι αν τύχει να βρουν και κανέναν γατομπαμπά ή καμία γατομαμά, όλα καλά. Ο προτζέκτορας σταθερά προβάλλει στον απέναντι τοίχο κάποια ταινία και το προσωπικό για μια στιγμή ξεκαρδίζεται στα γέλια που τα τραπεζάκια στο μπαλκονάκι που “χτυπάει” η κινούμενη εικόνα είναι πλάτη στην υπόλοιπη αυλή, με αποτέλεσμα όσοι κάθονται εκεί να μην βλέπουν ούτε την ταινία, αλλά ούτε και τον κόσμο, μόνο σχήματα και χρώματα σε τόσο κοντινή απόσταση που δεν έχουν πια περιεχόμενο. Και μου λέει η φίλη μου, “Νιώθω λες και είναι 2008”. Κι έτσι ήταν. Έτσι νιώσαμε και οι δύο.

Πώς θα έμοιαζε άραγε χωρίς αυτόν η Αθήνα;, Φωτογραφία: Φιλίππα Δημητριάδη

Ανέλπιστα, ένα βράδυ πολύ κοντά στον 15Αύγουστο, για λίγες ώρες ήπιαμε τα ποτά μας σε ένα οικείο σύμπαν. Ο κορωνοϊός είχε μείνει πίσω από τη συρόμενη, τζαμένια πόρτα της στοάς, καλυμμένη με άσπρο χαρτόνι για να εξασφαλίζει ταυτόχρονα μυστήριο αλλά και την ιδιοτηκότητα των θαμώνων. Μαζί του και η Αθήνα που διαχρονικά εκείνες τις μέρες δεν ανήκει σε ανθρώπους, αλλά σε σκιές, σε εκείνους που τις εργάσιμες χάνονται σε στενά από τα οποία αποφεύγεις να κόψεις και τους τουρίστες που την αντιμετωπίζουν σαν ένα τεράστιο φαστφουντάδικο, pit stop των διακοπών τους στα ελληνικά νησιά.

Ακόμα δεν ξέρω σε ποια Αθήνα έχω επιστρέψει. Ούτε μετά τα lockdowns, ούτε και μετά τις καλοκαιρινές διακοπές. Φοβάμαι για τον χειμώνα και διψάω για κάτι αυθεντικό και μία εμπειρία ολόκληρη, όχι έναν ακόμη συμβιβασμό. Κι ένα είναι σίγουρο – αν ψάχνατε σε αυτό το κείμενο απαντήσεις λυπάμαι, δεν τις έχω – ακόμη δεν ξέρω αν άλλαξε ή Αθήνα ή αν άλλαξα εγώ.