Κάτα τη διάρκεια κάποιας μακριάς και ατελείωτης αναμονής μου σε ουρά ΙΚΑ, ΕΦΚΑ ή κάτι άλλο δεν θυμάμαι, έπεσα πάνω σε ένα προτεινόμενο άρθρο με τίτλο “Το κέντρο της Αθήνας έγινε «Εκάλη»”. Προφανώς έκανα κλικ σε αυτόν τον click-baty τίτλο και εν συνεχεία “ενημερώθηκα” (λες και δεν το ξέραμε) πως περιοχές του κέντρου που ιστορικά θεωρούνται από τις πιο προσιτές στα ενοίκια, έχουν πλέον τις ίδιες τιμές με την Εκάλη. Και εδώ που τα λέμε δεν έπεσα και από τα σύννεφα. Η αλήθεια είναι πως για όλους εμάς που έχουμε αναζητήσει στέγη με ενοίκιο στο κέντρο τα τελευταία περίπου τρία με τέσσερα χρόνια η εν λόγω πληροφορία δεν αποτελεί έκπληξη. Ένα μικρό προσωπικό παράδειγμα θα δώσω,  ψάχνοντας για σπίτι το 2019 σε περιοχές όπως Παγκράτι, Εξάρχεια, Υλήσια και πέριξ, ήρθα αντιμέτωπη με τιμές ενοικίων που δεν έπεφταν επουδενί κάτω από τα 450 ευρώ, και μάλιστα για οικήματα παλιά που δεν ξεπερνούσαν εν πολλοίς τα 6ο τ.μ..

Όταν έβαζα στις κλασσικές εφαρμογές το όριο των 300 ευρώ, τα μόνα αποτελέσματα που έβγαιναν ήταν υπόγεια και ημιυπόγεια, σπίτια ως και 30 τετραγωνικά, και όλα σε περιοχές που ας πούμε ότι θα φοβόμουν ως γυναίκα να κυκλοφορήσω μετά τις 10 το βράδυ. Και παρ’ ότι όλοι μου οι φίλοι και γνωστοί έχουν παρόμοιες ιστορίες, ας αφήσουμε τα μεμονωμένα παραδείγματα, και ας δούμε τί ακριβώς λένε οι στατιστικές του εν λόγω άρθρου.

 

Φως στην Ελλάδα: Ποιος ήταν ο «μικρός Λυκαβηττός» στην Αθήνα και τι απέγινε - Fosonline

https://www.fosonline.gr/plus/ellada/article/92634/fos-stin-ellada-poios-itan-o-mikros-lykavittos-stin-athina-kai-ti-apegine

 

Ας αρχίσουμε από τα βασικά, σύμφωνα με έρευνα του Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates, από το 2017 μέχρι το 2019 τα ενοίκια αυξήθηκαν σε όλη την Αττική κατά 17% (!), ενώ στο κέντρο της Αθήνας είναι που καταγράφονται και οι μεγαλύτερες αυξήσεις, με τις τιμές ενοικίασης να έχουν ανέβει κατά 20%-30% κατά μέσον όρο την τελευταία διετία. Για ακόμα μια φορά δυστυχώς διαβάζοντας αυτή την πληροφορία δεν εξεπλάγην. Για όλους εμάς της νεότερης γενιάς που βγήκαμε στην αγορά εργασίας εν μέσω κρίσης, όλα αυτά “χτυπάνε πολύ κοντά στο σπίτι” και είναι πολύ συχνά θέμα συζητήσεων. Με πολλά άτομα του περίγυρου μου λοιπόν έχουμε ανταλλάξει “ιστορίες ενοικίων” και μέσα από αυτές αποδεικνύεται περίτρανα η παραπάνω στατιστική. Ας πούμε γνωστή μου που ξεκίνησε να νοικιάζει ένα τριάρι στην περιοχή των Εξαρχείων περίπου το 2016, πληρώνει ακόμα αυτή την στιγμή 240 ευρώ νοίκι, ενώ άλλο άτομο του κύκλου μου που έπιασε ένα ανάλογο σπίτι στην ίδια ακριβώς περιοχή το 2019 πληρώνει περί των 460 ευρώ. Δηλαδή σχεδόν τα διπλάσια.

Άλλο ένα κομμάτι της στατιστικής μας λέει πως αυτή την στιγμή για ένα μέσο σπίτι 75 τ.μ. η τιμή για την Εκάλη διαμορφώνεται στα 563 ευρώ, για την Αγία Παρασκευή στα 540 ευρώ και στα 548 ευρώ για τα Βριλήσσια. Τί γίνεται στο άλλοτε προσιτό κέντρο; Βάσει των στοιχείων της RE/MAX, για ένα όμοιο σπίτι (75 τ.μ.) στα Εξάρχεια ο ενοικιαστής θα πληρώσει 540 ευρώ, δηλαδή ακριβώς όσο στην Αγία Παρασκευή και λίγο κάτω από την Εκάλη και τη Βούλα (585 ευρώ). Για το Κουκάκι, μάλιστα, το ενοίκιο για το ίδιο σπίτι θα έφτανε τα 578 ευρώ.

Βασικός παρονομαστής αυτής της αύξησης είναι σίγουρα η μαζική άφιξη των Air BnB, τα οποία ήρθαν στο κέντρο της Αθήνας κατά συρροήν γύρω στο 2018. Καθώς λοιπόν τα διαθέσιμα ακίνητα για ενοικίαση μειώθηκαν, η ζήτηση προφανώς ανέβηκε και μαζί και οι τιμές.

Άλλος ένα παράγοντας που έπαιξε ρόλο σε αυτή την απότομη μεταβολή τιμών ήταν η εισροή χρήματος απ’ έξω. Συγκεκριμένα, έχει παρατηρηθεί πως ένα μεγάλο ποσοστό ακινήτων του κέντρου έχει αγοραστεί από εταιρείες real estate κυρίως από Ισραήλ και Κίνα, και έτσι δημιουργήθηκε μια “φτιαχτή” αύξηση. Πώς έγινε αυτό; Πολύ απλά, όταν ένας κοινός πολίτης από την Ελλάδα τυχαίνει να έχει και ένα “τριαράκι” στο κέντρο από το οποίο χρειάζεται το εισόδημα, θα το κοστολογήσει σε μια λογική ανταγωνιστική τιμή προκειμένου να καταφέρει να το ενοικιάσει. Όταν όμως την θέση του σπιτονοικοκύρη παίρνει ένα βαθύπλουτος που τα 300 και τα 400 ευρώ το μήνα δεν του κάνουν κάποια διαφορά στην διαβίωσή του, τότε θα το χτυπήσει όσο όσο, και όποτε νοικιαστεί. Δεν τον αφορά να είναι ανταγωνιστικός, άρα ανεβάζει την τιμή στα ύψη “και σ’ όποιον αρέσει”. Και όταν αυτή η μέθοδος πολλαπλασιαστεί, έπειτα ενδεχομένως από σχετική συνεννόηση όλων των αντίστοιχων εταιρειών, τότε αλλάζει ολόκληρη η αγορά. Και αυτό δεν είναι ούτε κάτι καινούργιο ούτε κάτι σπάνιο, συγκεκριμένα στην αναζήτησή μου για σπίτι και την άνοιξη του 2019 και το καλοκαίρι του 2020 ένας στους δυο ιδιοκτήτες σπιτιών που πήγαινα να δω ήταν μια τέτοια εταιρεία.

 

 

Η αύξηση δε που έχει σημειωθεί τα τελευταία δυο χρόνια είναι αληθινά οξύμωρη, δεδομένου ότι περνάμε μια δεύτερη οικονομική κρίση λόγω πανδημίας, προτού καν καταφέρουμε να ορθοποδήσουμε από την πρώτη του 2011, και τα νοίκια όχι απλά δεν μειώθηκαν αλλά ανέβηκαν κι άλλο.

Άρα αυτή την στιγμή ξέρουμε ότι για να νοικιάσεις ένα τριαράκι, δηλαδή το μικρότερο δυνατό σπίτι για να μείνει ένας άνθρωπος μόνος του με μια σχετική άνεση, πρέπει να διαθέσεις περίπου κατά μέσο όρο 525 ευρώ. Βάλε και τα πάγια, ΔΕΗ, ΟΤΕ, νερό, κοινόχρηστα και βγαίνεις τουλάχιστον στα 600 ευρώ το μήνα. Κι εδώ έρχεται άλλο ένα δεδομένο να κάνει την κατάσταση αυτή αληθινά γελοία. Ο κατώτατος μισθός αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα ανέρχεται στα 560 ευρώ. Και αυτός είναι ο μισθός που νομικά κάθε εργοδότης έχει το δικαίωμα να σου δώσει ανεξάρτητα από σπουδές, μάστερ, διδακτορικά, ηλικία, έξοδα κτλ κτλ. Άρα η απάντηση στην ερώτηση του τίτλου, τι λεφτά σου μένουν αφού πληρώσεις το νοίκι σου, είναι: Κάπου στα -75 ευρώ. Και τι να το κάνουμε το φαί; Υπερεκτιμημένο αγαθό.

Σύμφωνα με άλλη μια έρευνα Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates, το ποσοστό του εισοδήματος που δαπανά σήμερα ο ενοικιαστής στην Ελλάδα αγγίζει το 60%-70% του μέσου μισθού, σύμφωνα με τα ζητούμενα μισθώματα. Και αν σκεφτούμε πως επί του εισοδήματός μας επιβάλλεται και ετήσιος φόρος ύψους 25%, ε στο τέλος μένουν και κάτι ψίχουλα. Η όλη κατάσταση θυμίζει ομολογουμένως την κλασσική τσιγκούνα θεία που στα γενέθλιά σου, σου δινε και 5 ευρώ “να φας μια πάστα στο ζαχαροπλαστείο”. Για την ιστορία καλό είναι να σημειωθεί πως παρ’ ότι σε αυτή τη κατάσταση συμβάλλουν και οι εκάστοτε (όχι όλοι) εργοδότες, που ενώ μπορούν να δώσουν κάτι παραπάνω τα κρατούν για τις διακοπές στη Μύκονο το καλοκαίρι, η βασική ευθύνη υποπίπτει στην εκάστοτε κυβέρνηση η οποία με μεγάλη ευκολία θα μπορούσε να βάλει έναν κόφτη, μια ρήτρα ενοικίου στα μισά ας πούμε ακίνητα της πόλης, για να διευκολυνθούν όσοι όντως δεν μπορούν να πληρώσουν τα ζητούμενα υπέρογκα ποσά.

 

 

Ωραία όλα αυτά, πού καταλήγουμε όμως;

Αν αυτή τη στιγμή το εισόδημά σου βρίσκεται κάτω από τα 1000 ευρώ το μήνα έχεις δυο επιλογές:Είτε καλοκάθεσαι στο πατρικό σου περιμένοντας στωικά να ανοίξουν οι ουρανοί και να γίνει κάποιο θαύμα, είτε νοικιάζεις με συγκατοίκους. Εμμέσως πλην σαφώς, γίναμε Ευρώπη, με τον χειρότερο τρόπο. Γιατί ναι μεν ξέρουμε πως τα ενοίκια σε όλες τις μεγάλες μητροπόλεις φτάνουν στο θεό, αλλά υπάρχει λόγος, καθώς αποτελούν οικονομικά και πολιτισμικά κέντρα του κόσμου και υπάρχει τεράστια εισροή πληθυσμού. Για παράδειγμα το Λονδίνο αυτή τη στιγμή μετράει περίπου 9 εκατ. κατοίκους, με αποτέλεσμα η ζήτηση για κατοικία να είναι τεράστια και άρα, σύμφωνα πάντα με τους κανόνες της καπιταλιστικής αγοράς, είναι πολύ λογικό τα νοίκια να είναι τόσο αυξημένα. Στην Αθήνα όμως ο πληθυσμός δεν ξεπερνά τα 3 εκατ. και σαν έκταση δεν είμαστε και μια μικρή πόλη. Επομένως, αυτή η μετάλλαξη προς τα “ευρωπαϊκά πρότυπα” δεν έχει πραγματικά καμία λογική. Ακόμα ένα δεδομένο από την Ελληνική Στατιστική Αρχή το οποίο μάλλον πονάει πιο πολύ απ ‘ολα είναι ότι ο μέσος μισθός είναι αυτή τη στιγμή στις ίδιες τιμές με το 2011, δηλαδή επί κρίσης, ενώ τα έξοδα διαβίωσης έχουν ξεκάθαρα σκαρφαλώσει πολλές ποσοστιαίες μονάδες.

Ας είμαστε ειλικρινείς, η κατάσταση ειδικά για τους ανθρώπους που τώρα βγαίνουν στην αγορά εργασίας και στην αναζήτηση κατοικίας, είναι πολύ δύσκολη εως και απίθανη. Και στο ερώτημα που εγείρεται δικαίως, εμείς τι μπορούμε να κάνουμε για αυτό;, η απάντηση είναι ακόμα πιο αποκαρδιωτική καθώς στην πραγματικότητα τίποτα απ’ όλα αυτά δεν περνάει από το χέρι μας. Η μόνη λύση που ίσως φέρει κάποιο αποτέλεσμα, είναι να αρχίσουμε ή να συνεχίσουμε να ενημερώνουμε και να ενημερωνόμαστε για όλα αυτά που μας αφορούν με τόσο άμεσο τρόπο, να τα συζητάμε ανοιχτά και διαρκώς, και όταν και αν μας δοθεί η ευκαιρία να αποφασίσουμε κι εμείς για κάτι, να μην μένουμε απαθείς. Η διεκδίκηση θέλει προσπάθεια, και πρέπει να την κάνουμε όλοι.