To sustainability δεν είναι το μέλλον της ανθρωπότητας, είναι το παρόν της και η μοναδική εναλλακτική του ανθρώπινου είδους να επιμηκύνει – όσο αυτό είναι δυνατό – τον χρόνο ζωής του πάνω στον πλανήτη Γη, χρόνος ο οποίος έχει ούτως ή άλλως ημερομηνία λήξης. Απλώς “ο άνθρωπος”, όπως συνηθίζουμε να λέμε ξεχωρίζοντας τους εαυτούς μας από τα υπόλοιπα έμβια όντα, έκανε ό,τι μπορούσε για να φέρει αυτή την ημερομηνία όλο και πιο σύντομα. Η Γη θα συνεχίσει να υπάρχει, απλώς για τον άνθρωπο θα είναι αδύνατο να ζήσει σε αυτή.

Όροι όπως βιωσιμότητα, περιβαλλοντική ηθική, δημιουργική επαναχρησιμοποίηση, κυκλική οικονομία έχουν γίνει πλέον αναπόσπαστα κομμάτια του καθημερινού μας λεξιλογίου και για πολλούς από εμάς τρόπος ζωής. Ειδικότερα στη βιομηχανία της κλωστοϋφαντουργίας και της μόδας, την δεύτερη πιο ρυπογόνα βιομηχανία του πλανήτη, η βιωσιμότητα αποτελεί πλέον για τους μεγάλους οίκους πυξίδα με βάση την οποία σχεδιάζουν το μέλλον της ύπαρξής τους.Τα 250 μεγαλύτερα brands του πλανήτη είναι αναγκασμένα να δημοσιεύουν 5ετη στρατηγική μετάβαση σε βιώσιμες και ηθικές πρακτικές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Gucci, αγαπημένος οίκος των Gen Zeners και των millennials, η οποία κατάφερε να πετύχει τους στόχους της για το 2025, 4 χρόνια νωρίτερα. Η ελληνική μόδα ακολουθεί κι αυτή με τα sustainable brands, τα οποία μάλιστα διεξάγουν όλη τους την παραγωγή στην Ελλάδα, με ντόπια προϊόντα και τεχνίτες, όχι μονάχα προστατεύοντας το περιβάλλον και τον καταναλωτή, αλλά και τονώνοντας την τοπική οικονομία, διατηρόντας ζωντανή την παράδοση και σώζοντας από τον αφανισμό παραδοσιακά επαγγέλματα. Αυτό βέβαια αυξάνει το κόστος παραγωγής, άρα και την τελική τιμή.

Παράλληλα η αυτοκρατορία της γρήγορης μόδας παραμένει όρθια και ακμάζουσα, τη στιγμή που έχουμε όλη την πληροφορία για το πώς, από ποιους και από τι φτιάχνονται πολλά από τα ρούχα που φοράμε. Θεωρητικά δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για να συνεχίσει κανείς να αγοράζει τα ρούχα, τα παπούτσια και τα αξεσουάρ του από μεγάλες αλυσίδες μόδας, είναι όμως πραγματικά στο χέρι του μέσου καταναλωτή να σώσει τον πλανήτη, τα θύματα trafficking, να υπερασπιστεί τα βασικά ανθρώπινα και εργασιακά δικαιώματα ανθρώπων υπανάπτυκτων χωρών; Η απάντηση εξαρτάται από έναν και μοναδικό παράγοντα · την οικονομική κατάσταση του καταναλωτή. Κοινώς, είναι τελικά το sustainability για όλα τα πορτοφόλια;Έτσι όπως είναι διαμορφωμένος ο διάλογος σήμερα, πρόκειται για μία εξαιρετικά αντιδημοφιλή άποψη, αλλά ταυτόχρονα, συγκεκριμένα στην Ελλάδα, και για μία πραγματικότητα. Με τον κατώτατο μισθό να ανέρχεται στα 650,00 € και τις τιμές των sustainable brands να ξεκινούν από 100€, πόσες Ελληνίδες και πόσοι Έλληνες μπορούν να υιοθετήσουν το sustainability ως στάση ζωής;

Ειδικότερα μέσα στην οικονομική κρίση, οι fast fashion αλυσίδες άνθισαν, καθώς, για παράδειγμα, αν αναζητούσε κανείς από ένα λευκό T-shirt, μέχρι ένα εντυπωσιακό βραδινό φόρεμα μπορούσε να το αποκτήσει με 4€ και 40€ ευρώ αντίστοιχα. Τα 0,99 που προστέθηκαν στο τέλος της τιμής έγιναν η νέα μας πραγματικότητα – και ας θυμόμαστε να τη χλευάζουμε μονάχα την περίοδο της Black Friday -, ξεγελάνε ακόμα το μάτι, ακάθεκτα μέχρι σήμερα και μας κάνουν νομίζουμε ότι έχουμε αγοράσει για παράδειγμα αυτό το μπλουζάκι προς 3€, ενώ έχουμε ξοδέψει 4€.Κάπως παράλληλα, ξεκίνησε και η άνθιση του vintage. Τα βιντατζάδικα άρχισαν να ξεπετάγονται στην πόλη σαν μανιτάρια και στην αρχή τους μπορούσαν πραγματικά να προσφέρουν καλής ποιότητας μεταχειρισμένα ρούχα σε γοητευτικά χαμηλές τιμές. Μέχρι που πολύ γρήγορα η Αθήνα έγινε “το νέο Βερολίνο” και τα βίντατζ καταστήματα συνειδητοποιήσαν τη δυναμική τους. Ανεβάζοντας τις τιμές έγιναν κι αυτά μια συνήθεια “για λίγους”, για εκείνους που είχαν να θυσιάσουν ευρώ στο βωμό του στιλ και παράλληλα συνειδητά ή ασυνείδητα να κάνουν upcycling. Όταν το εμπόρευμα όχι μόνο άρχισε να ακριβαίνει, αλλά να γίνεται και λιγότερο σπάνιο ξέσπασε η επιδημία των Outlets, στις κρεμάστρες των οποίων για να βρει κάτι κανείς με 2 ή 3 ευρώ έπρεπε να περάσει άπειρες ώρες, καθώς τα ρούχα δεν επιλέγονταν πάντα με βάση το στιλ τους. Και αφού άδειασαν και τα Outlets από τους επίδοξους treasure hunters, ήρθαν τα Instagram vintage accounts να αποκαταστήσουν κάπως την τάξη, καθώς οι τιμές των vintage items είναι και πάλι ελκυστικές (και όχι υπερβολικές – το οποίο βγάζει νόημα αν η επιχείρηση δεν έχει HQ και άρα έξοδα), αλλά το εμπόρευμα δεν παύει να είναι περιορισμένο.Το καταφύγιο του vintage ρούχου λοιπόν ως μια προσπάθεια υιοθέτησης ενός πιο βιώσιμου τρόπου κατανάλωσης σκόνταψε κι αυτό στον σκόπελο του κόστους, αποτυγχάνοντας να εκθρονίσει τη γρήγορη μόδα από τον χρυσό της θρόνο και παραμένει μέχρι σήμερα μία προτίμηση που αφορά κυρίως τρεις μερίδες κόσμου: εκείνων που δεν φοβούνται να… “λερώσουν τα χέρια τους” ξεψαχνίζοντας τις κρεμάστρες των Outlets ή βουτώντας σε βουνά από ρούχα στους πάγκους της λαϊκής καθώς το budget τους δεν τους επιτρέπει ούτως ή άλλως να πλησιάσουν ακόμη και τις φθηνές fast fashion αλυσίδες, αυτής που ξέρουν ότι στο βιντατζάδικο μπορούν να βρουν πραγματικούς θησαυρούς που θα απογειώσουν το στιλ τους, τους οποίους θα σετάρουν και με το ελληνικό sustainable brand επειδή έχουν το budget να το κάνουν, και σε αυτούς αναζητούν ένα Levis 501 σε οικονομικότερη τιμή (από τα 120€ που στοιχίζει) ή που μια στο τόσο τους παίρνει να δώσουν από 20€ και πάνω για ένα σπάνιο βίντατζ κομμάτι.

Αν προβάλλετε το επιχείρημα ότι δεν μπορείτε να υποστηρίξετε οικονομικά τη βιώσιμη μόδα, θα εισπράξετε πιθανότατα ένα “Όχι, κάνεις λάθος, μπορείς!”. Κάποιος ενδέχεται να σας προτρέψει για παράδειγμα να κάνετε αποταμίευση για να μπορέσετε να πάρετε εκείνο το T-shirt με τα 35€ του βιώσιμου brand, έναντι του μπλουζακίου των 4€. Κι αυτό είναι μια υπέροχη προτροπή, δεν το αμφισβητεί κανείς. Η “παγίδα” που κρύβει το fast fashion και συμβάλει στον φαύλο κύκλο ρύπανσης του περιβάλλοντος, στη διαιώνισης της ανθρώπινης εκμετάλλευσης και των απάνθρωπων συνθηκών εργασίας είναι η εξής: όταν κάτι είναι φθηνό, είναι συνήθως φτιαγμένο και από ευτελή υλικά. Ας πάρουμε ένα παράδειγμα που σας είναι οικείο. Ας υποθέσουμε ότι έχετε ολ@ αγοράσει εσώρουχα από γνωστή αλυσίδα γρήγορης μόδας, για λίγα ευρώ. Λογικά, θα έχετε εντοπίσει ότι σε λιγότερο από 6 μήνες ξεχειλώνουν, τρυπάνε, τα λάστιχα ξεφτίζουν. Τι κάνετε; Πάτε και αγοράζετε ακόμη μια τριάδα, έχοντας την γνώση ότι σε 6 μήνες θα χρειαστεί να κάνετε το ίδιο και ξανά και ξανά και ξανά γιατί εκείνη την στιγμή δεν έχετε να δαπανήσετε 30€ για ένα και μόνο βρακί. Ναι, λοιπόν, εκείνος ο φίλος που σας είπε να κάνετε λίγη υπομονή και να πάρετε το πιο καλό, το βιώσιμο που είναι και πιο ακριβό έχει δίκιο, αν το είχατε κάνει, πιθανότατα θα είχατε αγοράσει ένα προϊόν made to last ή έστω, made to last longer.Τι γίνεται όμως όταν δεν έχετε ούτε καν τη δυνατότητα να αποταμιεύσετε; Τι γίνεται για παράδειγμα όταν έχετε ανάγκη από ένα ζευγάρι παπούτσια, γιατί τα περσινά χάλασαν και δεν μπορείτε να διαθέσετε παραπάνω από 20€ για καινούρια; Δεν είναι υπερβολή, είναι η πραγματικότητα πολλών Ελλήνων νέων, αλλά και μεγαλύτερων. Το fast fashion πατά λοιπόν ακριβώς εκεί, στην ανάγκη για κάτι φθηνό, που χρειάζεται να αποκτήσουμε γρήγορα. Φυσικά και ο αμέσως επόμενος λόγος για τον οποίο η γρήγορη μόδα επιβιώνει είναι είτε το να αγοράσουμε το τελευταίο trend με όσο το δυνατόν λιγότερο κόστος, καθώς υποψιαζόμαστε ότι δεν θα είναι μία διαχρονική αγορά, αλλά κάτι που την επόμενη σεζόν θα αναρωτιόμαστε τι σκεφτόμασταν όταν το πήραμε, χαζεύοντάς το στην κρεμάστρα, είτε να αγοράσουμε το τελευταίο trend ανεξαρτήτου διαχρονικότητας, επειδή φυσικά δεν έχουμε λεφτά να πάρουμε Balenciaga, αλλά δεν αντέχουμε να το φοράει η Kim Kardashian και να μην το έχουμε κι εμείς στην ντουλάπα μας.Η βιωσιμότητα, ειδικότερα στη μόδα, θα γίνει καθεστώς, αλλά θα γίνει για τα μεγάλα brands και για αυτούς που μπορούν να αποκτήσουν τα προϊόντα τους. Κολοσσοί γρήγορης μόδας εντάσσουν το sustainability στους τρόπους παραγωγής τους, αλλά η βασική τους αλυσίδα δεν παύει να είναι αυτή που γνωρίζουμε καλά και αυτή που θα συνεχίσει να παραμένει δημοφιλής, όσο παλεύουμε να πληρώσουμε ενοίκιο, ρεύμα και να μας μείνει και τίποτα για καμιά έξοδο. Και ναι μια στο τόσο θα στηρίξουμε και το βιώσιμο brand, θα πάρουμε ένα κομμάτι που θα το αγαπάμε και θα το προσέχουμε όσο τίποτα, θα βρούμε και κάτι φθηνό στο βιντατζάδικο που θα μας κάνει, αλλά θα είναι τρομερά δύσκολο να έχουμε μια εξολοκλήρου sustainable γκαρνταρόμπα.