Με αφορμή τον θάνατο του Βαγγέλη Παπαθανασίου επανήλθε στο μυαλό μου μία σκέψη, που κάνω όποτε πεθαίνει κάποιος σημαντικός άνθρωπος των τεχνών που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έχει σημαδέψει τις ζωές μας. Ποιο είναι αυτό το αντανακλαστικό που μας οδηγεί, στο άκουσμα της είδησης του θανάτου ενός αγαπημένου καλλιτέχνη να ποστάρουμε τραγούδια, εικόνες, ερμηνείες και αποχαιρετιστήρια σεντόνια λες και πρόκειται για κάποιο συγγενή; Συνεπαρμένοι από την μικροψυχία της ενήλικης ζωής και θολωμένοι από την σχεδόν καθημερινή αποκαθήλωση ειδώλων, είτε είναι ακόμα εν ζωή, είτε όχι, πολλοί από εμάς σκεφτόμαστε πως τέτοιου τύπου επικήδειοι δεν έχουν κανένα νόημα. Κοιτάμε με περιφρόνηση “δακρύβρεχτα” posts, αμφισβητούμε την αγάπη προς τον καλλιτέχνη εκείνου που ποστάρει. “Θα μας πεις εσύ τώρα για τον Mark Lanegan, που έχεις ακούσει μόνο ένα κομμάτι”, σκέφτηκε κάποιος σκρολάροντας στο πίσω κάθισμα ενός ταξί, ενώ γυρνούσε από νυχτερινή έξοδο τη στιγμή που συνειδητοποιούσε ότι πέθανε ο μουσικός.

Έχω επικρίνει πολλούς “επικήδειους” διασήμων στα κοινωνικά δίκτυα. Έχω σκεφτεί ότι, όταν κάποιος καλλιτέχνης πεθαίνει, είναι λες και νιώθουμε την υποχρέωση να είμαστε ακόμα και εκεί, στο θάνατο, μέρος της συζήτησης. Ότι το homage μας δεν είναι τίποτα περισσότερο από άλλη μια ευκαιρία για αυτοπροβολή και flex γνώσεων. Ποιος θα ποστάρει το πιο ψαγμένο τραγούδι για να μας πείσει ότι έχει ακούσει καντάρια μουσική; Ποιος θα ξεθάψει εκείνη την ερμηνεία, από μια φοβερά δυσνόητη ταινία για να αποδείξει ότι αντέχει να παρακολουθήσει art house σινεμά; Ποιος θα ποστάρει τον λιγότερο mainstream πίνακα για να μας “πει” ότι ξέρει από ιστορία της τέχνης;

Όταν είδα ότι πέθανε ο Τόλης Βοσκόπουλος, ο αγαπημένος τραγουδιστής της μαμάς μου και του αδερφού μου, αλλά και ο καλλιτέχνης που με έναν πολύ τρυφερό και σουρεάλ τρόπο όρισε την αρχή της δισκοθετικής μου πορείας δίπλα σε μια καλή φίλη με την οποια μοιραζόμαστε τον ίδιο θαυμασμό στο πρόσωπό του, πήρα αμέσως τη μητέρα μου τηλέφωνο και χωρίς να μου πει καν “Γεια” κατάλαβε ότι την κάλεσα ακριβώς για αυτό και αμφότερες βάλαμε τα κλάματα. Δεν πόσταρα τίποτα στα social media, παρά την τεράστια επίδραση που έχει επάνω μου ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης, τον είχα ήδη πενθήσει με έναν πολύ ξεχωριστό τρόπο.

Τα Χριστούγεννα 2016, που τα social media δεν ήταν ακόμη αυτό που είναι σήμερα ή που τέλος πάντων το να πιάσεις το κινητό σου, για να βρεις ένα τραγούδι ή μια εικόνα δεν ήταν τόσο αυτονόητο ή εύκολο όσο είναι σήμερα, γιόρταζα σε ένα φιλικό σπίτι με αγαπημένους ανθρώπους και συναδέλφους. Ο Θοδωρής ανακοίνωσε ξαφνικά σε όλους μας ότι ο George Michael πέθανε και αυτόματα, λες και ήταν δεδομένο, η πρώτη μας κίνηση ήταν να πάμε στο laptop που μέχρι εκείνη τη στιγμή έπαιζε κάτι στο οποίο δεν έδινε κανείς σημασία, να βάλουμε το “Freedom! ‘90” δυνατά, όσο ο Σταύρος είχε ανοίξει ένα δεύτερο tab για να ανεβάσει την είδηση στο site που όλοι εργαζόμασταν. Δεν θα ξεχάσω εκείνο το χορό και το sing along ποτέ.

Όσο για το πρωινό που όλοι μάθαμε ότι πέθανε ο David Bowie, με σημάδεψε για πάντα. Ήταν για μένα ταυτόχρονα ένα σοκ και “σχολή δημοσιογραφίας”, καθώς κλήθηκα να μιλήσω με ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών για τη σημασία του Starman στη ζωή τους και να παραδώσω στον κατάλληλο χρόνο – που ήταν πολύ περισσότερος από αυτόν που θα απαιτούνταν σήμερα – ένα κείμενο με τις σκέψεις τους. Δεν υπήρχε χρόνος και χώρος για τον προσωπικό μου θρήνο. Άλλωστε με έκανε cooler το ότι δούλεψα overtime για να τον τιμήσω. Εμαθα τον Scott Walker τη μέρα του θανάτου του, όσο άλλοι χρήστες του Facebook αποχαιρετούσαν τον σπουδαίο μουσικό και τον ευχαριστούσαν για το έργο του, που έγινε pop αναφορά τους. Όταν πραγματικά στεναχωρήθηκα για τον θάνατο του Daniel Johnston, έναν ιδιαίτερο καλλιτέχνη, μικρής κλίμακας και αποδοχής, πόσταρα ένα τραγούδι του περιμένοντας με αγωνία να δω ποιοι τον εκτιμούσαν το ίδιο μέσα από τα likes που πήρα, για να τους εκτιμήσω εκ νέου κι εγώ.

Γιατί σας κουράζω με όλες αυτές τις προσωπικές αναφορές; Γιατί τα είδωλά μας δεν είναι τυχαία “είδωλα” και επειδή ακόμα και ο θάνατός τους είναι το σκληρό νόμισμα της προσωπικής μας αποπεράτωσης. Είτε είναι στον μικρόκοσμο ενός πάρτι, μιας κλίκας, μιας αίθουσας σύνταξης, είτε στο μεγάλο πάρτι των social media. Παρόλα αυτά, μεγαλώνοντας και μπαινοβγαίνοντας διαρκώς από τη θέση του χρήστη σε αυτή του παρατηρητή εξαιτίας της επαγγελματικής μου ιδιότητας, αποφάσισα ότι αυτό είναι πολύ οκ. Και σήμερα, μετά τον θάνατο του Βαγγέλη Παπαθανασίου, είμαι πλέον σίγουρη. Δεν υπάρχει κάτι πιο όμορφο, σε αυτό το μέρος που λέγεται κοινωνικά δίκτυα και τις περισσότερες φορές είναι ένας ζοφερός τόπος, από το να μοιράζονται άνθρωποι θραύσματα του έργου καλλιτεχνών που τους έχουν συγκινήσει.

“Χρειάζεται να μας ενώσει ο θάνατος;”, ίσως σκεφτείτε. Δεν είναι λίγο μακάβριο; Τρώμε καθημερινά ο ένας τις σάρκες του άλλου για το παραμικρό, όμως μπροστά στον χαμό ενός καλλιτέχνη που έχει αγγίξει τον καθέναν από εμάς με διαφορετικούς τρόπους, ακόμα και στον απρόσωπο κόσμο του διαδικτύου, γινόμαστε μια αγκαλιά. Κι όμως, είναι τόσο σημαντικές αυτές οι ενωτικές στιγμές. Μας δίνουν την ευκαιρία να “μυριστούμε” εκ νέου, ειδικότερα σε μια εποχή που στερηθήκαμε αυτή τη χαρά εξαιτίας μιας πανδημίας που μας απέκλεισε από την αγαλλίαση να βρισκόμαστε σε αγαπημένους τόπους που ακούγεται η μουσική που μας αρέσει, παρέα με αγαπημένους ανθρώπους.

Τέλος, συμβαίνει κάτι ακόμα σημαντικό. Ίσως, ο θάνατος καλλιτεχνών, αλλά και το πώς τον αντιμετωπίζουμε στα κοινωνικά δίκτυα, να είναι επίσης και η απάντηση στο αν τους διαχωρίζουμε από το έργο τους, αυτή την τόσο δύσκολη συζήτηση που προσπαθούμε να κάνουμε χρόνια τώρα, ενδεχομένως από τον θάνατο του Michael Jackson κι έπειτα. Μαζί με τα είδωλά μας πεθαίνει στιγμιαία κι ένα κομμάτι μιας πιο ανέμελης εκδοχής του εαυτού μας. Όπως κι εκείνα, μας έχει κι αυτή εγκαταλείψει από καιρό, όμως για κάτι που μοιάζει ως μια διεσταλμένη στιγμή στο χρόνο, τα είδωλα αυτά ήταν τμήμα του προσωπικού μας σύμπαντος, μέρος της ιδιότητάς μας, ο κρίκος που ένωνε τη φυλή μας, όταν ήταν επιτακτική ανάγκη να ανήκεις κάπου.

Είναι πολύ οκ λοιπόν να θρηνούμε τα είδωλά μας στα social media κι ας θέλει ο cool, μεσήλικος εαυτός μας να μας πείσει για το αντίθετο. Καμία σημασία δεν έχει αν ένας ήξερε μονάχα το soundtrack του Blade Runner κι αν άλλος μπορεί να απαριθμήσει τις συνθέσεις του Vangelis μία προς μία. Ούτε είναι ντε και καλά ιδανικότερη μια βραδιά tribute στον David Bowie, από το να βάλεις απλά ένα κομμάτι του στον τοίχο σου ή στα stories σου. Γιορτάζουμε την κληρονομιά των ειδώλων μας ανάλογα με την εποχή στην οποία μας εγκαταλείπουν. Αν μη τι άλλο, από εχθές τα κοινωνικά δίκτυα έγιναν μια άτυπη “δισκοθήκη” του Vangelis και αν κάποι@ αγνοούσε κομμάτια του έργου του, τώρα έχει την ευκαιρία να περιηγηθεί σε αυτά μέσα από την πιο αγνή και άδολη ανταλλαγή γνώσης.

Άλλωστε οι καλλιτέχνες περνούν στην αθανασία από την πρώτη στιγμή που παράγουν σπουδαίο έργο, κι όχι όταν κλείνουν τελικά τα μάτια τους. Εμείς απλά, εκείνη τη στιγμή, θυμόμαστε αυτό τους το πέρασμα ξανά από την αρχή.