Γλυκιά Κυριακούλα γλυκοχαράζει (η προηγούμενη), η καινούργια εβδομάδα αχνοφαίνεται, κι εγώ βρίσκομαι σε ένα δίλημμα. Να κάτσω στα αυγά μου ή να κάνω κάτι καινούργιο. Βλέπεις η καραντίνα με έχει βάλει όπως και τους περισσότερους σε μια λούπα. Στασιμότητας, επανάληψης, βαρεμάρας. Ξυπνάω, δουλεύω, τρώω, χαζεύω, πού και πού λέω ότι γυμνάζομαι, ξανακοιμάμαι και δώστου πάλι από την αρχή. Έτσι, ό,τιδήποτε φαντάζει νέο, διαφορετικό και ίσως “δύσκολο”, μια πρόκληση (χμμ..) έρχεται σα δώρο Θεού στα μάτια μου, και στα εγκεφαλικά μου κύτταρα. Αλλά επειδή μάλλον είμαι από αυτούς που έχουν για μότο -τις περισσότερες μέρες- το συν Αθηνά και χείρα κίνει κάποιες φορές προκαλώ κι εγώ την τύχη μου. Έτσι λοιπόν την περασμένη Κυριακή αποφάσισα τελικά να μην κάτσω στα αυγά μου ήσυχα και ωραία. Αντίθετα, αποφάνθην να ακολουθήσω τον δρόμο τον σωστό, αυτόν που θα με σηκώσει από τον καναπέ, τον δρόμο του challenge!

Τώρα βέβαια το θέμα ήταν τι θα αυτοπροκαλεστώ να κάνω, θα ΄χε σίγουρα να κάνει με ρούχα προφανώς καθώς είναι γνωστή η πετριά μου, αλλά τι ακριβώς; Καθώς λοιπόν ετοιμαζόμουν για το πρωινό περπάτημα με ένα ποτήρι καφέ μπροστά στην ντουλάπα μου, ήρθε η έκλαμψη. Λευκό πουκάμισο but make it φάσιο. Σκέφτηκα λοιπόν να μου βάλω όριο να ντυθώ με το ίδιο λευκό κλασσικό πουκάμισο ποπλίνα που όλοι έχουμε στην ντουλάπα μας για πέντε μέρες στην σειρά, με διαφορετικό βέβαια styling. Να κάνω εδώ ένα disclaimer πολύ σημαντικό, το πουκάμισο πλύθηκε όχι μια όχι δύο άλλα τρεις φορές κατά την διάρκεια των 5 ημερών, μπορεί να μη με είδε άνθρωπος αλλά τα στάνταρ καθαριότητας κρατήθηκαν στη θέση τους, ευχαριστώ και συνεχίζω. Ξεκίνησα λοιπόν να ετοιμάζω τα outfit και μπορεί ο καιρός να μην επέτρεψε κάποια ιδαίτερη βόλτα -όπως ας πούμε όταν ντύθηκα Blair Woldorf και αλώνισα αδικαιολόγητα υπέρλαμπρη το μισό κέντρο- αλλά τον λόγο μου τον κράτησα κι ας ήταν για τα μάτια μου μόνο – και των απορημένων συγκατοίκων μου. Ιδού λοιπόν το χρονικό του Λευκού Πουκαμίσου.

Ημέρα πρώτη και ξεκινάω ψιλοσυντηρητικά. Παίρνω την κλασσική και πολύ αγαπημένη συνταγούλα τζίν με τισέρτ και προχωράω δυναμικά βάζοντας πουκάμισο σε ρόλο ζακετο-πανωφόρι. Κοτσάρω μποτάκι φίδι, με λίγο τακουνάκι για να ανέβει η διάθεση και ολοκληρώνω με αλυσίδες στο λαιμό για έξτρα κέφι. Να σημειωθεί εδώ ότι το παπούτσι έμεινε για αρκετή ώρα στο πόδι, δεδομένου ότι ήμουν μέσα στο σπίτι κατά βάση, και πρέπει να ομολογήσω ότι όντως μου έδωσε αυτό το ουμφ στο περπάτημα, αν και πήγα σε μια δυο στιγμές να φάω επική γλίστρα σαν μιαν άλλη Carrie Bradshaw στο επεισόδιο του καταστροφικού catwalk -το ζω γενικά.

Η δεύτερη μέρα μας βρίσκει σύσσωμους τους Αθηναίους με χιόνι μέχρι το γόνατο, κι εμένα να μην μπορώ να φορέσω προφανώς αυτό που έχω στο νου μου, κυρίως επειδή προτιμώ σε αυτή τη φάση να αποφύγω τα πολλαπλά κρυοπαγήματα αλλά και τη γάγκραινα. Παρ’ όλ’ αυτά δεν γινόταν να μην φορέσω το outfit το σωστό και έτσι έβαλα το πουκαμισάκι μου όπως έπρεπε, με παντελόνι καμπάνα, αρβύλα (δε φαίνεται εδώ αλλά έχει σημασία) και αυτό το λατρεμένο πανωφόρι φίδι -το λες και εμμονή. Έφτασα λοιπόν έτσι φάμπγιουλους από το σαλόνι μέχρι το ασανσέρ και άλλη μια μέρα κράτησα την υπόσχεσή μου όσο καλύτερα μπορούσα!

 

Φτάνει η Τετάρτη και έχουμε καλέσει -λίγους- φίλους στο σπίτι για κρασί και ψιλικοκό. Δε μπορώ βέβαια να αποφύγω το αγαπημένο πουκάμισο, αλλά δε θα ήθελα κιόλας αφού είναι ούτως ή άλλως κάτι που με χαρά θα φόραγα σε οποιαδήποτε αντίστοιχη περίσταση. Έτσι δράττομαι της ευκαιρίας και παρ’ όλο που δεν ήταν δα και κάποιο τρελό σουαρέ, φοράω ένα αρκετά έξτρα outfit με δερμάτινη φούστα, οπάκ καλσόν και μπότα κάπου στους 12 πόντους τακούνι, γιατί και πού αλλού θα έχω την ευκαιρία να το βάλω; Ομολογώ πως η μπότα βγήκε στο μισάωρο αλλά το υπόλοιπο έμεινε αυτούσιο και το χάρηκα όσο δε πάει.

 

Φτάνει και η επόμενη μέρα, ο καιρός επιτέλους ανοίγει και εγώ ξεμυτίζω για λίγο περπάτημα. Έχω ομολογουμένως λίγο βαρεθεί το πουκαμισάκι αλλά δεν υποκύπτω. Βρίσκω τρόπο να το αλλάξω και το βάζω μέσα από αυτό το πολύ αγαπημένο μου φόρεμα. Πετάω και sneaker για να ‘μαι άνετη -το φοράς και πετάς όπως έχει πει και η αείμνηστη γκαρσόνα β’- πατάω 6 και κάνω τη βόλτα μου κυρία. Να σημειώσω πως υπήρχε πανωφόρι γιατί όσο και αν το θέλω η άνοιξη δεν έχει έρθει ακόμα, απλά δε το φοράω εδώ γιατί δεν ήθελα να “κατεβάσω” το λουκ στη φωτογραφία, σαν σωστή ινσταγκράμε ινφλουένσε και μονδέλο που είμαι άλλωστε-νοτ.

 

Τελευταία ημέρα του challenge και με βρίσκει να ποζάρω σα μιαν άλλη Kate Moss -πολύ θα ήθελα- το σίγουρο είναι πως το ‘χω πιστέψει. Εν πάση περιπτώση, ολοκληρώνω με συνέπεια και στρατιωτική πειθαρχία την αυτοπρόκληση μου και φοράω πιστό καλό τζινάκι με το πουκάμισο από πάνω ριχτό και για την τσαχπινιά πετάω και το πολυφορεμένο μου καλοκαιρινό πλεκτό bralet. Μου ‘ρχονται αναμνήσεις από το ωραίο καλοκαιράκι, κλαίω λίγο αλλά επανέρχομαι, και το σετάρω με μοκασίνι κροκό. Βάζω και κραγιόν για να το παίξω μοιραία και η μέρα περνάει λίγο πιο όμορφα. Γιατί τελικά, πρέπει να βάλουμε κι εμείς λίγο τον εαυτό μας να σηκωθεί από τον καναπέ, να βγάλει τις πυτζάμες και να θυμηθεί την χαρά των απλών πραγμάτων, της φροντίδας του εαυτού, ότι και να σημαίνει αυτό για τον καθένα. Γιατί όσο γραφικό και αν ακούγεται, είναι τα μικρά καθημερινά και αγαπημένα πράγματα αυτά που θα μας δώσουν το πολυπόθητο ουμφ στο τέλος της ημέρας.