Όχι πολύ παλιά, τα πληκτρολόγια ηχούσαν ρυθμικά σαν κλακέτες μέσα στις αίθουσες σύνταξης καθώς συντάκτες παγκοσμίως καλούνταν να αντιμετωπίσουν ένα νέο σοσιαλμιντιακό φαινόμενο – τις (κυρίως) “απρόκλητες” dick picks. Ποτέ πριν δεν είχε ασχοληθεί κανείς τόσο με το ανδρικό μόριο το οποίο μπορεί να εμφανίζονταν χωρίς να έχουμε ζητήσει να το δούμε στις οθόνες μας. Μια πανδημία και μία cancel culture μετά, ευτυχώς έχουμε σταματήσει σε μεγάλο βαθμό να λαμβάνουμε χωρίς τη συναίνεσή μας τα ματζαφλάρια ατόμων με (μάλλον) εξαιρετικά μεγάλη αυτοπεποίθηση, καθώς ίσως να έγινε κατανοητό ότι πρόκειται για μία παραβιαστική συμπεριφορά.

Πρόσφατα ωστόσο, ο διεθνής Τύπος άρχισε να ασχολείται ξανά με τα πέη, αυτή τη φορά με αυτά που εμφανίζονται στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη. Οι συντάκτες βρίσκονται σε μια σύγχυση, καθώς πρόσφατα εντόπισαν ότι η ανδρική γύμνια στο σινεμά και την τηλεόραση αρχίζει να γίνεται όλο και πιο εμφανής. Πέη συνήθως όχι σε στύση, κάνουν την εμφάνισή τους όλο και πιο συχνά. Τη συζήτηση ξεκίνησε – φαντάζομαι χωρίς να θέλει – το οσονούπω οσκαρικό μόριο του Benedict Cumberbatch, το οποίο και βλέπουμε στο “Power of the Dog”. Μαζί με κάποια άλλα πέη που έκαναν πρόσφατα την εμφάνισή τους όπως το (προσθετικό) του Eric Dane, στη δημοφιλή σειρά “Euphoria”, το επίσης προσθετικό του Sebastian Stan στη σειρά “Pam & Tommy”, αλλά και του Evan Handler (λέγε με και Harry Goldenblatt) στο “And Just Like That” οι γραφιάδες άρχισαν να προβληματίζονται. Τι έχει αλλάξει στην απεικόνιση του ανδρικού σώματος στον κινηματογράφο και την τηλεόραση;

“1990”, Bernardo Bertolucci (1976)

Η φασαρία είναι εν μέρει αδικαιολόγητη. Στο arthouse σινεμά, για παράδειγμα, τα ανδρικά πέη και μάλιστα τα αληθινά, όχι προσθετικά, ήταν ανέκαθεν εκεί. Τα παραδείγματα είναι πολλά (για την ακρίβεια σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον site μπορείτε να δείτε 149 από αυτά). Από τα πέη του Robert DeNiro και του Gerard Depardieu που ξεκουράζονται αμφότερα ανάμεσα σε ένα γυναικείο κορμί στο θρυλικό “1900” του Bernardo Bertolucci και το πέος του Willem Dafoe το οποίο και βλέπουμε να συνθλίβεται στο “Antichrist” του Francis Von Trier, μέχρι το μόριο του Michael Fassbender στο δράμα ενός σεξομανή στο “Shame” του Steve McQueen και εκείνο του Vincent Gallo στο “Brown Bunny” που παίρνει στο στόμα της η Chloë Sevigny. Αυτό που ενδεχομένως “σοκάρει” και κάνει ιδιαίτερα τους αμερικανούς συντάκτες να μιλούν για φόβο της Αμερικής απέναντι στο ανδρικό μόριο είναι ότι πια το βλέπουμε σε πιο mainstream προϊόντα.

Μέχρι πρότινος λοιπόν, στον mainstream κινηματογράφο η επαφή μας με το ανδρικό μόριο στη μυθοπλασία ήταν σε επίπεδο “peeping Τom”. Ακούγαμε για μία επερχόμενη full frontal σκηνή του άνδρα πρωταγωνιστή για παράδειγμα, στο πλαίσιο της προώθησης της ταινίας και στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ένα glimpse, μια φευγαλέα στιγμή, που λίγο επικεντρωμένος πχ να ήσουν σε ένα συναρπαστικό φωτιστικό στο δωμάτιο που βρίσκεται γυμνός ο πρωταγωνιστής, μπορεί να και να μην την έπιανες καν. Για αυτό και μετά, στη θέαση στο σπίτι, καθόμασταν σε επαγρύπνηση μέχρι να έρθει η εν λόγω σκηνή, έτσι ώστε να κάνουμε rewind και να έπειτα να πατήσουμε pause για να δούμε μια θολή, κουνημένη εικόνα του μορίου του αγαπημένου μας σταρ, όπως ακριβώς συνέβη και θα συμβαίνει για πάντα με την εμβληματική σκηνή της Sharon Stone στο “Βασικό Ένστικτο”. Ένα είδος έξαψης μας διακατείχε για παράδειγμα όταν γνωρίζαμε ότι στο “Gone Girl” θα πάρουμε μάτι το πέος του Ben Affleck, κι ακόμα κι αν τελικά δεν διακρίναμε απολύτως τίποτα, βολευόμασταν με το εκστατικό συναίσθημα που μας άφηνε η υποψία του γυμνού σώματος κι αυτό για δύο λόγους, α) επειδή από μόνο του είναι συναρπαστικό, β) γιατί η έκθεση είναι ακόμα συναρπαστικότερη. Το ανδρικό γυμνό σώμα έδινε ρεαλιστική υπόσταση στα είδωλά μας.Εκείνο άρα που αξίζει πραγματικά να εξετάσουμε στην πρόσφατη επέλαση χολιγουντιανών φαλλών είναι αν το γυμνό ανδρικό σώμα απεικονίζεται πια ως αυτό που είναι, δηλαδή ανθρώπινο σώμα, απλό και φυσικό, οργανικά δεμένο με την πλοκή, και όχι με σκοπό το γέλιο όπως πολύ συχνά συνέβαινε μέχρι σήμερα, καθώς ο μόνος ασφαλής τρόπος για να αντιμετωπίσει η mainstream pop κουλτούρα το ανδρικό μόριο ήταν ο “αριστοφανικός” τρόπος (αν μου επιτρέπετε, ακόμα και στο συγκλονιστικό κατά τ’ άλλα “Boogie Nights” του Paul Thomas Anderson, ο εξαιρετικά προικισμένος porn star που υποδύεται ο Mark Wahlberg, στην full frontal σκηνή του, το (προσθετικό) του μέλος υποκύπτει στην “υποκριτική υπερβολή” η οποία αδιαμφισβήτητα ενέχει κάτι το κωμικό), έναντι του γυναικείου από το οποίο εδώ και δεκαετίες έχει πάντα απαιτήσεις, δηλαδή την εξής μία – το να καυλώνει.

Οφείλουμε να εξετάσουμε δύο πράγματα: Πρώτον, είναι αυτό το σωστό timing για το ανδρικό γυμνό στην ιστορία του σινεμά και της τηλεόρασης, απότοκο της ανίερης συμμαχίας απελευθερωμένης σεξουαλικότητας και πολιτικής ορθότητας, η οποία θα φέρει σιγά – σιγά την απομυθοποίηση του γυμνού, το οποίο θα πάψει να αποτελεί πρόκληση, ανεξαρτήτως φύλου; Δεύτερον, τι σημαίνει σωστό timing για το ανδρικό γυμνό; Μήπως αυτή η προσπάθεια της εξάλειψης του male gaze που βλέπουν κάποιοι στην απεικόνιση του ανδρικού μορίου σε χαλαρή κατάσταση, καταλήγει τελικά με έναν μαγικό τρόπο να λειτουργεί (και πάλι) υπέρ των ανδρών; Η απεικόνιση του ανδρικού μορίου στον κινηματογράφο και την τηλεόραση γίνεται με τους πλέον “σωστούς” όρους. Ένα χαλαρό ανδρικό μόριο σε σχέση με ένα πέος σε στύση αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Θα λέγαμε λοιπόν πως, σε σχέση με τις γυναίκες, οι άνδρες στέκονται και πάλι προνομιούχοι.Είναι στιγμή που τα πραγματικά πέη, τα φλατ και κυρίως τα μη προσθετικά πέη θα λάμψουν, όπως και θα έπρεπε, αν αυτή είναι η καλλιτεχνική ματιά του σκηνοθέτη, ο τρόπος με τον οποίο ο ηθοποιός θέλει να ερμηνεύσει τον χαρακτήρα του (για παράδειγμα ο Oscar Isaac επέμενε ο ίδιος να είναι γυμνός στην περίφημη σκηνή στο “Dune”, καθώς πίστευε ότι θα αποδώσει έτσι καλύτερα την ευάλωτη κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο χαρακτήρας του) χωρίς ωστόσο να υπόκεινται σε κάποια πίεση να φανούν εξιδανικευμένα, όπως επίμονα συμβαίνει με τα γυναικεία στήθη και αιδοία στο mainstream σινεμά και τη mainstream τηλεόραση.

Καθώς βέβαια το νόμισμα έχει πάντα δύο όψεις, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε αν η “ξαφνική” παρουσία του ανδρικού μορίου σε μία κατάσταση που δεν θα προκαλέσει γέλιο, αλλά ούτε και “θαυμασμό”, υπαγορεύεται από τους καιρούς που ζούμε. Μήπως ένα ανδρικό μόριο σε στύση θα μπορούσε να ιδωθεί ως κάτι απειλητικό; Κι όμως η μορφολογία των γεννητικών οργάνων και η βιολογική λειτουργία τους μπορεί να έχει σημειολογική χροιά. Την σεξουαλική διέγερση μιας γυναίκας μπορούμε απλώς να την υποθέσουμε και ακόμα κι αν οπτικοποιούνταν, αν για παράδειγμα μπορούσαμε με έναν οπτικό τρόπο να αντιληφθούμε ότι μία γυναίκα είναι υγρή ή ότι το αιδίο της συσπάται από ηδονή, θα ήταν μια απειλητική εικόνα σε σύγκριση με ένα σκληρό ανδρικό μόριο; Μάλλον όχι.

Σε αυτή τη συζήτηση δεν μπορεί να μη βάλει κανείς και την ευαλωτότητα που ενέχει η απεικόνιση της ανδρικής ανατομίας. Θύματα της πατριαρχίας είναι και οι ίδιοι οι άνδρες που από αρκετά τρυφερή ηλικία εν είδει πλάκας μαθαίνουν ότι αν το μόριο τους δεν είναι “αρκετά μεγάλο” ή “αρκετά παχύ”, αυτό τους κάνει λιγότερο άνδρες και ενδεχομένως ανίκανους να ικανοποιήσουν μια γυναίκα. Και όχι, δεν έχουμε μιλήσει αρκετά για το πόσο μικρό ρόλο τελικά παίζει το μέγεθος και εν μέρει αυτό βαραίνει και τα κυρίως θύματα των πατριαρχικών προτύπων, εμάς τις γυναίκες. Οι συζητήσεις πάνω από μερικά ποτήρια Cosmopolitan ποτισμένα με τα δάκρια της Samantha του SATC επειδή ο εραστής της “τον έχει μικρό”, άνοστα αστειάκια και ανέκδοτα για κύριους που μπαίνουν μέσα μας και δεν το καταλαβαίνουμε πατούν πάνω σε πρότυπα που έχουν κατασκευαστεί από άντρες, αλλά θα ήταν το λιγότερο υποκριτικό αν δεν ομολογήσουμε ότι τα “αγκαλιάσαμε” για δεκαετίες κι εμείς οι γυναίκες, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το μέγεθος του ανδρικού μορίου είναι μια συζήτηση “κομμωτηρίου”, ένα πιπεράτο κουτσομπολιό με τις κολλητές, ενώ κάνουμε νύχια, τη στιγμή που η πραγματικότητα απέχει παρασάγγας από αυτό.

Ο φαλλός ως σύμβολο έχει πολλά επίπεδα και η όλη συζήτηση για την απροσδόκητα “έντονη” παρουσία του στην φυσική του υπόσταση σε ταινίες και σειρές τους τελευταίους μήνες έχει σίγουρα ενδιαφέρον. Όμως, το σινεμά και η τηλεόραση δεν ανακάλυψαν τα πέη όταν ο Cumberbatch βούτηξε σε μια λίμνη. Απλώς ο Τύπος αποφάσισε να στρέψει εκ νέου το ενδιαφέρον πάνω τους, προσεγγίζοντας τα όπως επιτάσσει η εποχή. Μέσα από ένα πρίσμα σεμνοτυφίας και ψευτοσυντηριτισμού, παρουσιάζοντάς τα σαν κάτι καινοφανές το οποίο καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε και τα οποία για να τα βλέπουμε τόσο συχνά οφείλουν να έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα, να είναι έστω προπομπός αλλαγής της απεικόνισης του γυμνού σώματος – πάντα βάζοντας στο επίκεντρο της συζήτησης την αντικειμενοποίηση του γυναικείου σώματος από τις εν λόγω βιομηχανίες για χρόνια.

Μπορεί τα χαλαρά ανδρικά πέη που είδαμε τις τελευταίες εβδομάδες σε μικρές ή μεγάλες οθόνες να είναι όλα τα παραπάνω, αλλά και τίποτα απ’ όλα αυτά. Το μοναδικό ζήτημα εδώ είναι η κανονικοποίηση του γυμνού ανεξαρτήτως φύλου σε όλες του τις καταστάσεις. Για λόγους πλοκής, ερμηνείας ή της καλλιτεχνικής έκφρασης του σκηνοθέτη, ακόμα κι αν έχει σκοπό να είναι σαγηνευτικό ή αποκρουστικό, σε διέγερση ή όχι, όπως όταν βγαίνουμε από το μπάνιο ή όταν βγάζουμε τα ρούχα μας μετά από μια δύσκολη μέρα, το ανθρώπινο σώμα οφείλει να είναι πάνω απ’ όλα αληθινό.