Η Erin Vassilopoulos, η σκηνοθέτις του “Superior”, ενός βραδυφλεγούς νεο-νουάρ που προέκυψε ως το “sequel” της ομώνυμης μικρού μήκους της, είναι μια δημιουργός με εξαιρετικά ανοιχτές κεραίες. Αυτές λαμβάνουν μυριάδες σήματα, αλλά ακόμα και μέσα στην χαοτική φασαρία συγγενών και ετερόκλητων αναφορών που την βομβαρδίζουν, καταφέρνει μαζί με την Alessandra Mesa η οποία όχι μόνο συνυπογράφει το σενάριο, αλλά επίσης πρωταγωνιστεί στην ταινία, να συνθέσει ένα σκοτεινό φιλμ, που ενώ φαινομενικά πατάει σε μία πλοκή που έχουμε δει εκατοντάδες φορές στο σινεμά, αυτή των διδύμων αδερφιών που αλλάζουν θέσεις, να εκθέσει τους χαρακτήρες και να τους φέρει αντιμέτωπους με τις επιλογές τους, ακόμη και μέχρι το τελευταίο λεπτό, αλλά και να κάνει ένα καίριο σχόλιο πάνω στην έμφυλη βία και τις καταστροφικές συνέπειες που αυτή έχει για τις γυναίκες – θύματα, αν συνεχίσουμε να κλείνουμε τα μάτια απέναντί της. 

Το “Superior” καταπιάνεται με την ιστορία δύο διδύμων, της Marian και της Vivian και την ταραγμένη τους σχέση, εξερευνώντας τις γυναικείες σχέσεις, με φόντο τα τραύματα του παρελθόντος και μια μικρή συντηρητική πόλη κάπου στις ΗΠΑ, κάπου στα 80s’. Αυτή η έλλειψη συγκεκριμένου πλαισίου χρόνου και τόπου συνεισφέρει στην υποβλητική ατμόσφαιρα της ταινίας, η οποία γυρισμένη σε φιλμ, διατρέχεται παράλληλα από μία έντονη 80s’ αισθητική, όχι στην υπερβολή της, αλλά περισσότερο σαν ένα nod στο new wave ρεύμα και ταυτόχρονα σαν ένα σαρκαστικό σχόλιο πάνω στην γυναίκα – τρόπαιο της ίδιας εποχής. 

Όταν η Marian βρίσκεται κυνηγημένη, καταφεύγει στο μόνο μέρος που ξέρει ότι θα είναι ασφαλής: το σπίτι των παιδικών της χρόνων. Εκεί, την υποδέχεται η Vivian, η δίδυμη αδερφή της με την οποία έχουν αποξενωθεί τα τελευταία χρόνια. Η Vivian είναι μια νοικοκυρά που παλεύει να μείνει έγκυος και βλέπει τον γάμο της να βαδίζει στον γκρεμό. Παρότι μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, οι δύο αδερφές ζούνε εντελώς αντίθετες ζωές. Η μυστηριώδης επιστροφή της Marian διαταράσσει τη ρουτίνα της μικρής πόλης στην οποία έχει συνηθίσει η Vivian και οι δυο αδελφές πρέπει να βρουν τον τρόπο να επανασυνδεθούν και να συμφιλιωθούν. Όταν η Marian έρθει αντιμέτωπη με το σκοτεινό παρελθόν που τη στοιχειώνει, οι δύο αδελφές περιέρχονται σε πολύ μεγάλο κίνδυνο.

Η Erin Vassilopoulos, λίγο πριν τη προβολή της ταινίας της στο Film Forward, το ένα από τα τρία διαγωνιστικά προγράμματα του φετινού 62ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το οποίο αποκτά διαγωνιστικό χαρακτήρα για πρώτη φορά αυτή τη χρονιά και προτείνει ριζοσπαστικές ταινίες, μιλάει στο One of Us, για όλα εκείνα τα κομμάτια που συνθέτουν το Superior. 

Γιατί επιλέξατε να διαδραματίζεται η πλοκή πίσω στα 80s’; Η αισθητική της εποχής βοηθά στην σκοτεινή ατμόσφαιρα που διατρέχει το φιλμ; 

Πολλοί και διαφορετικοί λόγοι με οδήγησαν σε αυτή την απόφαση. Γεννήθηκα στις αρχές του ‘80 και παρόλο που ήμουν παιδί εκείνη την εποχή, η αισθητική και η δεκαετία αυτής της δεκαετίας τελικά με επηρέασε πολύ. Ακόμα με ελκύουν τα αναλογικά υλικά – ήξερα ότι θέλω να γυρίσω το “Superior” σε φιλμ και γενικότερα ήθελα η ταινία να έχει υφή, οπτικά και ηχητικά. Σε επίπεδο στόρι ήξερα επίσης ότι δεν με ενδιαφέρει η σύγχρονη τεχνολογία για αυτό το πρότζεκτ. Ένα μεγάλο μέρος του φιλμ αφορά χαρακτήρες που δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, δεν κάνουν διάλογο, κλπ. Έτσι, δεν ήθελα η Marian να μπορεί να σηκώσει το iPhone και να στείλει μήνυμα στη Vivian για παράδειγμα. 

Τι προσδοκούσατε να αντλήσετε από την, ας πούμε, “κοινή” πλοκη που θέλει τους δίδυμους να παίρνουν ο ένας το ρόλο του άλλου; Αυτή η εναλλαγή θέσεων εκθέτει τους χαρακτήρες όπως επίσης και τις ελπίδες και τα όνειρά τους; Τους έφερε αντιμέτωπους με τους εαυτούς τους και τις ζωές που ζούσαν μέχρι εκείνη τη στιγμή; 

Από την αρχή το “Superior” είχε μία διττότητα ως προς την οργάνωση μαζί με την co-writer μου, Ale (Alessandra) Mesa και ένιωσα ότι υπάρχει οπωσδήποτε κάτι βαθύτερο σε αυτό το κλισέ με τους διδύμους που ανταλλάσσουν θέσεις το οποίο θέλαμε να αξιοποιήσουμε. Το φιλμ είναι η επέκταση μίας μικρού μήκους που έγραψα και σκηνοθέτησα πίσω στο 2015, επίσης με τον τίτλο “Superior”, η οποία εξερευνά τα τις δυσκολίες ανάμεσα σε δύο έφηβες δίδυμες και τη στιγμή που η μία από τις δύο θέλει να ξεχωρίσει από τη δίδυμή της για πρώτη φορά. Γνωρίζοντας πόσο διαφορετική είναι μία μικρού από μία μεγάλου μήκους από άποψη φόρμας, δεν ήθελα να μετατρέψω την μικρού σε μεγάλου μήκους. Αντ’ αυτού η Ale κι εγώ ενθουσιαστήκαμε με την πιθανότητα να δημιουργήσουμε ένα άλμα στο χρόνο, έτσι ώστε η μεγάλου μήκους να πιάνει την ιστορία των ίδιων διδύμων, της Marian και της Vivian, 6 χρόνια από εκεί που την άφησα με τη μικρού μήκους, προσθέτοντας το backstory ότι η Marian το έσκασε από το σπίτι λίγο μετά και οι αδερφές δεν έχουν ειδωθεί από τότε. 

H σκηνοθέτις του “Superior”, Erin Vassilopoulos

Με δεδομένη αυτή τη ρωγμή στη σχέση τους θέλαμε να φτιάξουμε πολύ διαφορετικούς κόσμους και τρόπους ζωής για την κάθε αδελφή. Πέρα από την “απόδρασή” της από έναν κακοποιητικό σύντροφο, η Marian επιστρέφει από μία ζωή διαρκώς στο δρόμο, περιοδεύοντας με την μπάντα της έχοντας μια πιο punk συμπεριφορά, επικεντρώνεται στο εδώ και τώρα. Σε αντίθεση με την αδερφή της Vivian που δεν έχει αφήσει ποτέ την πόλη που γεννήθηκαν και είναι κάπως κολλημένη στην οικιακή της ρουτίνα, βαριέται στον γάμο της ενώ προσπαθεί να μείνει έγκυος και μετανιώνει το γεγονός ότι δεν εργάζεται. Παρόλο λοιπόν που οι δύο αδερφές έρχονται από διαφορετικές αφετηρίες είναι και οι ίδιο παγιδευμένες με έναν τρόπο. Η Marian παγιδευμένη σε μία κακοποιητική σχέση και κύκλους βίας από τους οποίους δεν μπορεί να αποδράσει, η Vivian στην οικιακή σφαίρα και στους καθημερινούς κύκλους του νοικοκυριού και των προσπαθειών να κάνει παιδί. Και πάνω σε αυτό προστίθεται το γεγονός ότι είναι παγιδευμένες επειδή δεν μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. 

Η Ale κι εγώ λοιπόν χαρήκαμε που δημιουργήσαμε αυτές τις διττές αφηγήσεις και μετά σιγά – σιγά τις μπλέξαμε, όταν η Marian και η Vivian άρχισαν να παίρνουν η μία τη θέση της άλλης, μπλέκοντας την ταυτότητα κάθε αδερφής μέχρι να γίνουν ξανά ένα στο τέλος. Ο στόχος μας ήταν, μπαίνοντας κυριολεκτικά η μία στα παπούτσια της άλλης, κάθε αδερφή να κατανοήσει αυτό που βιώνε η άλλη και ταυτόχρονα να εξερευνήσει μία άλλη πλευρά του εαυτού της. Την Ale κι εμένα μας ενδιαφέρουν πολύ ζητήματα ταυτότητας και χαρακτήρες που δεν νιώθουν ακριβώς άνετοι με τον εαυτό τους για τον ένα ή τον άλλο λόγο, έτσι αυτό μας επέτρεψε να εξερευνήσουμε χαρακτήρες που δοκιμάζουν διαφορετικές ταυτότητες. Ως σεναριογράφοι είχαμε επίσης την ευκαιρία να εξερευνήσουμε διαφορετικές πτυχές του εαυτού μας μέσα από την Marian και την Vivian.

Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για τις επιλογές των κοστουμιών; Μοιάζουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στην διττότητα των δύο διδύμων. Υπάρχει κάποια ενδιαφέρουσα ιστορία που θα μπορούσατε να μοιραστείτε από το thrift shop – treasure hunting για αυτά τα items;

Δούλεψα πολύ κοντά στην ενδυματολόγο μας Allison Pearce έτσι ώστε να βρούμε τα σωστά κοστούμια για κάθε χαρακτήρα, ειδικά για την Marian και την Vivian. Όπως σημειώνετε κι εσείς η διττότητά τους αντανακλάται πολύ ενδυματολογικά, κάτι που μας βοήθησε να συμβολίσουμε τους διαφορετικούς κόσμους από τους οποίους προέρχονται. Παρόλο που φιλμ τοποθετείται χρονικά στο 1987, δεν ήθελα να υπερβάλω με την 80τιλα, καθώς ήθελα το φιλμ να είναι επίσης άχρονο, κάτι που νομίζω ότι καταφέραμε ανακατεύοντας 80s’ ρούχα με μερικά πιο μοντέρνα κομμάτια. Το χρώμα επίσης είναι πολύ σημαντικό για μένα, συγκεκριμένα το κόκκινο. Ήξερα ότι η Marian έπρεπε να συνδέεται με αυτό το χρώμα από την αρχή της ταινίας. Στο τέλος και η Vivian αρχίζει να βάζει περισσότερο κόκκινο στα outfit της, μέχρι την πρώτη φορά που μπαίνει εντελώς στα παπούτσια της Marian. Δεν πήγα η ίδια για treasure hunting, αλλά ξέρω ότι η ομάδα μας έψαξε όλη τη Φιλαδέλφεια και τη Νέα Υόρκη για τα σωστά κομμάτια. Μια ακόμη επιρροή για τα κοστούμια υπήρξαν συγκροτήματα της δεκαετίας του ΄80. Κοιτάξαμε συγκεκριμένα την γκαρνταρόμπα punk και post punk και New Wave συγκροτημάτων όπως οι X, The Slits, Blondie, κ.α. 

Η μουσική επίσης παίζει σημαντικό ρόλο στην ταινία.. 

Μου αρέσει να σκέφτομαι τη μουσική πολύ νωρίς σε ένα πρότζεκτ και καθώς η Ale Mesa κι εγώ ακόμη γράφαμε το σενάριο, έτυχε να δω τη συνθέτη μας Jessica Moss, να παίζει live στο Μπρούκλιν. Άνοιξε με το κομμάτι της “Particles,” ένα 22λεπτο πειραματικό κομμάτι το οποίο, όπως εξήγησε στο live, παίζει με την έννοια της Κβαντικής διεμπλοκής, ένα φυσικό φαινόμενο που συμβαίνει όταν μια ομάδα σωματιδίων δημιουργείται με τρόπο τέτοιο ώστε η κβαντική κατάσταση του καθενός να μην μπορεί να περιγραφεί ανεξάρτητα από την κατάσταση των άλλων, ακόμη και όταν τα σωματίδια χωρίζονται σε τεράστια απόσταση. Η μεταφορά, μου φάνηκε τόσο τέλεια για την ιστορία που γράφαμε – δίδυμες αδερφές που συνεχίζουν να μοιράζονται έναν διαισθητικό δεσμό, ακόμη και μετά από έξι χρόνια που έχουν να ειδωθούν. 

Όταν η Jessica άρχισε να παίζει το κομμάτι μαγεύτηκα και έτσι την προσέγγισα μετά τη συναυλία και κάναμε έναν διάλογο ο οποίος οδήγησε στο να αναλάβει εκείνη τη μουσική της ταινίας. Αυτό το κομμάτι, το  “Particles” λειτουργεί σαν ένα επαναλαμβανόμενο θέμα κατά τη διάρκεια της ταινίας, το οποίο κυριαρχεί στα τελευταία 10 λεπτά της. Η υπόλοιπη μουσική επιμέλεια της ταινίας περιλαμβάνει 80s’ τραγούδια τα οποία πήρε πολύ χρόνο να αποκτήσουμε, καθώς τα δικαιώματα για μουσική άλλης εποχής είναι πολύ ακριβά. Ήταν κάπως αγχωτικό, αλλά αγαπώ τη μουσική και στην πορεία κατέληξα να ανακαλύπτω πολλούς καλλιτέχνες που δεν γνώριζα και ταιριάζουν καλύτερα στην ταινία από άλλη μουσική αυτής της δεκαετίας που ήλπιζα να χρησιμοποιήσω, έτσι είμαι χαρούμενη με το πού βρίσκεται το soundtrack.

Ο θάνατος του διώκτη της Marian μοιάζει να είναι λυτρωτικός και για τη Vivian που ζούσε μία βαρετή ζωή στα προάστια. Πού θα λέγατε ότι βρίσκεται το “Superior” στη γενικότερη δημόσια συζήτηση για τα δικαιώματα των των γυναικών, το κίνημα #metoo και την έμφυλη βία;

H Alessandra Mesa συνυπογράφει το σενάριο και πρωταγωνιστή επίσης με την δίδυμη αδερφή της στην ταινία

Από την αρχή ήξερα ότι ήθελα το Superior να είναι ένα μείγμα ειδών που να περιέχει στοιχεία δράματος, θρίλερ και τρόμου. Στις αρχικές μας συζητήσεις η Ale κι εγώ ανακαλύψαμε ότι είχαμε και οι δύο επηρεαστεί από το ντοκιμαντέρ για τον Robert Durst, το “The Jinx” του Andrew Jarecki. Ο Durst δολοφόνησε τη γυναίκα του Peggy Durst, το 1982 στη Νέα Υόρκη, παρόλο που το πτώμα της δεν βρέθηκε ποτέ. Με προβλημάτισε βαθιά το γεγονός ότι ήταν ξεκάθαρο στην Peggy ότι ο Robert θα την σκότωνε, αλλά δεν μπόρεσε να ξεφύγει πριν εκείνος το κάνει. Αναστατωμένες από αυτή την πλευρά της ιστορίας, η Ale κι εγώ αποφασίσαμε η αφετηρία του  Superior να είναι ο αγώνας μιας γυναίκας να ξεφύγει από τον κακοποιητικό σύντροφό της. 

Στην έρευνά μου με επηρέασε επίσης πολύ ένα βιβλίο, το No Visible Bruises της Rachel Louise Snyder, και σημεία του επηρέασαν και το σενάριο. Θυμάμαι ένα απόσπασμα που σε στοιχειώνει, για μία γυναίκα, την Michelle Monson Mosure που δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της Rocky, πριν σκοτώσει τα δυο τους παιδιά και έπειτα αυτοκτονήσει. Στο βιβλίο, η αδερφή της Michelle, Alyssa, θυμάται την προσπάθειά της να σκεφτεί κάθε πιθανό τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να έχει βοηθήσει την αδερφή της να ξεφύγει από τον σύζυγό της, αλλά τελικά καταλήγει, “Αυτός ο άντρας θα μπορούσε να έχει σπαταλήσει όλη του την ενέργεια, κάθε του δεκάρα για να την εντοπίσει”. Μετά αναφέρει πως σκέφτηκαν να αλλάξει η Michelle ταυτότητα, να την κρύψουν, ακόμα και την πιθανότητα να ξεφορτωθούν με κάποιον τρόπο τον  Rocky “Το μυαλό σου μπορεί να πάει πολύ μακριά, ξέρεις”, λέει. “Σκεφτόμουν, κάποιος πρέπει να τον σκοτώσει για θα την σκοτώσει”. Και το έκανε. 

Αυτό το απόσπασμα πραγματικά με τάραξε και με ενέπνευσε να θέλω να γράψω μια ιστορία για μία γυναίκα σε φυγή της οποίας το μοναδικό καταφύγιο από την κακοποίηση είναι να σκοτώσει τον άντρα της. Το τέλος της ταινίας είναι αμφίβολο για μένα λοιπόν. Από τη μία η Marian και η Vivian απελευθερώνονται. Έχουν μια ισορροπία πλέον στη σχέση τους και η Marian δεν χρειάζεται να φοβάται πια για τη ζωή της, ενώ η Vivian διαπέρασε με επιτυχία το δίχτυ ασφαλείας της, ξυπνώντας πια από τη βαρετή της ρουτίνα. Αλλά την ίδια στιγμή, σκοτώνοντας τον Robert, η Marian είναι και πάλι φυγάς, αυτή τη φορά από το νόμο και αυτή η πράξη πιθανότατα ανοίγει νέους κύκλους δράματος. Έτσι για μένα, το γεγονός ότι για κάποιες γυναίκες ο μόνος τρόπος να ξεφύγουν από την κακοποίηση είναι ο φόνος είναι εξαιρετικά τρομακτική προοπτική.