Η συζήτηση για το τι σημαίνει για τον καθένα ένα μπαρ αποτελούσε πάντα, ακόμη και προ πανδημίας, ένα θέμα που απασχολούσε τις παρέες. Δεν διασκεδάζουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι προτιμούν να πίνουν μόνοι, άλλοι αγαπούν να συγκεντρώνουν γύρω τους μεγάλες παρέες, πολλοί είναι εκείνοι που μοιράζονται τη μπάρα μονάχα με έναν – δυο καλούς φίλους. Κάποιοι θέλουν ταυτόχρονα να χορεύουν και μερικοί προτιμούν να κάτσουν με τις ώρες σε ένα τραπεζάκι. Σε όποια κατηγορία και αν ανήκει κανείς, από το ξέσπασμα τις πανδημίας κι έπειτα έχει δει τους χώρους στους οποίους εκτονώνεται κι αποφορτίζεται (γιατί αυτό είναι το μπαρ, όπως κι αν το βιώνεις) να χάνουν την ατμόσφαιρά τους.

Τα μέτρα κατά της πανδημίας έπληξαν αδιαμφισβήτητα την εστίαση και κατά συνέπεια τα αγαπημένα μας μπαρ. Αλλά πέρα από τα μέτρα αυτά καθαυτά και τη διαχείριση της πανδημίας από την Πολιτεία, κάτι το οποίο θα κριθεί όπως και να ‘χει, ο ίδιος ο κορωνοϊος, ανεξάρτητα από τις αποφάσεις κάθε ηγέτη, δαιμονοποίησε τη διασκέδαση. Εκείνα όσα κάνουμε, έτσι ώστε η καθημερινότητά μας να γίνει λίγο πιο υποφερτή. Αυτό που κάποτε υπήρξε το κουκούλι στο οποίο φώλιαζαν λογής – λογής πλάσματα της νύχτας, ένας χώρος ιερός, τώρα είναι ένας τόπος από τον οποίο έχουν εκλείψει τα βασικότερα συστατικά. Η εγγύτητα σε ένα μπαρ είναι προαπαιτούμενο. Όχι ο συνωστισμός, αλλά η συνεστίαση. Εκεί που ακόμα κι αν πας μόνος, θα καταλήξεις να πίνεις με παρέα. Εκεί που θα μιλήσεις με τον άγνωστο δίπλα σου στη μπάρα επειδή ακούμπησαν κατά λάθος οι πλάτες σας και μπορεί να καταλήξεις να περνάς το βράδυ σπίτι του. Το μέρος που όλοι θα ενωθείτε κάτω από ένα γνωστό τραγούδι σε ένα λυτρωτικό sing along.

Κάποτε παραφράζοντας το “Θα έχουμε για πάντα το Παρίσι”, από την “Casablanca”, λέγαμε με ένα φίλο “Θα έχουμε πάντα τα μπαρ”. Τελικά; Είναι έτσι ή μήπως η πανδημία άλλαξε μια για πάντα τη σχέση μας με τους δικούς μας προσωπικούς ναούς; Τρεις θαμώνες – λάτρεις των μπαρ, η δημοσιογράφος και συγγραφέας Λίνα Ρόκου, η σκηνοθέτις ντοκιμαντέρ και δημοσιογράφος Ηλιάνα Δανέζη, ο πραγωγός βίντεο και podcaster Μάκης Παπασημακόπουλος και ο ιδιοκτήτης του μπαρ “Αισθηματίες” στον Πειραιά, Κώστας Παντιώρας μιλούν για όσα άλλαξαν και προβλέπουν το μέλλον της ύπαρξής μας μέσα στα μπαρ, η έξοδος στα οποία για εκείνους, αλλά και πάρα πολλούς ακόμη, αποτελεί ιεροτελεστία.

Η Λίνα Ρόκου έκλαψε όταν έκλεισε το μπαρ “δεύτερο σπίτι” της

“Νομίζω ότι το κακό είχε ξεκινήσει “από πριν”. Σε λίγα, πολύ λίγα μπαρ αισθανόμουν οικεία˙ γιατί αυτό αναζητώ προσωπικά σε ένα μπαρ, την οικειότητα. Τι σημαίνει αυτό; Να μπορώ να συνδεθώ με τον χώρο, τους ανθρώπους του – οικοδεσπότες και θαμώνες -, τη μουσική, την ατμόσφαιρα. Θα μου πεις, μην είσαι πλεονέκτρια, πόσοι είναι οι κολλητοί σου; Ε τόσα λίγα θα είναι και τα μπαρ- “κολλητοί” σου.

Η δημοσιογράφος και συγγραφέας Λίνα Ρόκου

Από τον Μάρτιο του 2020 όσα αγαπώ σε ένα μπαρ, βρέθηκαν στο στόχαστρο: η μουσική, το ξενύχτι και φυσικά η ατμόσφαιρα που μόνο στο εσωτερικό ενός μπαρ δημιουργείται. Αν είναι να πίνω μπίρα στα πεζοδρόμια κάθομαι μια χαρά και στο σπίτι μου. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, που με ξενέρωσε απίστευτα, δεν είχα και δεν έχω ιδιαίτερο κέφι να βγω. Μπορεί να είμαι ιδιότροπη, αλλά η προοπτική “μεσάνυχτα σπίτια σας” μου αφαιρεί σχεδόν κάθε διάθεση εξόδου. Δεν είναι ντε και καλά ότι πρέπει να το ξημερώσω, καμία σχέση. Είναι ότι η νύχτα μπήκε σε κανόνες και ως γνωστόν κανένας κανόνας δεν οδηγεί στην ευδαιμονία. Ο αποκλεισμός της φράσης “Εγώ για μια μπίρα βγήκα δεν ξέρω πώς κατέληξα να (συμπληρώστε ελεύθερα)” είναι η ταφόπλακα της νυχτερινής ευδαιμονίας.

Μέσα σε αυτή τη νέα συνθήκη, έκλεισε το πιο αγαπημένο μου μπαρ απ’ όλα, το δεύτερο σπίτι μου, ο Ρινόκερως του Βασίλη Δουβίτσα στην Ασκληπιού. Πρώτη φορά έκλαψα για μπαρ που κλείνει, ίσως και τελευταία. Τώρα, κάποιου είδους καταφύγιο αποτελούν το “Μπρίκι” της Φρύνης (Μπρικάκι για τους φίλους), το “Duende”, το μοναδικό μπαρ που δεν με καίει να κάτσω στην μπάρα, μην σου πω προτιμώ τα booth του, το “Santarosa” γιατί είναι σαν να μπαίνεις σε άλλο, παράλληλο σύμπαν, η “Red Lion” γιατί είναι ειλικρινά φιλόξενη και το Πάροτ για την ανεπιτήδευτη ατμόσφαιρα του.

Αν θα επανέλθουμε στην προ-πανδημίας κατάσταση; Φαντάζομαι ναι. Εσείς. Εγώ πια αισθάνομαι ότι δεν έχω λόγους επιστροφής. Μόνο ανάγκη για οικειότητα, εκεί που αγαπώ”.

Η Ηλιάνα Δανέζη βίωσε το κλείσιμο των μπαρ σαν μια μεγάλη απώλεια

“Μια γυναίκα κάθεται στο σκαμπό ενός μπαρ. Ο διπλανός συμπότης της δεν είναι σαν όλους τους άλλους. Έχει ασκητική μορφή και δείχνει παράταιρος. Κι όμως το ποτό αποτελούσε την δική του ιδιότυπη “θεία κοινωνία”, ενώ για εκείνον η αγιοσύνη περνούσε μέσα από τον δρόμο της αμαρτίας. Το “Μπαρ το Ναυάγιο” τους χωρούσε όλους: αναμάρτητους και κολασμένους.

Η σκηνοθέτις ντοκιμαντέρ και δημοσιογράφος Ηλιάνα Δανέζη

Για εμάς τους “ναυαγούς” της ζωής το μπαρ ήταν, είναι και θα είναι ένας τόπος ιερός. Μια όαση ελευθερίας στην έρημο της καθημερινότητας. Εκεί που μπορούν να συμβούν όλα: Εξηγήσεις και παρεξηγήσεις, έρωτες και χωρισμοί, καλωσορίσματα και αποχαιρετισμοί. Τα μπαρ μοιάζουν με εξόδους κινδύνου, με φάρους που στέκουν ακλόνητοι και παρόντες όσο αγριεμένη κι αν είναι η θάλασσα. Η εσωτερική μας θάλασσα.

Προσωπικά βίωσα το κλείσιμο των μπαρ σαν μια μεγάλη απώλεια. Η πανδημία, μεταξύ άλλων, μας στέρησε αγαπημένους φίλους και τόπους, εγκαινίασε μια επιβεβλημένη (και γι’ αυτό μίζερη) οικιακή διασκέδαση και μας υπενθύμισε πόσο πολύ έχουμε ανάγκη από τόπους αναφοράς. Υποδεχτήκαμε το άνοιγμά τους με ανακούφιση και με μια μετριασμένη χαρά. Η μουσική δεν ακούγονταν δυνατά, οι αγκαλιές ήταν από επιφυλακτικές μέχρι απαγορευτικές, το τσούγκρισμα των ποτηριών έχασε την ορμή του.

Και συνηθίσαμε τις αποστάσεις. Τις αποστάσεις παντός είδους. Είμαι όμως αισιόδοξη. Ότι οι μέρες και οι νύχτες μας θα αλλάξουν. Τα μπαρ και οι άνθρωποί τους, οι δικοί μας άνθρωποι πρέπει να μείνουν στις θέσεις τους. Σταθεροί και αλώβητοι. Αγαπώ, για πολλούς λόγους το “bar Au Revoir” στην Πατησίων. Ίσως γιατί σημαίνει “εις το επανιδείν”. Κι όπως λέει κι ένας αγαπημένος φίλος και συμπότης: “Οι φίλοι λένε πάντα au revoir, Ποτέ αντίο”.

Ο Μάκης Παπασημακόπουλος προβλέπει μια νύχτα δυο ταχυτήτων

“Εξακολουθούμε να βλέπουμε την πανδημία σαν κάτι που μας έχει χαλάσει τη ζαχαρένια μας και αυτό συμπεριλαμβάνει προφανώς και τη διασκέδασή μας. Προσπαθώ να το δω ως αναγκαίο κακό όλο αυτό που ζούμε για να μην χάσω κι εγώ τα λογικά μου. Προφανώς και η πανδημία έχει επηρεάσει τα μπαρ. Θεωρώ ότι μετά το τέλος της πανδημίας θα αλλάξει ο χάρτης της διασκέδασής μας. Θα μας αφήσει πάρα πολλά κουσούρια. Δεν ξέρω αν θα επηρεάσει άτομα σαν εμένα που ούτως ή άλλως πίνω αρκετά μοναχικά, πάλι μόνος μου θα πίνω, σίγουρα όμως θα επηρεάσει το παρεϊστικο ποτό, την ασφάλεια και την ευκολία με την οποία πίναμε κι αυτό είναι λογικό.

Ο πραγωγός βίντεο και podcaster Μάκης Παπασημακόπουλος, Φωτογραφία: Πέτρος Πουλόπουλος

Όταν συνηθίζεις μία πρακτική για τρία, τέσσερα, πέντε χρόνια – όσο κρατήσει αυτή η μαλακία – προφανώς θα σου γίνει μια πραγματικότητα. Για μένα προσωπικά, που ταξιδεύω για να πάω σε μπαρ, η μεγάλη μου στεναχώρια είναι ότι όχι απλώς η πανδημία θα αλλάξει τη μέθοδό μας, αλλά θα μας πάρει και πολλά μπαρ τα οποία αγαπήσαμε. Τα τελευταία τρια χρόνια – χωρίς να θέλω να ακουστώ μαλάκας, αλλά εκεί είναι ο αγαπημένος μου προορισμός – έχουν χαθεί τουλάχιστον τρια με τεσσερα αγαπημένα μου μπαρ στη Νέα Υόρκη, κάτι καταγώγια στα οποία πήγαινα και είναι στενάχωρο γιατί για μένα ήταν καταφύγια, μέρη που πήγαινα για να ηρεμήσω, αισθανόμουν ασφαλής εκεί, απομονωμένος από τον πλανήτη.

It is what it is ωστόσο, πρέπει να το αποδεχτούμε και περισσότερο να βρουμε τι γίνεται μετά. Αργά ή γρήγορα, η κατάσταση αυτή που ζούμε τώρα δεν θα εξαφανιστεί αλλά θα εξομαλυνθεί, οπότε πρέπει να δούμε τι θα σημαίνει αυτό για την κοινωνική μας ζωή και κατ’ επέκταση για τα μπαρ. Πιστεύω ότι θα πάμε σε ένα μοντέλο μπαρ που θα είναι πολύ πιο spaced out – πράγμα που δεν είναι πολύ ωραίο σαν σκέψη -, θα χωριστούμε σε άτομα που τα γράφουν όλα στ’ αρχίδια τους και στοιβάζονται σε μπαρ και σε άτομα που θα τους μείνει ένας μόνιμος φόβος συγκέντρωσης κόσμου, πράγμα επίσης στενάχωρο γιατί θα πάμε σε μία νύχτα δύο ταχυτήτων.

Έαν πρέπει να βρω έναν αισιόδοξο τόνο, θα πω ότι για άτομα που ούτως ή άλλως πίναμε μόνοι μας, στ’ αρίχδια μας (γέλια), πάλι μόνοι μας θα μαστε, πάλι θα υπάρχει μία γωνίτσα όπου θα μπορούμε να κάτσουμε και να πιούμε. Το θέμα ασφαλώς θα είναι ποια από εκείνα τα μπαρ που μπορούσαν να προσφέρουν μοναχικές γωνιές θα έχουν μείνει ανοιχτά”.

Ο Κώστας Παντιώρας θεωρεί το να έχεις ένα μπαρ, ως ένα βαθμό, λειτούργημα

Το μπαρ είναι τοπόσημο της σύγχρονης πόλης, είναι χώρος απελευθερωμένος, απενοχοποιημένος. Κανείς δε θα σε κοιτάξει περίεργα όταν ανοίξεις την πόρτα, διασχίσεις μερικά μέτρα κι καθίσεις στη μπάρα μονάχος σου. Δεν είναι το ίδιο με τα σινεμά και τα εστιατόρια. Κανείς δεν τρώει μόνος. Ενώ το να πιεις μόνος αποτελεί συχνά μια ιεροτελεστία, μια προσωπική διαδικασία, ένα δώρο στον εαυτό σου, λίγο χρόνο με τον καλύτερό σου φίλο, εσένα.

Η δουλειά μας, μας δίνει το καθημερινό ψωμί, πληρώνουμε το νοίκι μας, τους λογαριασμούς, αλλά χαίρομαι να λέω στον εαυτό μου, ότι ως ένα βαθμό είναι και λειτούργημα. Σε εμάς εκτός από ωραίες μεγάλες παρέες, έρχονται και άνθρωποι μόνοι, κατάμονοι. Αναζητούν παρέα, ζεστασιά, θαλπωρή, κάτι που να θυμίζει σπίτι, οικογένεια. Είναι που η λέξη εστίαση, έλκει την καταγωγή της από την Εστία, τη θεά αλλά και τη φωτιά που καίει στο σπιτικό τζάκι.

Ο ιδιοκτήτης του μπαρ “Αισθηματίες” στον Πειραιά Κώστας Παντιώρας

Το φλερτ υπάρχει ακόμα. Τα κεράσματα, ο χορός. Οι νέοι αλλά και οι μεγαλύτεροι άνθρωποι δεν έχουν αλλάξει κώδικες επικοινωνίας. Τα μαγαζιά άλλαξαν, έγιναν πιο απρόσωπα. Εννοώ αυτά τα μεγάλα, με τα παπιγιόν και τις δερμάτινες ποδιές, όπου πίνεις το ποτό σου κι ο άλλος δίπλα σου τρώει γλυκό ή brunch. Σε αυτούς τους χώρους δεν θα δεις φλερτ. Στους Αισθηματίες έχω δει με τα μάτια μου να γίνονται από επαγγελματικές συμφωνίες μέχρι ερωτικές σχέσεις που καταλήγουν στη συμβίωση.

Ανοίξαμε και χαριτολογώντας είπαμε “πάμε να επανεφεύρουμε τη διασκέδαση”. Το κόνσεπτ μας ήταν : παλιά μουσική – παλιακό σέρβις – παλιοί τρόποι. Θέλαμε κάτι από την ξέγνοιαστη τρέλα των προηγούμενων δεκαετιών όπου τα μπαρ έσφυζαν από χαλαρή ζωή. Εδώ μπορείς να κάνεις σχεδόν τα πάντα, αρκεί να μην παραβιάζεις τον χώρο και την προσωπικότητα του άλλου. Επιδιώκουμε την ορατότητα για όλους, την ανοχή και το σεβασμό.

Ονόμασα το μαγαζί Αισθηματίες – πληθυντικός αριθμός – για να δηλώσω όχι τον τόπο, αλλά τον κόσμο. Εμάς, το προσωπικό, τους θαμώνες μας. Ένα μαγαζί δεν είναι “τα σκαμπό μου και τ’ αρχίδια μου”, που λέει κι ο αγαπητός κύριος Γιαννόπουλος στο “Μικρό Ψάρι” του Οικονομίδη. Σήμερα είμαστε εδώ, αύριο αλλού. Η φιλοσοφία μας ως Αισθηματιες είναι να αγαπάμε όλα τα ωραία πράγματα στη ζωή.

Αυτό που άλλαξε ως τώρα η πανδημία μετά τις συνεχόμενες καραντίνες και τα ωράρια, είναι η προθυμία του κόσμου να βγει νωρίτερα, να πιει, να φύγει νωρίτερα. Δεν υπάρχει πια το ξενύχτι. Το άφτερ. Μετά τις 02.00 δεν κυκλοφορεί ούτε αδέσποτη γάτα. Υπάρχει όμως μια λάβα χαράς μέσα στον καθένα που τώρα συγκρατείται και καταπιέζεται και είμαι σίγουρος πως θα ξεσπάσει μόλις η επιστημονική κοινότητα, η γνώση και κατ’ επέκταση η ανθρωπότητα, υπερνικήσει αυτό που ζούμε. Νέα μαγαζιά, νέες ιδέες θα γεννηθούν. Νέα ρεύματα καλλιτεχνικά. Κάτι αντίστοιχο με την μεταπολεμική περίοδο. Και θα είμαστε εδώ με όπλα τα τραγούδια μας και την καλή παρέα”.