Γράφει η Ντιάννα Βασιλείου

 

Παρατηρώ από το απέναντι πεζοδρόμιο. Μια σκηνή τόσο αυτονόητη που όμως είχαμε καιρό να δούμε. Τα πράγματα αυτό το μεσημέρι του Ιανουαρίου μοιάζουν ξανά φυσιολογικά. Παιδιά νηπιαγωγείου τρέχουν, παίζουν και κάνουν τη δασκάλα τους να αγχώνεται, όταν δοκιμάζουν παράτολμα σκαρφαλώματα. Σχεδόν είκοσι παιδιά, πέντε ετών, φορούν τη μάσκα τους κανονικά, με μια-δυο εξαιρέσεις που την έχουν κατεβάσει ελαφρά – πολύ καλύτερο ποσοστό από αυτό των ενηλίκων.

Η νηπιαγωγός, έμπειρη και καθησυχαστική καλεί τα παιδιά να μπουν στη σειρά δύο-δύο. “Είναι ώρα για το αντισηπτικό”. Σαν να γινόταν από πάντα, ο μικρός, χαριτωμένος στρατός απολυμαίνει τα χέρια του και μπαίνει στην τάξη να ετοιμαστεί για το σχόλασμα. Η ήρεμη φωνή της δασκάλας ακούγεται ξανά: “Θα φωνάζω το ονοματάκι σας και θα βγαίνετε έξω ένας-ένας”. Εν τω μεταξύ, η μαμά, ο μπαμπάς ή ο παππούς, διασκορπισμένοι και στις δύο πλευρές του δρόμου περιμένουν να παραλάβουν το παιδί. Σ’ αυτό το νηπιαγωγείο των Αμπελοκήπων, οι γονείς τηρούν τις αποστάσεις και με το παραπάνω. Ευχές για καλή χρονιά ακούγονται από παντού και η κυρία φωνάζει τον Αργύρη, λέγοντας τού ότι τον περιμένει ο παππούς με ανοιχτές αγκάλες. Οι γονείς που είναι πιο κοντά στην πύλη βρίσκουν την ευκαιρία να ρωτήσουν τη νηπιαγωγό με αγωνία πώς πήγε. “Μια χαρά”, η αυθόρμητη απάντησή της. “Σαν να μην πέρασε μια μέρα”, συμπληρώνει και η αναπνοή των γονιών συντονίζεται σε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.

Η λαχτάρα των παιδιών για επαφή, η φροντίδα της δασκάλας, η αγωνία της για το αναπάντεχο, όλα στον υπερθετικό βαθμό, μετά την παρατεταμένη σιωπή του προηγούμενου διαστήματος. Παρατηρώντας τη «χορογραφία» του σχολάσματος στο 16ο Νηπιαγωγείο στην Πανόρμου, όμως, κατάλαβα ότι τα τρία μέρη της συνθήκης της Πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές μοιάζουν αποφασισμένοι να κάνουν ό,τι χρειαστεί για να διαφυλάξουν το πολύτιμο “μαζί”.

Στο δημόσιο σχολείο του Κερατσινίου τώρα, τα Χριστούγεννα άργησαν, αλλά …ήρθαν.  Κάλαντα ακούστηκαν από την τάξη της Α’ Δημοτικού του δασκάλου Μάριου Μάζαρη. Τα παιδιά έφεραν στολίδια, γιρλάντες, φωτάκια και στολίστηκε κάθε γωνιά της αίθουσας. “Το χρωστάγαμε ο ένας του άλλου, κι όλοι μαζί στην τάξη μας. Στήσαμε όχι ένα, όχι δύο, αλλά πέντε χριστουγεννιάτικα δέντρα, για να θυμόμαστε πάντα πως η γιορτή έρχεται όταν θέλουμε και όχι όταν αποφασίσει εκείνη”. Όσο για τα μέτρα προφύλαξης, μου λέει ότι “πιο πολύ κράτησε η κουβέντα των μεγάλων για το αν θα τα τηρήσουν τα παιδιά. Έγινε αβίαστα”.

Μαζί με τα δημοτικά και τα νηπιαγωγεία, επαναλειτούργησαν και οι βρεφονηπιακοί σταθμοί. Εκεί τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Η Μυρτώ, νεαρή βρεφονηπιοκόμος που εργάζεται στο κέντρο της Αθήνας μοιάζει πιο διστακτική, καθώς τα δικά της παιδιά είναι από δυόμιση ετών και δεν μπορούμε να μιλάμε για τήρηση αποστάσεων. “Είχα όλη την ώρα κάποιο παιδάκι στην αγκαλιά μου. Το συμπέρασμα; Πέρασαν 14 παιδάκια από την αγκαλιά μου σήμερα. Να σου πω την αλήθεια ένιωσα λίγο περίεργα. Ωστόσο, τα παιδιά ήταν πολύ χαρούμενα που επέστρεψαν και ξαναείδαν τους φίλους τους. Οι γονείς δε, κατενθουσιασμένοι. Όλοι έλεγαν το ίδιο πράγμα: ‘επιτέλους!’”.