Είναι ο κύριος Πέτρος και η γυναίκα του που δεν θυμάμαι πια το όνομά της, ο κύριος που δεν συστηθήκαμε ποτέ, ο Τάκης (τον οποίο αποκαλούσα κύριο Δημήτρη) και η Μαργαρίτα, ο Νικόλας και ο Βαγγέλης, το παιδί με τον οποίο δεν έχουμε ανταλλάξει ακόμη τα ονόματά μας, ο Περικλής και η Αγάπη και τα παιδιά που δουλεύουν baristas στο καφέ κοντά στο σπίτι μου. Όλοι τους ήταν ή εξακολουθούν να είναι οι άνθρωποι που μου προσφέρουν τον δεύτερο, αλλά ίσως πιο σημαντικό καφέ της ημέρας, εκείνον πριν ξεκινήσω τη δουλειά.Υπάρχει μια ιδιαίτερη σύνδεση με τους ανθρώπους που μας προσφέρουν τον πρωινό μας καφέ σε καθημερινή βάση, μια οικειότητα που ενδεχομένως πολλές φορές να μην αντιλαμβανόμαστε, συνειδητά έστω. Είναι οι πρώτοι άνθρωποι που συναντάμε, πολύ πριν τους συναδέλφους μας και μπορεί να είναι κομμάτι του job description για τους εργαζόμενους στην εστίαση, αλλά το χαμόγελό τους, το πρώτο της ημέρας και πολλές φορές το μοναδικό, που μας αναγκάζει τρυφερά να ανταποδώσουμε, έχει ευεργετικές ιδιότητες για το υπόλοιπο της εργάσιμης. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι ίσως να μην είναι η καφεΐνη εκείνη που με ξυπνάει και με βάζει σε λειτουργία, αλλά αυτή η μικρή ιεροτελεστία που δεν διαρκεί περισσότερο από 5 λεπτά με αυτούς τους πραγματικούς ήρωες της καθημερινότητας (τόσο πραγματικοί, έτσι ώστε να μου επιτρέπω να χρησιμοποίησω αυτό το αφόρητο κλισέ). Άλλωστε, έχω παρατηρήσει πως ακόμα και εκείνων που το όνομα δεν θυμάμαι ή δεν γνωρίζω ακόμα, δεν έχω ξεχάσει το χαμόγελό τους, που πρόλαβα να δω πριν το κρύψει ή πανδημία ή το έχω “κλέψει” στον εξωτερικό χώρο του καταστήματος που εργάζονται. Οι άνθρωποι λοιπόν που μου προσφέρουν τον πρωινό μου καφέ, μου φτιάχνουν τη μέρα.Οι σχέσεις που αναπτύσσουμε με τους baristas, όπως τους αποκαλούμε πλέον, ποικίλουν. Για παράδειγμα ο κύριος Τάκης και η κυρία Μαργαρίτα που διατηρούν κυλικείο σε σύμπλεγμα γραφείων στο κέντρο, πλησίον προηγούμενης δουλειάς μου, ήταν κάτι σαν δεύτεροι γονείς. Ο κύριος Τάκης με τρόμαζε λίγο, αλλά ήταν πάντα χαμογελαστός εξυπηρετικός και ζεστός απέναντί μου, να μου δώσει το καλό μπουκαλάκι νερό, το καλά παγωμένο, πίσω – πίσω από το ψυγείο, να με κυνηγήσει να μου δώσει 0.20 λεπτά ρέστα, σε μία πρωινή επαναλαμβανόμενη χορογραφία “για τα μάτια του κόσμου”, αφού και οι δύο ξέρουμε ότι είναι ένα ποσό που δεν αξίζει τόση φασαρία. Η κυρία Μαργαρίτα από την άλλη ήταν μια φιγούρα μητρική, έμοιαζε ‘ναι είναι εκεί για να εξισορροπεί διαρκώς την αυστηρότητα που απέπνεε ο κ. Τάκης και ενώ με γνώριζε ελάχιστα θα μου έλεγε πως κατανοεί τα ζόρια μου και θα μου χάριζε ένα “κουράγιο” ή ένα “μπράβο” όποτε το είχα ανάγκη.Τα αγόρια στην αλυσίδα καφέ από την οποία προμηθεύομαι τώρα τον freddo cappuccino μου – που όταν πιάνουν τα κρύα επιμένουν να με ρωτάνε “Παγωμένο;” κι ας γνωρίζουν ότι η απάντηση είναι πάντα, ναι -, μου προσφέρουν απλόχερα φιλοφρονήσεις. Πότε για τα ρούχα μου, πότε για το μακιγιάζ μου, πότε για ένα ζευγάρι γυαλιά, ένα μάλλον “φλερτ” που πιο καλοπροέραιτο, αθώο και τονωτικό δεν έχω βιώσει. Χωρίς να έχουμε ανταλλάξει πολλές κουβέντες, δίχως να ξέρουν την ιστορία της ζωής μου καταλαβαίνουν αν είμαι πεσμένη, αν περνάω καλά στη δουλειά μου, όπως ακριβώς τους καταλαβαίνω κι εγώ. Μπορώ να δω πια στα μάτια του Βαγγέλη, τον υπεύθυνο του καταστήματος που είναι και πίσω από το ταμείο και θα κάνει και καμιά διανομή, όσο κι αν μου χαμογελάει όταν θα τον πληρώσω, αν είναι ζορισμένος ή νευριασμένος. Τα πρωινά που είναι ευδιάθετος και κάνει αστεία με τα υπόλοιπα αγόρια, πιάνω τον εαυτό μου να ανεβαίνω κι εγώ. Δεν έχουμε φάει ποτέ μαζί, δεν έχουμε πάει διακοπές παρέα, δεν έχουμε βγάλει τα εσώψυχά μας μεθυσμένοι σε κάποιο μπαρ, δεν γνωρίζουν το επώνυμό μου ούτε την ηλικία μου, ούτε εγώ τα δικά τους κι όμως, όλους τους συναισθάνομαι και νιώθω πως το κάνουν κι αυτοί.Το μαγικότερο όλων φυσικά, πως μετά από μία εβδομάδα που γίνεσαι regular στο μαγαζί, έχουν μάθει απ’ έξω πώς πίνεις τον καφέ σου. Σε όλους όσοι ανέφερα, λίγες μέρες αφότου τους γνώρισα, δεν χρειάζονταν πια να πω τίποτα περισσότερο μπαίνοντας στο μαγαζί από “Καλημέρα” και “Τι κάνεις;”. Θαυμάζω απεριόριστα το πως λειτουργεί η μνήμη τους, καθώς αναγνωρίζω ότι δεν είμαι μοναδική. Δεκάδες, ενδεχομένως και εκατοντάδες άνθρωποι που πηγαίνουν στις δουλειές τους να παίρνουν τον καφέ τους από εκείνους κάθε πρωί, πώς είναι δυνατόν να τους θυμούνται έναν προς έναν; Και κάτι ακόμη που με γεμίζει ζεστασιά. Στην αλυσίδα καφέ από την οποία παίρνω τώρα τον καφέ μου πριν πάω στο γραφείο, τα παιδιά με έχουν δει ελάχιστα χωρίς μάσκα, ειδικότερα οι καινούργιοι, κι όμως με χαιρετούν εγκάρδια με εκείνον τρόπο που καταλαβαίνεις ότι ο άλλος σε έχει αναγνωρίσει και θυμούνται τον καφέ μου πράγμα που σημαίνει ότι όντως με κοιτούν στα μάτια.Οι σχέσεις αυτές δεν είναι ωστόσο προορισμένες να κρατήσουν. Κάποιος θα φύγει, είτε εμείς, είτε αυτοί. Δεν έχω χαιρετήσει ποτέ κανέναν τους αλλάζοντας δουλειά, απλώς μια μέρα εξαφανίζομαι. Όπως ξαφνικά ένα πρωί δεν είδα τον Νικόλα πίσω από τον πάγκο – σκέφτηκα πως μπορεί να είχε ρεπό, αλλά σύντομα κατάλαβα ότι δεν θα τον ξαναδώ. Στην πραγματικότητα όμως, δεν ήταν και απαραίτητο να πούμε αντίο. Η κατανόηση που έχουμε αναπτύξει ο ένας για τον άλλο σε αυτές τις μικρές πρωινές στιγμές που μοιραστήκαμε είναι αρκετή για να μας καθησυχάσει πως, για να μη βλεπόμαστε πια είναι γιατί κάποιος από τους δύο έχει πάει κάπου καλύτερα.Αγαπώ και θαυμάζω τους ανθρώπους που είναι εκεί για μας προσφέρουν καφέ κάθε πρωί. Έχουν πρόσβαση σε κάτι προσωπικό μας, όπως είναι ο καφές – που αν είστε λάτρεις, όπως εγώ καταλαβαίνετε ότι δεν είναι αστείο πράγμα – και βρίσκονται εκεί για μας την πιο καθοριστική στιγμή της μέρας. Τους ευχαριστώ για όλα εκείνα τα πρωινά που μου έφτιαξαν τη διάθεση όταν τσακισμένη από την πραγματικότητα αναρωτιόμουν πώς θα βγει ακόμη μία μέρα, για τα κοπλιμέντα που μου ανέβασαν την αυτοπεποίθηση, για το φλερτ εν μέσω πανδημίας, που όμοιό του δεν συνέβαινε, εδώ που τα λέμε, στα μπαρ ούτε κορωνοϊού, για τα χαμόγελα και τα αστεία, για τη συμπόνια. Ευχαριστώ για την ενσυναίσθηση, που άλλες σχέσεις με περισσότερα υποτίθεται θεμέλια, δεν τη διαθέτουν καν.