Όταν πήγαινα δημοτικό ήταν της μόδας η μέθοδος Ορφ. Μας έδιναν φλογέρες δηλαδή και μας μάθαιναν να παίζουμε απλά τραγούδια. Ένα από τα τραγουδάκια που είχαμε μάθει ήταν ένα απλούστατο δημοτικό, ηπειρώτικο με τίτλο : “Ο Μενούσης κι ο Μπιρμίλης”. Έμαθα απ’ έξω και τα λόγια του τραγουδιού  που βρίσκονταν πάνω στις νότες σε συλλαβές :

Ο Με-νού-σης, ο Μπι-ρμπί-λης, ο Μεμέτ Αγάς

στο κρασοπουλειό πηγαίναν για να φαν να πιούν.

Κει που τρώγαν, ‘κει που πίναν, ‘κει που γλένταγαν

κάποιος έπιασε κουβέντα για τις όμορφες.

Το τραγούδι ακουγόταν χαρούμενο , είχε όμως τραγική εξέλιξη πιο κάτω στους στίχους :

Όμορφη γυναίκα που ‘χεις βρε Μεμέτ Αγά

πού την είδες πού την ξέρεις και τη ‘μολογάς

Χθες την είδα στο πηγάδι κι έβγαζε νερό

και της ζήτησα φιλάκι και μου το ‘δώσε.

Ο Μενούσης μεθυσμένος πάει την έσφαξε

το πρωί ξεμεθυσμένος πάει την έκλαψε.

Εγώ και η ξύλινη φλογέρα μου είχαμε γίνει άθελα μας βιρτουόζοι ενός τραγουδιού με θέμα  την γυναικοκτονία  .

Θυμάμαι πως περισσότερο απ’ όλα ακόμη και από το “πάει την έσφαξε”, με είχε σοκάρει αυτό: “πρωί ξεμεθυσμένος πάει την έκλαψε”, που παραήταν συναισθηματικά περίπλοκό για να το καταλάβω τότε. Ακόμη είναι.

Αυτό που δεν χωρούσε στο 10χρονο μυαλό μου, στα τετραγωνικά  της ευρύχωρης  τάξης Ορφ, με τα στρώματα  στο πάτωμα,  ήταν πως αυτό το απλό διαδεδομένο τραγούδι μπορούσε να περιγράφει κάτι τόσο άγριο .

Ποιος σκέφτηκε να μας το μάθει αυτό το πράγμα , ποιος ζήτησε δίδακτρα για να με τραυματίσει;

Η μόνη δικαιολογία που μπορώ να σκεφτώ είναι πως ήταν μια εποχή που δίναμε υπερβολική σημασία σε ένα είδος επιστροφής της ελληνικής παράδοσης. Της μόδας ήταν οι εκτελέσεις της Μαρίζας Κωχ, εγώ και η φλογέρα μου λοιπόν οφείλαμε να εκτιμήσουμε αυτή την κληρονομιά και να χωνέψουμε θαυμάσια πως “πάει την έσφαξε”. Σύστημα Ορφ. Θεωρητικώς ήμουν στα καλύτερα χέρια .

Πρέπει να είχα ρωτήσει τους πάντες, για το περίεργο τραγούδι. Η γιαγιά μου, μάλλον δεν κατάλαβε. Μου εξήγησε τι ήταν οι Μανούσηδες , υπήρχε και μια οικογένεια με αυτό το επώνυμο  που ήταν ευεργέτες .

Όλα μπλέχτηκαν περισσότερο .

Τα χρόνια πέρασαν.

Ήμουν 12, όταν  ο Φραντζής τεμάχισε τη γυναίκα του Ζωή .

“Έγκλημα πάθους”, άλλη περίεργη έννοια . Θυμάμαι φωτογραφίες, από τα σκουπίδια που είχαν οι εφημερίδες της εποχής, μπήκαν στα σπίτια αυτά τα εξώφυλλα , ο εισαγγελέας επενέβη για την ανατριχιαστική  δημοσίευση αλλά ήταν ήδη αργά.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Ενήλικη βρέθηκα στην  αυλή ενός χωριάτικου σπιτιού. Ενώ το χωριό ήταν άσχημο, η κυρία που είχα απέναντι μου τα έβρισκε όλα πανέμορφα. Της ζήτησα να μου πει την ιστορία της ζωής της. Μου  είπε για τον λεβέντη τον  πατέρα της, ήρωα του πολέμου, που βρέθηκε να εργάζεται στη ΔΕΗ, διευθυντής  και όλο το χωριό τον έτρεμε.

Μέσα στην υπερβολική υπερηφάνεια , προέκυψε πως ο συγκεκριμένος είχε κάνει και φυλακή είχε όμως “λόγο”, “μπέσα” και διαφορά τέτοια, που ποτέ δεν κατάλαβα πως  τα χρησιμοποιείς σε μια πρόταση μαζί με “το είχε κάνει φυλακή”.

Ήταν λοιπόν συζυγοκτόνος ο ήρωας των διηγήσεων της, ο μπαμπάς της . Είχε σφάξει την γυναίκα του, δηλαδή την μάνα της  με τσεκούρι  μπροστά της. Όταν  όμως μεγάλωσε δεν του κράτησε κακία, αυτή η γυναίκα ήταν μια φαινομενικώς μέση γυναίκα του χωριού που μόλις με είχε τρατάρει βανίλια υποβρύχιο .

Μου έδειξε και μια φωτογραφία του λεβέντη-γυναικοκτόνου : ένας τύπος χωρίς λαιμό ήταν, έχω απωθήσει τα υπόλοιπα,  όχι τα συναισθήματα: Έκπληξη ,ντροπή για λογαριασμό της και πονεμένη απορία .

Δεν είχε κανέναν άλλον να αγαπήσει;

Είναι πολλές οι γυναικτονίες αλλά λίγες αυτές που τραβάνε το ενδιαφέρον μας.

Από εκείνη την διήγηση, φοβάμαι τα χωριά, δεν τα σνομπάρω, τα φοβάμαι , δεν έχουν σχέση με εγκλήματα όλα τα χωριά, μη λέμε πολιτικές ορθότητες που δεν χρειάζονται, εγώ τραυματίζομαι ανεπανόρθωτα από τις λεπτομέρειες που σας παραθέτω όπως μου έρχονται γιατί  έτσι πιστεύω πως έρχονται και σε όλους. Ίσως  κουβαλάτε τραύματα από  δημοτικά τραγούδια, από κάτι που κάποτε σας διηγήθηκαν ή και από την επικαιρότητα.

Σε όλο τον κόσμο υπάρχει βία εναντίον των γυναικών. Εμείς απλώς ζούμε σε μια από τις περιοχές με τους πιο περίεργους κώδικες. Στα ρεμπέτικά για παράδειγμα, δεν ευθύνεται ποτέ ο μάγκας που βρέθηκε φυλακή, υπάρχει ο φονιάς που έκανε το έγκλημα τιμής και συχνά “της φυλακής τα σίδερα που είναι για τους λεβέντες”, περιορίζουν τύπους όπου στη συγκεκριμένη εποποιΐα  δεν είχαν θα ποτέ καμιά ατυχία εάν δεν υπήρχαν “οι γυναίκες”!

Όλα αυτά, ας έχουν περάσει αιώνες, κάπως επιβιώνουν στο πετσί του Έλληνα σερβιρισμένα με βία “που της άξιζε” ή και σκέτα με απλή μισογυνιστική κοσμοθεωρία.

Γνωρίζω ανθρώπους που φαίνονται φυσιολογικοί και όταν σχολιάζουν τα βάσανα ενός παντρεμένου το θεωρούν κανονικό να πετάξουν αυτό το : “εκείνη φταίει που τον έχει τρελάνει.”

Για να επιστρέψω όμως στη βία, υπάρχουν  περιπτώσεις κραυγαλέες, όχι μόνο σε χωριά αλλά και στα καλύτερα σπίτια.

Δεν θα  ξεχάσω έναν σκεπτόμενο συγγραφέα που βάραγε την γυναίκα του αλύπητα και το ήξερε όλη  η Αθήνα κι όμως έβρισκε φίλους και πήγαιναν και έπιναν μαζί του καφέ στο Da Capo και τον άκουγαν να λέει κάτι γελοιότητες παλαιοκουμμουνιστικές με τεράστιο δέος αντί να βρεθεί ένας να τον κράξει. Να τον βρίσει δημόσια. Να του αναποδογυρίσει το τραπεζάκι με τους εσπρέσο όλων των  κλακαδόρων – γλειφτών του wifebeater, που βαράγανε παλαμάκια κάθε απόγευμα  που τους το έπαιζε και αριστερός.

Όλα αυτά τα γράφω γιατί αισθάνομαι πως έχουμε όλοι ένα είδος πληγής  που σχετίζεται με την έμφυλη  βία, ακόμη και αν δεν έχουμε φάει ξύλο. Προσωπικώς δεν μου έχει τύχει. Έχω γνωρίσει ψυχάκηδες, έχω υποστεί και ψυχολογική βία και έφυγα όταν παρατρόμαξα. Δεν ήμουν καμιά γάτα, αν ήμουν δεν θα είχα βρεθεί στη δυσάρεστη θέση έτσι κι αλλιώς. Με έσωσε που δεν  είχα εκτεθεί σε τέτοιες συμπεριφορές στο σπίτι μου μάλλον, είναι να μην σου τύχει όμως να εγκλωβιστείς .

Με συγκλόνισε στην περίπτωση  της Καρολάιν   που έψαχνε δωμάτιο να φύγει. Αυτή η λαχτάρα με διέλυσε. Αυτή η κλειστοφοβία…Να μη μπορείς να φύγεις. Να εξαφανιστείς .

Από ατυχία , αβλεψία , αγάπη , έρωτα να μην το έκανε  την κατάλληλη στιγμή. Να μην είχε λεφτά, αυτοκίνητο; Να μην φαντάστηκε την συνέχεια ;

Δεν έχω ιδέα γιατί υπάρχουν γυναίκες που μένουν σε καταστάσεις επικίνδυνες, ειδικά όταν είναι μητέρες, τότε που έχεις περισσοτέρους λόγους να φύγεις αλλά και δυσκολία. Που να πας, χωρίς να πάρεις τίποτα, χωρίς να ενημερώσεις κανέναν; Δεν μπορούμε να είμαστε αυστηροί εξυπνάκηδες .

Από την άλλη δεν ξέρω  αν είναι βοηθητικό να θυματοποιούμε ακόμη περισσότερο τα  ήδη θύματα, τις γυναίκες που ζουν με τον εχθρό τους και έτσι  να μην τους δίνουμε επιλογές και ελπίδα. Πάντα είναι προτιμότερο να φύγεις, πάντα κάπως μπορείς, πάντα θα είσαι πιο ασφαλής και αυτό ίσως έχει αξία να μην ξεχνάμε να το επαναλαμβάνουμε .