Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ιδιαίτερα θρησκόληπτο, παρόλα αυτά είμαι αρκετά προληπτική. Θα έχω πει δεκάδες φορές “να χτυπήσω ξύλο, δεν έχω κολλήσει covid” μέσα στα τελευταία δύο χρόνια και όποτε κάνω κομπλιμέντο στο οποιοδήποτε άτομο για την εμφάνισή του θα το συνοδέψω με ένα “θα σε ματιάσω” ή ένα πιο απλό “φτου φτου”. Έτσι λοιπόν, η ιδέα του να γράψω ένα κείμενο για τον πόνο που με επισκέφτηκε στα τέλη του 2020 και είναι ακόμα εδώ στον δεύτερο μήνα 2022, μου φαινόταν πάντοτε κάπως επικίνδυνο, σαν να προκαλώ την μοίρα να τον κάνει ακόμα χειρότερο. Έχοντας όμως περάσει αμέτρητα πρωινά με μία ομίχλη να γεμίζει ολόκληρο το κεφάλι μου, όλον τον πάγκο της κουζίνας μου να κατακλύζεται από διαφόρων ειδών παυσίπονα, μέρες ολόκληρες που δεν έχω βγάλει τις πιτζάμες μου και αμέτρητα βράδια χωρίς καθόλου ύπνο (αλλά πολύ κλάμα), αποφάσισα να πάρω το ρίσκο, σε μία προσπάθεια να αισθανθώ λίγο καλύτερα έχοντας “ξεφορτώσει” το πρόβλημά μου στον κόσμο. Συγγνώμη κόσμε.

Όλα ξεκίνησαν την τελευταία ημέρα των καλοκαιρινών διακοπών του 2020, όπου μετά από έναν μήνα ξεκούρασης στην Σύρο, δέχτηκα μία ‘σουβλιά’ πόνου στο καράβι της επιστροφής, στο δεξί μέρος του μετώπου μου. Ήταν οξύτατη αλλά κράτησε κλάσματα δευτερολέπτου και δεν της έδωσα ιδιαίτερη σημασία, μέχρι που με ξαναεπισκέφτηκε ορισμένες ημέρες αργότερα όσο χτενιζόμουν μπροστά στον καθρέφτη. Συνέχισε να έρχεται απρόσκλητη και εκεί που δεν την περίμενα για αρκετές ημέρες, απαιτώντας την προσοχή μου μέχρι να αναρωτηθώ τι διάολο θέλει από εμένα και πριν προλάβω να αντιδράσω όπως χρειαζόταν, εκείνη εξελίχτηκε σε κανονικό πονοκέφαλο, καθημερινό, ολοένα και πιο έντονο μέρα με την μέρα.

Θα μπορούσα να συνεχίσω την ιστορία με τον ίδιο τρόπο, περιγράφοντας πώς οι σουβλιές μετατράπηκαν σε δίχρονη ημικρανία πετραδάκι-πετραδάκι, καθώς περιέργως θυμάμαι ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια ενώ από την άλλη αυτή η περίοδος της ζωής μου μοιάζει σαν ένας θολός θάλαμος χωρίς πολύ οξυγόνο και ανοιχτό ορίζοντα, όμως το ταξίδι είναι μεγάλο, οδυνηρό για εμένα και μάλλον βαρετό για τον κόσμο, από τον οποίο μάλλον θα ζητήσω πολλές φορές συγγνώμη σε αυτό το κείμενο.

Ως άτομο που δεν είχε ποτέ στην ζωή του πονοκεφάλους παρά μόνο όταν κουραζόταν πολύ ή όταν πεινούσε υπερβολικά, ήμουν τελείως απροετοίμαστη για την νέα πραγματικότητα στην οποία βρισκόμουν. Ανακάλυψα πως τον πόνο πάντα συνοδεύει και κάποιο άλλο κύριο συναίσθημα. Στην αρχή ήταν ο φόβος για το ότι έχω κάτι σοβαρό, καθώς η πρώτη τουρ στους γιατρούς της Αθήνας ξεκίνησε.

Αξονικές, ορμονολογικές, πανοραμικές, ματιών και πάλι από την αρχή, αλλά κανένα φως στο τούνελ για το τι μπορεί να πηγαίνει λάθος, όσο το άλγος γινόταν ακόμα χειρότερο και διεκδικούσε ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Κάτι που είχε ξεκινήσει ως εποχιακό πρόβλημα είχε γίνει πλέον το μόνιμο θέμα συζήτησης και προβληματισμού μου, μάλιστα σε μία εποχή που ξεκινούσα ένα τεράστιο νέο επαγγελματικό βήμα και χρειαζόμουν όλη μου την δύναμη στο να χτίσω κάτι καινούργιο, όχι στο να συγκρατώ τον εαυτό μου για να μην κλάψει και να φοβάμαι πότε θα έρθει η επόμενη ‘σουβλιά’ και η ομίχλη που θα ακολουθήσει ανάμεσα στα μάτια μου.
Ο πόνος επέμενε, μεγάλωνε, μετατράπηκε σε κάτι σαν τερατάκι στην δεξιά άκρη μεταξύ μετώπου και γνάθου που είχε βάλει σκοπό να με μετατρέψει από Κρίστυ σε Ασθενή και όσο οι μήνες και το lockdown προχωρούσε, τόσο το κατάφερνε.

Πλέον είχα μάθει τα μικρά ονόματα του προσωπικού από το φαρμακείο της γειτονιάς μου και μιλούσαμε στον ενικό, ενώ δύο από τις κοπέλες που δουλεύουν εκεί είχαν δει το εσώρουχό μου καθώς χρειάστηκε να σηκώσω το φουστάνι μου και να μου κάνουν ένεση δύο διαφορετικά πρωινά που απλά νόμιζα ότι θα πεθάνω αν δεν μου περάσει ο πονοκέφαλος και τα alfgofren ήταν σαν να έπαιρνα καραμέλες με πικρή γεύση (ούτε οι ενέσεις βοήθησαν ιδιαίτερα. Απλώς με νάρκωσαν τόσο ώστε να κοιμηθώ).

Ο φόβος της αρχής αντικαταστάθηκε με αγανάκτηση. Θυμό. Απίστευτη κούραση. Μικρές δόσεις ελπίδας κάθε φορά που επισκεπτόμουν κάποιον καινούργιο γιατρό που πρότεινε νέα θεραπεία. Νεύρα και απελπισία όταν δεν έπιανε. Θυμήθηκα την έκφραση ‘σύνδρομο του απατεώνα’ και την βίωσα στο πετσί μου κάθε φορά που έβλεπα πόσο δύσπιστοι ήταν οι περισσότεροι από τους φίλους και τους γνωστούς μου όταν προσπαθούσα να τους περιγράφω πόσο πολύ υποφέρω και η αιτία που έδινα ήταν οι ημικρανίες. Έμαθα πολύ καλά πως όταν μία ασθένεια είναι αόρατη, δεν πείθει το ίδιο με ένα σπασμένο πόδι (να χτυπήσω ξύλο, κάπου εδώ).

Όσο το lockdown χαλάρωνε και ο κόσμος επιτέλους απελευθερωνόταν, εγώ κλεινόμουν περισσότερο στο κλουβί του κεφαλιού μου με τις κρίσεις να ξεκινάνε με το που ανοίγω τα μάτια από τον ελάχιστο και τεχνητό με χάπια ύπνο και να υποχωρούν το επόμενο βράδυ με τον ίδιο τρόπο. Ατέλειωτες ημέρες με καύσωνα που θα έπρεπε να περνάνε σε μία ξαπλώστρα παρέα με τους φίλους μου, αποτελούσαν απλώς ώρες σε ένα κρεβάτι, φορώντας το ίδιο νυχτικό, χαζεύοντας τις instagram ιστορίες ανθρώπων που περνούσαν καλά σε νησιά και πισίνες, ενώ εγώ περίμενα τους δείχτες του ρολογιού να σημάνουν ότι είμαι εντάξει για να πάρω το επόμενο χάπι. Όχι για να μου περάσει ο πόνος, αλλά ίσως για να ανακουφιστώ λίγο.

Οι οδηγίες ήταν ότι δεν μπορώ να κλαίω γιατί θα τα κάνω χειρότερα, όμως όλη αυτή η πίεση κάπου έπρεπε να βγει και πολλά βράδια απλά δεν άντεχα άλλο και έβρεχα το μαξιλάρι με την υγρή μου απόγνωση και μία κρυφή ελπίδα πως όλο αυτό ίσως να εξελιχθεί σε μία ταινία της Disney και κάποια καλή νεράιδα με λυπηθεί, κουνήσει το μαγικό ραβδί της και αύριο ξυπνήσω χωρίς να πονάω πια. Οι ενοχές έπαιρναν και αυτές μέρος στον χορό, τραγουδώντας πως άλλοι άνθρωποι έχουν πολύ σοβαρότερες ασθένειες και δεν κάνουν έτσι, εγώ πώς γίνεται να έχω αφήσει τον πονοκέφαλο να με βάλει κάτω με αυτόν τον τρόπο;

Ξεκίνησα να μην θυμάμαι τον εαυτό μου πριν από τις ημικρανίες παρά μόνο σαν μία μακριά ανάμνηση, η οποία σαν ηλίθια νόμιζε ότι είχε προβλήματα κάθε φορά που έπαιρνε λίγο βάρος ή δεν την ήθελε κάποιο αγόρι που της άρεσε (χωρίς η ίδια να έκανε την οποιαδήποτε κίνηση προς τα εκεί).

Έχω ορκιστεί από τότε δεκάδες φορές πως αν περάσει όλο αυτό, δεν θα ξαναγκρινιάξω ποτέ για ο,τιδήποτε τέτοιο, αρκεί να μην αισθανθώ ποτέ ξανά πόνο από την δεξιά πλευρά του κεφαλιού μου ή μείνω ξάγρυπνη για μέρες από άγχος και ανικανότητα να πάρω σωστές ανάσες.

Χωρίς επίσημη διάγνωση από κανέναν γιατρό (και αισθάνομαι σαν να έχω επισκεφτεί όλους της χώρας, από νευρολόγους μέχρι ορθοδοντικούς και βελονιστές), η μόνη χειροπιαστή διαπίστωση που έχω μέχρι στιγμής είναι ότι έχω πλέον εθιστεί στα παυσίπονα και ότι υπάρχει μεγάλη περίπτωση όλο αυτό να είναι ψυχοσωματικό (που σημαίνει σε απλά ελληνικά ‘τρέχα γύρευε’). Με τον Γενάρη να έχει αποτελέσει το τελικό χτύπημα από άποψη πόνου και κούρασης, μία πηγή αισιοδοξίας είναι ότι πλέον ακολουθώ μία θεραπεία που βασίζεται περισσότερο στην ψυχική υγεία και ελπίζω μαζί της να πάρει και το τερατάκι που έχει εγκατασταθεί και ακόμα με τσιμπάει.

Αισθάνομαι πως τα τόξα του κάπως αστοχούν τελευταία (φτου φτου) και ίσως τα αποθέματα ενέργειάς μας σιγά σιγά να μπορέσουν να γεμίσουν και πάλι, έτσι ώστε να μην περάσω άλλη μία χρονιά ως θεατής στις ζωές των άλλων από το κρεβάτι μου, αλλά να αρχίσω να ξαναζώ την δική μου. Και αν μπορέσω, να την κάνω ακόμα καλύτερη από πριν.

@oneofusgr

If you're here, you're one of us!