Όταν πρωτοξεκίνησε το ελληνικό #MeToo, συνήθιζα να λέω πως κάθε μέρα ήταν ένα ταξίδι συναισθημάτων. Άρχιζα την ημέρα μου με πρωινό και οργή όσο διάβαζα τις νέες αποκαλύψεις θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης, περνούσα από την φάση του σοκ με τις καινούργιες καταγγελίες εναντίον των “ιερών τεράτων”, με έπιανε απελπισία για την αντιμετώπιση του ζητήματος από αρκετά μεγάλη μερίδα ανθρώπων και μέσων και φυσικά θλίψη για τις απάνθρωπες πράξεις εις βάρος ανυπεράσπιστων ατόμων που σε πολλές περιπτώσεις σιωπούσαν επί δεκαετίες.

 

Παρόλα αυτά, υπήρχε και η θετική πλευρά. Πρώτη φορά αισθανόμουν τόσο τεράστια την αντίδραση κατά της κακοποίησης και του bullying στην χώρα μας. Είχα ανυπομονησία να συμμετέχω σε εποικοδομητικές συζητήσεις, χαιρόμουν που έβλεπα τον περίγυρό μου να συνειδητοποιεί (ίσως για πρώτη φορά) το πρόβλημα και να θέλει να βοηθήσει, συγκινούμουν με το κύμα συμπαράστασης ως προς τα θύματα και ένιωθα τεράστια ικανοποίηση όταν οι θύτες αντιμετώπιζαν νομικές συνέπειες. Η συλλογικότητα και η αίσθηση της κοινότητας που δημιουργήθηκε τότε με έκανε να αισθάνομαι λίγο περισσότερο ασφαλής και μαζί με την μεγάλη δόση πληροφόρησης και φεμινιστικής οργάνωσης, ήρθαν και οι ελπίδες ότι τα πράγματα ίσως γίνουν λίγο καλύτερα στο μέλλον.

Κάθε φορά από εκεί και πέρα που στην επιφάνεια έρχεται ένα τραγικό γεγονός βιασμού, παρενόχλησης, κακοποίησης ή γυναικοκτονίας, οι λαμπερές αυτές ελπίδες του χειμώνα τρεμοπαίζουν επικίνδυνα. Παρόλο που τόσο εγώ η ίδια όσο και οι περισσότεροι γνωστοί μου στον ατέλειωτο κόσμο των social media, συσπειρώνονται ξανά και ξανά γύρω από το (συχνά νεκρό) θύμα για να εκφράσουν φρίκη, αγανάκτηση και επείγουσα ανάγκη για αλλαγή, προσωπικά ο φόβος πως ζούμε ένα συνεχές “στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα” μεγαλώνει όλο και περισσότερο.

Λίγες ώρες μετά την ομολογία του γυναικοκτόνου στην Φολέγανδρο, χρειάστηκε να συζητήσω με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας του One of Us για τα θέματα που θα χρειαστεί να μοιραστούμε την επόμενη εβδομάδα. Υπήρχε μία άσχημη ησυχία και μόνο μουδιασμένες εκφράσεις από όλους μας. Το “προφανώς πρέπει να σχολιάσουμε την επικαιρότητα”  συνοδεύτηκε από ένα ειλικρινές και στεναχωρημένο “τι άλλο μπορούμε να γράψουμε;”. Η αναρτήσεις στο ίνσταγκραμ με θέμα την προστασία των γυναικών, φάνηκαν και αυτές χωρίς κανένα νόημα. Πόσα “#endviolenceagainstwomen” θα χρειαστεί να πληκτρολογήσω ακόμα, μέχρι να ακουστεί η επόμενη δολοφονημένη, κακοποιημένη, βιασμένη γυναίκα από κάποιον άνδρα που εμπιστεύτηκε; Γλυκά Νερά, Φολέγανδρος, Ηλιούπολη, θα σταματήσει ποτέ ο χάρτης της Ελλάδας να λερώνεται από κόκκινες κηλίδες αίματος γυναικών;

“Έχω αρχίσει να ρωτάω τις φίλες μου αν είναι καλά με τα αγόρια τους, ρε” ξεκίνησε να λέει η μία κοπέλα της παρέας, αφήνοντάς με και εμένα να εξομολογηθώ πως έχω νοητικά πιάσει έναν-έναν τους άνδρες που γνωρίζω, σκεπτόμενη αν κάποιος μπορεί να μου κάνει κακό πάνω στα νεύρα του. Είναι η στιγμή που κάθε αγώνας, κάθε hashtag, κάθε φεμινιστική πορεία και κείμενο με ζοφερά στατιστικά μοιάζει μάταιο. Που, τουλάχιστον εγώ, έχω την τάση να σηκώσω τα χέρια ψηλά και να παραδοθώ στον φόβο και την αηδία που μου προκαλεί η πατριαρχική μαυρίλα γύρω μου, χωρίς πια να έχω άλλη δύναμη να αντισταθώ.

Υπάρχουν βέβαια τα περιθώρια για κάτι τέτοιο; Φυσικά και όχι. Τίποτα δεν έχει να κάνει με εμένα και τις αδυναμίες μου. Κάθε αγώνας, hashtag, φεμινιστική πορεία, κείμενο με ζοφερά στατιστικά ίσως έχει καταφέρει να σώσει έστω και ένα θύμα από χειρότερη μοίρα. Ίσως έχει πείσει κάποιον ή κάποια να μιλήσει ενάντια του κακοποιητή του. Ίσως έχει κάνει μία έστω κοπέλα να αισθανθεί λιγότερο μόνη. Και φυσικά, μόνο και αυτό αξίζει.

Συνεχίζουμε λοιπόν τον αγώνα, ο καθένας με όποιον τρόπο μπορεί. Ενάντια στον τεράστιο ογκόλιθο της πατριαρχικής κοινωνίας οφείλουμε να προβάλλουμε αντίσταση, ακόμα και αν υπάρχουν στιγμές εξάντλησης. Ακόμα και όταν μοιάζει μάταιο και πιστεύουμε ότι θα μας καταπλακώσει. Στεκόμαστε ακόμα όρθιες, όλες μαζί. Ακόμα και με τρεμάμενα χέρια.