Ένα κείμενο αλληγορικό για την ανθρώπινη αδεξιότητα, την παιδική ηλικία και τους άλλους. Γράφει η Αθηναΐς Νέγκα.

 

Η απίστευτη αδυναμία μου να δέσω τα κορδόνια μου σωστά ήταν χαριτωμένη μέχρι περίπου να γίνω εφτά. Μαζί με το δημοτικό άρχισαν όμως και οι μεγάλες  σκοτούρες και η μαμά μου με ξεμπρόστιαζε σε κάθε ευκαιρία. Θυμάμαι πως όταν με άφηνε σε παιδικά πάρτι και για να βγάλει την ευθύνη από πάνω της έλεγε “γυρίζει μονίμως με λυμένα κορδόνια, τα πατάει και γίνονται μαύρα.” Έτσι δεν έφταιγε ούτε για τη βρώμα.

Το αποτέλεσμα ήταν η μαμά οικοδέσποινα να έχει πάντα το νου της σε μένα.

Σε ένα σπίτι, γεμάτο προβληματικά παιδιά με αδιάγνωστες δυσλεξίες, επικίνδυνες υπερκινητικότητες, παιδικές ψυχοπάθειες, διαταραχές ύπνου και ποιος ξέρει τι άλλο, εγώ που δεν ήξερα να δένω τα κορδόνια μου, ήμουν ξαφνικά το  πρόβλημα.

Φορτωμένες με την ευθύνη του αδέξιου παιδιού, όλες οι ξένες μαμάδες μου έσφιγγαν το φιόγκο, η κάθε μια ανάλογα με την ανασφάλεια της: από αρκετά σφιχτό αλλά και μέχρι που το πόδι μου πονούσε.

Η δική μου η μαμά ομολογώ πως είχε σήμα κατατεθέν της  έναν φιόγκο, αντικαταπιεστικό, χαλαρότατο που κράταγε πέντε λεπτά και μετά λυνόταν μεγαλόπρεπα. Το πόδι μου ήταν ελεύθερο να κάνει ότι θέλει, και το άλλο μου πόδι να πατήσει τα κορδόνια. Όμως ποτέ δεν έπεσα εξ αιτίας λυμένων κορδονιών, θέλω να το βροντοφωνάξω.

Ευτυχώς το καλοκαίρι υπήρχαν τα πέδιλα με λουράκια. Δυσκολευόμουν  να πετύχω  την τρύπα με την αγκράφα και για αυτό διάλεγα μια στην τύχη,  ποτέ την ίδια. Κάθε μέρα η ανάγκη δεσίματος ήταν εξάλλου διαφορετική και μου άρεσε αυτή η ποικιλία, ειδικά όταν πηγαίναμε θερινό σινεμά. Στο θερινό σινεμά ήθελα να είναι χαλαρό το πέδιλο μου ώστε να σκάβω τα χαλίκια, να κάνω το πόδι μου εκσκαφέα και έτσι να το δροσίζω και να σκονίζω τα δάχτυλα μου, χωρίς κανείς να ξέρει το παιχνίδι μου.  Κάθε Σεπτέμβριο όμως ερχόταν η δύσκολη  εποχή: πάλι αθλητικά.

Παρά τους πολλαπλούς σχολικούς τραυματισμούς μου δεν  έπεσα ποτέ από λυμένα κορδόνια, το επαναλαμβάνω. Ούτε ως  ενήλικη, ενώ έχω πέσει από γόβες, σε σκάλες με παχιά μοκέτα, στο χιόνι, από τρικλοποδιά και  στο ίσιωμα, ειδικά  έξω από τον κινηματογράφο Έμπασσυ στο Κολωνάκι, δυο φορές. Στο ίδιο σημείο ακριβώς με απόσταση χρόνων, μεταξύ των περιστατικών, όχι όμως από κορδόνια λυτά.

Μάθημα πρώτο λοιπόν: Οι κίνδυνοι που θα αντιμετωπίσεις εσύ ή οι άλλοι   δεν είναι  αυτοί για τους οποίους μας προετοιμάζουν. Κανείς δεν ξέρει πού θα βρεθείς ή τι θα είναι επικίνδυνο για τον καθένα , απλά όλοι επαναλαμβάνουμε κοινοτυπίες για τη ζωή ως επί το πλείστον άχρηστες. Καλό είναι να προσέχεις γιατί αν είναι να πέσεις, θα πέσεις εκεί που νιώθεις τη  μεγαλύτερη ασφάλεια, ακόμη και αν την έχεις ξαναπάθει στο ίδιο σημείο.

Η μόνη δικαιολογία που μπορώ να βρω ως ελαφρυντικό για την βαρύτατη αμέλεια της δικιάς μου μαμάς,  είναι πως κατά τη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας ανακαλύφθηκε το Velcro, ή αλλιώς σκρατς -σκρατς. Όλα τα πράγματα που κούμπωναν ξαφνικά είχαν Velcro: τα αθλητικά παπούτσια, οι σχολικές τσάντες, τα ρούχα.

Velcro μικρά ή τεράστια, ανθεκτικά που έκαναν θόρυβο ανατριχιαστικό και δεν έχαναν ποτέ τη δύναμη τους, μια εφεύρεση που παραήταν έξυπνη για να είναι ανθρώπινη, μια τεχνολογία ανώτερη. Σαν να μας πέταξαν από ψηλά οι εξωγήινοι γιατί λυπήθηκαν κάτι παιδάκια σαν εμένα με λυμένα κορδόνια.

Η αδυναμία μου να τα δένω μπορούσε επιτέλους να είναι ένα μυστικό που θα παρέμενε θαμμένο μέσα μου. Για κακή μου τύχη όμως, είναι μια από τις λίγες φορές που η  ανθρωπότητα πήγε μπροστά και μετά πάλι πίσω.

Κορδόνια, Velcro, πάλι κορδόνια, σιγά την ομορφιά! Κι εγώ δεν ήξερα να δένω τα κορδόνια μου, αποκαλύφθηκα. Ήμουν ένας απατεώνας με μια σοβαρή έλλειψη και κάπως έτσι έμαθα ένα ακόμη μάθημα: δεν μπορείς να βασίζεσαι σε ευκολίες για να σου λύσουν τον πρόβλημα, χρειάζεσαι έναν τρόπο δικό σου για ρεζέρβα, για λόγους ανεξαρτησίας βρε αδερφέ.

Δημιούργησα ένα δικό μου φιόγκο. Ας μην είχα πέσει ποτέ από λυμένα κορδόνια, οι άλλοι ήθελαν να κάνουν πως ενδιαφέρονται όταν μου έλεγαν να τα δέσω. Η χοντροκοπιά της αγέλης δεν περιγράφεται. “Δέσε τα θα σπάσεις τα μούτρα σου”, μπορεί να σου πει με άγρια φωνή ένας απόλυτα άγνωστος άνθρωπος γιατί έτσι του φέρονταν σπίτι του.

Έκανα τον κόμπο μου, ήταν δυνατός και άσχημος, είχε μια περιθωριοποίηση  και μια αδιαφορία για το τι ήταν κοινωνικό και αποδεκτό, όμως δεν τον έκανα έτσι επίτηδες, από αντίδραση και ιδεολογία για το σάπιο σύστημα. Ήταν η μόνη λύση που είχα. Ενώ ήξερα πως δεν είχα πέσει από λυμένα κορδόνια, έπρεπε  κάπως  να κλείσω τα στόματα.

Όταν βλέπεις γυναίκα να περπατάει με έτσι δεμένα τα κορδόνια της, αν το παρατηρήσεις  και ο εγκέφαλος σου δεν δέχεται το διαφορετικό, αντιλαμβάνεσαι πως σίγουρα εδώ υπάρχει κάποιο πρόβλημα που φαίνεται. Και υπάρχει, είμαι εγώ που δεν είχα πέσει ποτέ από λυμένα κορδόνια και έμαθα να τα δένω, άλλα απλώς τα έδενα άσχημα.

“Μα πώς δένεις έτσι τα κορδόνια σου, γιατί δεν κάνεις έναν κανονικό φιόγκο;” μου έλεγαν και μου λένε ακόμα. Ο κόσμος είναι απύθμενα ηλίθιος, επίμονος και αδιάκριτος. Να κι άλλο μάθημα

“Γιατί δεν μπορώ” απαντούσα.

Σε έναν κόσμο γεμάτο προβληματικούς με αδιάγνωστες καταθλίψεις, κρίσεις πανικού, επικίνδυνες διπολικότητες,  ψυχοπάθειες, διαταραχές διατροφικές, ύπνου-ξύπνιου και ποιος ξέρει τι άλλο, εγώ που δεν ξέρω να δένω τα κορδόνια είμαι το πρόβλημα;

Να κι άλλο μάθημα: όλοι ασχολούνται με τα προβλήματα που φαίνονται ενώ συνήθως υπάρχουν πολύ σοβαρότερα που δεν μπορούν να δουν.

Πιθανότατα το πρόβλημα μου οφείλεται σε κάποια ελαφριάς  μορφής “δυσπραξία”, έτσι έχω διαβάσει πως λέγεται, δεν πήγα να το ψάξω. Διάβασα πως  υπάρχουν πολλές διασημότητες που δεν μπορούν να δέσουν τα κορδόνια τους, όπως αυτός ο ηθοποιός που παίζει τον Χάρι Ποτερ. Δεν δυσκολεύτηκα πότε να φτιάξω κάτι ή να μάθω, μόνο στις ασκήσεις δεν είμαι καλή. Δεν θα μπορούσα δηλαδή να γίνω ποτέ γυμνάστρια γιατί αν μου δείξεις πώς να κάνω κάτι με τα χέρια και τα πόδια μου, το θυμάμαι  για δυο λεπτά και μετά η κίνηση  μου διαφεύγει πλήρως και θα κάνω κάτι τελείως άσχετο και δικό μου με κίνδυνο να τραυματιστώ ή και να τραυματίσω κι άλλους.

Στο γυμναστήριο, αν δεν είναι κάποιος από πάνω μου, έχω στο κινητό μου φωτογραφίες με αυτά που πρέπει να κάνω. Κατά  τα άλλα κουτσοκαταφέρνω και ίσως έπρεπε να μάθω να παίζω ποδόσφαιρο. Ο Μαραντόνα πως έκανε θαύματα με λυμένα κορδόνια;

Μάθημα τελευταίο: έχουν σίγουρα κι άλλοι το ίδιο πρόβλημα με εσένα και μόνο όταν τους βρεις και τους γνωρίσεις θα καταλάβεις πόσο πραγματικά μικρό είναι αυτό που σε προβληματίζει.

Γνώρισα  κορυφαίο γιατρό  που δεν ξέρει να δένει τα κορδόνια του. Εμείς που δεν ξέρουμε,  είμαστε κλειστό κλαμπ και αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον αμέσως. Τον ρώτησα πως χειρουργεί,  πως κάνει ράμματα και έπειτα από μακρά συζήτηση συμφωνήσαμε και οι δυο πως το να χειρουργείς είναι απείρως πιο εύκολο από το δένεις κορδόνια και ούτε αυτός θυμάται να έχει πέσει.

Αν ο κίνδυνος ήταν τόσο μεγάλος άλλωστε,  θα υπήρχε παγκόσμια συζήτηση για το θέμα, θα είχαν απαγορεύσει τα κορδόνια ή θα έπρεπε να φοράς  παπούτσια με κορδόνια μόνο με κράνος ώστε να μη σκοτωθείς  αν σου λυθούν. Ίσως να είχαμε και ειδική πτέρυγα στο ΚΑΤ, ξεχωριστές  κατηγορίες τραυματισμών: στο μετατάρσιο, κατάγματα στα σπασμένα μούτρα…

“Από λυμένα κορδόνια κι εσείς;” θα έλεγαν στον προθάλαμο.