Πίσω στο 2015 που τώρα μοιάζει αιώνες μακριά, βρέθηκα να καλύπτω την επίσκεψη τριών φωτογράφων που μάλιστα αναφέρονταν ως μερικοί από τους καλύτερους Instagramers του πλανήτη – όχι άδικα, αλλά σίγουρα με τα τότε δεδομένα που ο όρος influencer δεν αποδίδονταν σε κάθε χρήστη του Instagram με παραπάνω από 1000 followers και το “δημιουργός περιεχομένου” δεν ήταν ακριβώς επάγγελμα – καλεσμένοι του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων για μία δράση με τίτλο “This Is The Athens Word”. Ο στόχος να ξεναγηθούν στην Αθήνα και να απαθανατίσουν το σύμπαν της με την κάμερα του κινητού τους. Ανάμεσά τους ένας ψηλός άνδρας που κινούταν με χαρακτηριστική άνεση στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, σαν να του ανήκε ήδη η πόλη. 

‘Ειναι ο Steven Beijer, μισός Ολλανδός – μισός Αμερικανός. Στην πραγματικότητα δεν μπορείς να του αποδόσεις στερεοτυπικούς χαρακτηρισμούς για κανέναν από τους δύο λαούς. Ίσως την εξωστρέφεια των Αμερικανών (για την οποία βέβαια θα ακούσεις μόνο από ανθρώπους που τους έχουν συναναστραφεί πραγματικά και αυτοί θα είναι όσοι δουλεύουν στον τουρισμό). Υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος λόγος για αυτό. Ο Steven έχει ως βάση του αυτή την περίοδο τη Βαρκελώνη, ωστόσο γυρίζει (ή έστω “γύριζε”, προ κορωνοϊού) όλο τον κόσμο με αφορμή την αγάπη του για τη φωτογραφία. Το γεγονός ότι το βασικό του επάγγελμα είναι μεταφραστής του δίνει τη δυνατότητα να δουλεύει από οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη. 

Ο Steven βέβαια, ήταν ήδη πολίτης του κόσμου, προτού η φωτογραφία του δώσει το χρυσό εισιτήριο να ταξιδεύει σε οποιοδήποτε σημείο του και πριν απ’ όλα αυτά, ερωτευμένος με την Αθήνα. Την είχε γνωρίσει ως pit stop στο δρόμο του για κάποιο ελληνικό νησί, ώσπου πήρε την απόφαση να την κάνει σπίτι του, το 1996. Παράλληλα με τις σπουδές του στο Deree, άρχισε να δουλεύει ως Dj στο θρυλικό Decadence και να έρχεται σε επαφή με την indie Αθήνα.Τελικά, από εκεί που θα έμενε εδώ όσο θα διαρκούσαν οι σπουδές του, έμεινε για πέντε χρόνια, για να επιστρέψει ξανά το 2005 και να μείνει κι άλλο λίγο. 

Πίσω στη βόλτα μας στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου πριν 5 χρόνια, έχω αρχίσει να καταλαβαίνω γιατί ο Steven περπατά σαν ντόπιος. Στα πρώτα λεπτά της γνωριμίας μας του λέω, “Είσαι ένας τύπος που άνετα θα έπινα μαζί του μία μπύρα”. Την ήπιαμε τελικά τρία ολόκληρα χρόνια μετά, ανακαλύπτοντας ότι έχουμε κοινούς γνωστούς τη μισή Αθήνα και έκτοτε δεν έχουμε σταματήσει να μιλάμε και συναντιόμαστε όποτε την επισκέπτεται ξανά. 

Με το ξέσπασμα της πανδημίας αρχίσαμε να ανταλλάσουμε νέα. Τι μέτρα ισχύουν σε κάθε πόλη; Πού άνοιξαν πρώτα τα μπαρ; Συγκρίναμε αριθμούς που δεν θέλουμε να χρειαστεί ξανά, κρουσμάτων και θανάτων. Ρωτούσαμε ο ένας τον άλλο με αγωνία για την υγεία τη δική μας και των δικών μας ανθρώπων. Όταν δεν τσατάραμε όμως, έπαιρνα τις απαντήσεις μέσα από τις φωτογραφίες του, μιας και φυσικά ο Steven παραμένει ένας δεινός Instagramer. Του ζήτησα λοιπόν να συγκεντρώσει μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές φωτογραφίες της Βαρκελώνης που τράβηξε εν μέσω πανδημίας, να τις “διαβάσει” και να μοιραστεί με το One Of Us το διαφορετικό πρόσωπο μιας πόλης που, όπως η Αθήνα, σε άλλη περίπτωση θα έσφυζε από ζωή.

Τραβηγμένη κατά τη διάρκεια του πιο σκληρού lockdown (Μάρτιος – Μάιος), όταν σου επιτρέπονταν να πας μόνο φαρμακείο ή σούπερ μάρκετ κοντά στο σπίτι σου. Καθόλου κίνηση, καθόλου, άνθρωποι, τίποτα. Ο μόνος ήχος εκείνες τις μέρες ήταν αυτός από τη σειρήνα του ασθενοφόρου.

Πρώτη βδομάδα χαλάρωσης των μέτρων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι άνθρωποι μπορούσαν να βγαίνουν ξανά για άσκηση (μία φορά τη μέρα μεταξύ 6 με 10 το πρωί ή 8 με 10 το βράδυ). Οι αστυνομία βρίσκονταν παντού προσπαθώντας να φροντίσει ότι όλοι φορούν μάσκα και κρατούν τις απαραίτητες αποστάσεις.

Στη γωνία του σπιτιού μου. Υπό κανονικές συνθήκες αυτός ο δρόμος είναι γεμάτος ντόπιους και τουρίστες. Το μουσείο Πικάσο βρίσκεται επίσης εδώ και συνήθως υπάρχει μεγάλη ουρά εκατοντάδων ανθρώπων που περιμένουν να μπουν.

Ένα από τα πολλά covid-related graffiti που εμφανίστηκαν στο πρώτο lockdown, τα περισσότερα από αυτά ενάντια στην καραντίνα ή “σκεπτικά” ως προς των κορωνοϊό.

Ακόμα ένας άδειος δρόμος. Ένα από τα ωραία πράγματα του lockdown ήταν το γεγονός ότι οι πεζοί μπορούσαν να “ξανακατακτήσουν” τους δρόμους της πόλης. Μου έδωσε ανέλπιστα μεγάλη χαρά το να περπατάω αργά και με ηρεμία εκεί που κάποτε συνήθως υπήρχε τρομερή κίνηση. Το να κοιτάς δεξιά – αριστερά ήταν σχεδόν μη απαραίτητο όταν διέσχιζες τον δρόμο δεδομένου το πόσο ήσυχα ήταν και πόσο λίγα αυτοκίνητα υπήρχαν.

Κανονικά το ground zero των τουριστών στη Βαρκελώνη. Τώρα εγκαταλελειμμένο.

Στο μεσοδιάστημα που χαλάρωσαν τα μέτρα έκανα καθημερινά μεγάλους περίπατους για να κάψω τα κιλά που πήρα στην αρχή της πρώτης καραντίνας, να την παλέψω με το άγχος μου και να απολαύσω το γεγονός ότι μπορώ να είμαι έξω. Συνήθως έφευγα από το σπίτι ακριβώς στις 8 το βράδυ, την ώρα που έβγαιναν όλοι να χειροκροτήσουν τους εργαζόμενους στην Υγεία. Σχεδόν σε όλη τη Βαρκελώνη υπήρχε έντονη αστυνομική παρουσία.

Η κίτρινη διαβάθμιση ήταν για τη δημιουργία χώρου για τους πεζούς, για να βοηθά τη διατήρηση του social distancing. Φαίνεται όμως ότι υπήρξε μια σύγχυση και σχεδόν κανείς δεν περπατούσε σε αυτή.

Τραβηγμένη ενώ βρισκόμουν σε μία κλινική κάνοντας τεστ αντισωμάτων για κορωνοϊό.

Ένα από τα εκατοντάδες κλειστά ξενοδοχεία. Οχυρωμένο και σκοτεινό, μερικές φορές περνώντας μπορούσες να δεις έναν μοναχικό φύλακα να κάθεται μέσα.

Η πρώτη συναυλία που πήγα μετά το πρώτο lockdown. Υποχρεωτικά καθήμενοι και τηρώντας τις αποστάσεις. Οι σερβιτόροι έφερναν τα ποτά καθώς η παραμονή στο μπαρ απαγορεύονταν. Περίεργη και καταθλιπτική εμπειρία για να είμαι ειλικρινής.

Ένα ραφτάδικο που πουλά πολύχρωμες μάσκες.

Τραβηγμένη σε μία από τις ελάχιστες φορές που πήρα το μετρό. Το γεγονός ότι τα βαγόνια ήταν εντελώς άδεια, σίγουρα διευκόλυνε την τήρηση των αποστάσεων…

Graffiti στη γειτονιά Raval της Βαρκελώνης

Ένα ακόμη κλειστό μπαρ τον περασμένο Νοέμβρη, όταν μπαρ, καφέ και εστιατόρια αναγκάστηκαν να κλείσουν και να σερβίρουν μόνο takeaway.

Διαδήλωση ενάντια στα μέτρα που πάρθηκαν για τον φετινό χειμώνα. Ξεκίνησε σαν μια ήρεμη διαδήλωση ενάντια στο κλείσιμο της εστίασης, για να εξελιχθεί σε covid-”sceptic”, anti-mask, pro-”freedom” διαδήλωση. Fun fact: μία εβδομάδα μετά μια εταιρεία παραγωγής ταινιών επανδημιούργησε σχεδόν την ίδια σκηνή για μια σειρά που γυρίζονταν εκεί με ψεύτικα καμένα αυτοκίνητα, φωτιές και καπνό.

Graffiti στη γειτονιά Born που αμφισβητεί την πραγματικότητα καθώς και την προέλευση της Covid-19.

Ένα μπαρ με μισόκλειστα ρολά, ανοιχτό μόνο για takeaway.

Κλειστό μπαρ.

Ένα ακόμα κλειστό μπαρ στη γειτονιά Gotico.

Ακόμα λίγη αμφισβήτηση του κορωνοϊού στον τοίχο γύρω από μία πρώην μονάδα ηλεκτρικής ενέργειας στην παραλία.

Όλες οι φωτογραφίες και οι λεζάντες είναι του Steven Beijer. Περισσότερη δουλειά του εδώ και εδώ ένα project για την Αθήνα που τόσο αγαπά.