Υπάρχει κάτι με τα παιδικά τραγούδια που τα κάνει να σου μένουν και να σου κολλάνε στο μυαλό για ώρες αφού τα ακούσεις. Είναι η μελωδία της μιας οκτάβας το πολύ και η αέναη επανάληψη του ίδιου μουσικού μοτίβου; Ή μήπως είναι οι χιλιοακουσμένοι στίχοι τους που χωρίς δεύτερη σκέψη αναπαράγουμε κι εμείς μόλις γίνουμε γονείς ή συναντήσουμε κάποιο παιδάκι φίλου μας από κοντά;

Είναι μάλλον όλα τα παραπάνω, καθώς τα παιδικά τραγούδια μοιάζουν να περνούν από γενιά σε γενιά αβίαστα και χωρίς καμία κριτική ή λογοκρισία. Αν η λέξη λογοκρισία σας φαίνεται βαριά, δεν αρκεί παρά να δώσετε λίγη μεγαλύτερη προσοχή στους στίχους μερικών από αυτά για να καταλάβετε ότι αν συνεχίσετε να τα τραγουδάτε στα παιδιά σας, μπορείτε ή να τα τραυματίσετε άθελά σας ή να τους διδάξετε ύπουλα, τον ρατσισμό, την χονδροφοβία ή ακόμα και πιο σκοτεινά πράγματα όπως η ανθρωποφαγία.

Αν τα παραπάνω σας φαίνονται υπερβολικά, πάμε παρέα να το αναλύσουμε λίγο περισσότερο, ξεκινώντας από το κατάπτυστο:

Δέκα μικρά αραπάκια*

Μόνο από τον τίτλο, το τραγούδι θα έπρεπε να έχει σβηστεί από το συλλογικό μας ασυνείδητο εδώ και καιρό, καθώς η λέξη αράπης θεωρείται βαθιά ρατσιστική και κανένας σημερινός άνθρωπος δεν θα έπρεπε να την ξεστομίζει αβίαστα, ούτε και μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο δήθεν “αθωότητας”.

Παρακάτω όμως τα πράγματα σκουραίνουν για τα δέκα μικρά *κια καθώς ένα μετά το άλλο χάνονται από το προσκήνιο με το ένα να χάνεται σε μια γειτονιά, το άλλο να πουντιάζει και να “πάει” και άλλο να το πιάνουν γιατί έτρωγε φρούτα κλεφτά (διότι τα *κια αυτό κάνουν, κλέβουν). Η χειρότερη όμως στιγμή αυτού του τραγουδιού είναι όταν τα *κια πάνε στην κυρία κι εκείνη κρατάει το ένα. Όταν μένουν δύο τα αραπάκια έρχονται σ’ εμένα, κι εγώ δικαιούμαι επίσης να κρατήσω ένα, λες και είναι αντικείμενο ή πράγμα που στερείται οποιασδήποτε βούλησης.

Το μόνο *κι που τελικά γλιτώνει είναι το τελευταίο που παντρεύεται και κάνει δέκα παιδάκια, μόνο και μόνο για να μας κάνει την χάρη να τα δούμε να ξεκληρίζονται όλα από την αρχή. Θέλετε να ταΐσετε το παιδί σας με τόση τοξίνη;

Ένα λεπτό κρεμμύδι

Εδώ λοιπόν υπάρχει μια περιγραφή του πώς θα καταφέρει μια κοπέλα να βρει γαμπρό. Το γιατί θα πρέπει να υπάρχει αυτό ως έννοια στην παιδική ηλικία, μόνο η σκληρή πατριαρχία μπορεί να εξηγήσει. Τα κοριτσάκια λοιπόν μαθαίνουν ότι όταν κάποια κοπέλα θέλει να παντρευτεί, ο περίγυρος θα αρχίσει να της προτείνει γαμπρούς. Ο πρώτος είναι ένας ναύτης που όλο μύγες χάφτει (;;;;) . Ακατάληπτο εντελώς!

Δεύτερος είναι ένας γέρος… που χρόνια τόνε ξέρω: Να τη και η παιδεραστία καθαρή και ξάστερη. Όταν όμως η ομήγυρη αποφασίσει να της δώσει έναν πρίγκιπα με το σπαθί στο χέρι, όλοι μαζί συμφωνούν ότι η κοπέλα βρήκε το σωστό ταίρι και τώρα “θα πάρει τα προικιά της να πάει στην πεθερά της”. Όχι στον άντρα της, ούτε στο δικό της σπίτι, αλλά στην πεθερά της.

Αυτό που ουσιαστικά περιγράφει το τραγούδι είναι ο τρόπος που γίνονταν οι παντρειές μερικούς αιώνες πριν. Την ίδια την νύφη δεν την ακούμε πουθενά, δεν υπάρχει, δεν έχει γνώμη, δεν την ρωτάει κανείς. Οι άλλοι αποφασίζουν για την τύχη της και παζαρεύουν μεταξύ τους τους υποψήφιους.

Ένα μικρό καράβι

Εδώ έχουμε την περιγραφή μιας ναυτικής τραγωδίας, ανάλαφρο και εντελώς παιδικό θέμα, όπου ένα καράβι ταξιδεύει για εβδομάδες και ξεμένει από τρόφιμα. Τότε αποφασίζεται συλλογικά να σκοτώσουν κάποιον από το πλήρωμα και να τον φάνε. Για να έχει κάποια επίφαση δικαιοσύνης ο φόνος και η ανθρωποφαγία, ρίχνεται κλήρος. Ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο που ήταν ο καημένος και αταξίδευτος.

Σε μια προσπάθεια να γίνει λίγο πιο ανάλαφρο το τραγουδάκι, οι νεότερες γενιές το διασκεύασαν κι ο κλήρος πέφτει ή στα αγόρια ή στα κορίτσια. Τα αγόρια είναι σαν σκυλόψαρα και τα κορίτσια σαν σκουπόξυλα. Ο παραλογισμός ξεχειλίζει από τους στίχους αυτού του τραγουδιού που επικαιροποιεί το δόγμα “ο θάνατός σου η ζωή μου” και το διδάσκει απροκάλυπτα στα μικρά παιδιά, ώστε να ξέρουν τι παίζει εκεί έξω και να προετοιμάζονται ανάλογα. Έτσι όπως τραγουδιέται στα Νηπιαγωγεία της χώρας με τα παιδιά να μοιράζονται σε δύο ομάδες, σε αγόρια και κορίτσια και να ουρλιάζουν η μία στην άλλη, είναι μια πολύ κακή απεικόνιση μιας μάχης που δεν τα αφορά καθόλου και τα προετοιμάζει για έναν κόσμο διχασμού των φύλων, αληθινά πολύ πολύ σκληρό.

Αχ κουνελάκι, κουνελάκι

Αχ, πραγματικά! Τι το περιμένει το καημένο που δεν καταλαβαίνει ότι δεν πρέπει να κάνει τρύπες στο περιβόλι του γείτονα. Από εντελώς μικρούλια, από βρέφη δηλαδή, τα παιδάκια μας δείχνουν με το αθώο χεράκι πως θα πλακώσουμε στο ξύλο το έρμο το κουνελάκι που δεν σέβεται την ιδιοκτησία. Όσες γλύκες και να κάνει το καημένο είναι μάταιες, το ξύλο το έχει σίγουρο.

Το τραμ

Εδώ θα παραθέσουμε αυτούσιο το τραγουδάκι και θα αφήσουμε την χονδροφοβία του να μιλήσει από μόνη της. Ξεχειλίζοντας από μίσος για τους υπέρβαρους ανθρώπους, το άσμα αυτό ακολουθεί τα βήματα μιας γυναίκας, της κυρά-χοντρής και περιγράφει τις ζημιές που κάνει μόνο με την ύπαρξή της. Στο τέλος την λιντσάρουν όλα τα παιδιά μαζί.

Tραµ, τραµ, τραµ

περνάει ένα τραµ

και µπαίνει µια χοντρή

και σπάει η µηχανή

Kι ο οδηγός που τ’ οδηγούσε

τα µουστάκια του τραβούσε

 

Παράµ παπάµ παπάµ

φρενάρισε το τραµ

και όλα τα παιδιά

φωνάζουν δυνατά

Έλα ‘δώ, κυρα-χοντρή

πλήρωσε τη µηχανή

 

Nο, no, no

δεν την πληρώνω εγώ

Yes, yes, yes

θα φας και καρπαζιές

Φανταστείτε λοιπόν ένα οποιοδήποτε υπέρβαρο κορίτσι του σχολείου να ακούει αυτά τα λόγια μίσους και να πρέπει να υποστεί τον εξευτελισμό ξανά και ξανά όσες φορές θα τραγουδιέται το συγκεκριμένο τραγούδι ή όσες φορές θα την χλευάσουν με αυτό.

Η μικρή Ελένη

Θα τελειώσουμε με μια χαρούμενη νότα: ένα μικρό κορίτσι που κάθεται και κλαίει γιατί δεν το παίζουν.  Όλοι οι άλλοι γυρίζουν γύρω της και δεν έχουν τίποτα άλλο να της πουν παρά να κλείσει τα μάτια και να τους αποχαιρετήσει φεύγοντας.

Ακόμα κι ένας μεγάλος θα λυπηθεί για την κατάσταση της μικρής Ελένης. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι κανένα παιδάκι δεν νοιώθει θλίψη όταν το ακούει.

H μικρή Eλένη

κάθεται και κλαίει

γιατί δεν την παίζουνε

οι φιλενάδες της.

 

Σήκω επάνω,

τα μάτια κλείσε,

τον ήλιο κοίτα

κι αποχαιρέτησε.