Θα με αναγνωρίσεις, είμαι ο μόνος μαύρος με κοστούμι”, μου λέει γελώντας ο Σπύρος – Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα στο τηλέφωνο ενώ τριγυρνώ σαν τη σβούρα καταμεσής της πλατείας του Αγίου Νικολάου στη Νίκαια προσπαθώντας να τον εντοπίσω. Ο υποδιοικητής της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου είχε την καλοσύνη να έρθει να μας παραλάβει ο ίδιος με το αυτοκίνητο από το σταθμό του μετρό της Νίκαιας. Επιβιβαζόμαστε στο αυτοκίνητο. Το ραδιόφωνο παίζει ειδήσεις, το χαμηλώνει για να συστηθούμε. Είναι τόσο προσηλωμένος στη μεταξύ μας κουβέντα που χάνει το δρόμο σε μία διαδρομή που γνωρίζει καλά.

Η ιστορία του Σπύρου – Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα έχει όλα τα φόντα για να γίνει ταινία. Είναι ένα αφηγηματικό κλισέ που δυστυχώς δεν μπορεί να αποφύγει κανένας δημοσιογράφος που τον συναντά. Γεννημένος, “κάτω από τον ισημερινό”, όπως λέει χαρακτηριστικά, στο Μπουρούντι, ο κ. Χαγκαμπιμάνα θυμάται να τον γοητεύει από παιδί η πειθαρχία και η αλληλεγγύη, δύο έννοιες που μπορεί να μην φαίνονται εκ πρώτης συγγενείς, τις συναντά όμως κανείς στους προσκόπους, που όχι απλά κέρδισαν σαν δραστηριότητα τον κ. Χαμπαμινά, αλλά όπως θα επαναλάβει αρκετές φορές σε αυτή τη συνέντευξη, τον καθόρισαν. Περιμένοντας το ασανσέρ για να ανέβουμε στο γραφείο του εξομολογείται ότι ο χειμώνας του δίνει δύναμη, τον προτιμά σε σχέση με το καλοκαίρι. Η ζέστη τον κουράζει.

Ο Σπύρος _ Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα είναι από τον Μάρτιο του 2020 υποδιοικητής της Υπηρεσίας Υποδοχής και Ταυτοποίησης του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, Φωτογραφία: Τζοβάννα Στεφάνου

Πίσω από το γραφείο του, στο οποίο δεν έχει άμεση πρόσβαση το φυσικό φως κι έτσι νομίζεις ότι διαρκώς έχει συννεφιά, μια χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα θα έλεγε κάποιος που ψάχνει για συνδέσεις, υψώνονται η ελληνική σημαία και η σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένα διακοσμητικό σιδερένιο παγώνι στέκεται αγέρωχο στην δεξιά άκρη του μεγάλου παράθυρου με το μεταλλικό δικτύωμα, ενώ ένα πιο μικρό, ασημένιο κάνει παρέα σε κάτι γούρια που βρίσκονται στην αριστερή πλευρά του γραφείου του. “Είναι το προσκοπικό μου όνομα”, θα πει λύνοντας την απορία της επανάληψης του περήφανου πτηνού. Στην άλλη πλευρά του τραπεζιού, βρίσκεται γυρισμένο προς το οπισθόφυλλο το βιβλίο “Ο μαύρος με τη λευκή καρδιά”, του Arthur Japin. Ένα μυθιστόρημα για την περιπέτεια δύο Αφρικανών πριγκίπων που δωρίζονται στο βασιλιά της Ολλανδίας ως εγγύηση για ένα παράνομο εμπόριο σκλάβων της ολλανδικής κυβέρνησης. Ο ένας επιθυμεί να ενσωματωθεί και να γίνει πραγματικός Ολλανδός, κι ο άλλος παλεύει παλεύει να διατηρήσει την αφρικανική του ταυτότητα. Η πρώτη σκέψη που κάνω είναι αυθαίρετη. Είναι ο κ. Χαγκαμπιμάνα ένας μαύρος με λευκή καρδιά; Θα μπορούσε να είναι αυτός ο τίτλος της συνέντευξης; Αργότερα, όταν μου εξιστορεί τη γεμάτη ανατροπές ιστορία του, αλλά και το πώς αντιλαμβάνεται τη θέση του υποδιοικητή Υποδοχής και Ταυτοποίησης, αντιλαμβάνομαι ότι είναι, όπως λέει με δικά του λόγια, “άνθρωπος της ισορροπίας”. Στον κ. Χαγκαμπιμάνα συναντιούνται και η ελληνική και η αφρικανική ταυτότητα και συμπορεύονται αρμονικά.

Ο κ. Χαγκαμπιμάνα είναι απόφοιτος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Από το 1997 ως το 2005, όταν και έλαβε την ελληνική υπηκοότητα, εργάστηκε στη Βιβλιοθήκη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα σπούδαζε στο νομικό τμήμα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ενεργός στάση του στην υπεράσπιση του συντάγματος στο Μπουρούντι, το οποίο παραβιάστηκε από τον πρόεδρο της χώρας και η άρνησή του να καταστείλει με αίμα τις διαδηλώσεις, καθώς βρίσκονταν σε νευραλγική θέση της αστυνομίας της χώρας, ήταν αιτία να συλληφθεί και να υποστεί βασανιστήρια. Απελευθερώθηκε το Φεβρουάριο του 2016 μετά από διπλωματικές πιέσεις προς το καθεστώς του Μπουρούντι, από την Ελληνική Πολιτεία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον ΟΗΕ. Το Φεβρουάριο του 2020 διορίστηκε σύμβουλος στο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, μέσα σε ένα μήνα όμως ανέλαβε τη θέση του υποδιοικητή Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Η επιλογή του για αυτή τη θέση μοιάζει ιδανική, ωστόσο δεν ακούστηκε ιδιαίτερα. Το όνομα του κ. Χαγκαμπιμάνα άρχισε να απασχολεί τους τίτλους όταν φήμες τον ήθελαν να κατεβαίνει για υποψήφιος στις επόμενες εκλογές στη Β’ Πειραιά. Συνεπώς, ο Σπύρος – Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα, Έλληνας πολίτης με καταγωγή από το Μπουρούντι μπορεί να είναι στο μέλλον ο πρώτος μαύρος βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου. Πώς όμως βρέθηκε ο κ. Χαγκαμπιμάνα στην Αθήνα πίσω στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 και γιατί μετά την αθώωσή του έκανε τα πάντα για να φτάσει και πάλι πίσω στην Ελλάδα;

Το παγώνι είναι το προσκοπικό όνομα του κ. Χαγκαμπιμάνα, Φωτογραφία: Τζοβάννα Στεφάνου

Η ένταξή του στους προσκόπους από παιδί, καθόρισε τη ζωή του, Φωτογραφία: Τζοβάννα Στεφάνου

Οι φίλοι μου με φώναζαν στρατηγό “Baden-Powell” (σ.σ. ιδρυτής του προσκοπικού συστήματος) μάλιστα μου έκαναν και γιορτή με αυτό το θέμα στην αποφοίτησή μου από το σχολείο. Ήταν σαν μην είχα άλλη επιλογή, επίσης οι στρατιωτικές σχολές ήταν από τις πρώτες επιλογές των νέων στο Μπουρούντι. Όλα τα αγόρια σχεδόν περνάγαμε από εκεί. Οι εξετάσεις ήταν πολύ απαιτητικές. Εκεί λοιπόν ανάλογα με τους βαθμούς σου σε έστελναν στο εξωτερικό για ειδικότητα. Κάποιοι έφευγαν για τη Γερμανία για παράδειγμα για πολιτικοί μηχανικοί. Ήταν κάτι επιτακτικό. Έτσι εγώ βρέθηκα στην Ελλάδα για να σπουδάσω στη σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Έφτασα στην Ελλάδα τα μεσάνυχτα της 1ης Νοέμβρη του ‘91 και το ίδιο πρωί ξεκίνησα μαθήματα ελληνικών”, λέει για το πως βρέθηκε στη χώρα και θυμάται με εντυπωσιακή ακρίβεια ημερομηνίες, ονόματα και καταστάσεις.

Κάθε κοινωνία έχει τα καλά της και τα κακά της όταν είσαι ξένος σε αυτή, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να μάθεις τα ήθη, τα έθιμα και τις συνήθειές της. Όταν ήρθα εδώ, δεν έψαξα να βρω το φαγητό της χώρας μου για να νιώσω οικεία, έμαθα να μου αρέσουν τα τοπικά φαγητά. Ή η μουσική για παράδειγμα. Δεν είχα συνηθίσει την ελληνική μουσική, όμως ήταν από τα πράγματα που, ειδικά όταν άρχισα να καταλαβαίνω τα λόγια, με βοήθησε να αγαπήσω πιο πολύ την ελληνική κοινωνία. Όσο πιο πολύ αγαπάς μια κοινωνία, όσο πιο πολλά θετικά βρίσκεις σε αυτή, την οικειοποιείσαι. Αυτό με βοήθησε να μη νιώθω σαν ξένος, πολύ γρήγορα.

Στην πρώτη μου έξοδο από τη σχολή, όταν βγήκα για πρώτη φορά στην Αθήνα πήγα να βρω κάποιους συμπατριώτες μου στην Κυψέλη. Με φιλοξένησαν εκεί την Παρασκευή το βράδυ, αλλά το Σάββατο το πρωί ήθελα να βγω έξω να δω τι είναι αυτή η Αθήνα. Όταν βγήκα στη Φαιδριάδων, ένα δρόμο πάνω από την πλατεία Κυψέλης, είδα δυο παιδιά, τον Γιώργο και τον Βασίλη σε ένα παπάκι να φοράνε την στολή των ναυτοπροσκόπων. Άρχισα να τους φωνάζω στ’ αγγλικά να σταματήσουν. Τους είπα ότι είμαι κι εγώ πρόσκοπος και άφησαν το παπάκι στην άκρη να μιλήσουμε. Το απόγευμα της Κυριακής οργάνωσαν μια μικρή γιορτή και με υποδέχτηκαν στο 9ο Σύστημα Ναυτοπροσκόπων Αθηνών στην Κυψέλη. Έτσι, από την πρώτη στιγμή έκανα φίλους, μου έμαθαν την ελληνική μουσική, το ελληνικό φαγητό, με βοήθησαν να εξασκώ τη γλώσσα. Έτσι ξεκίνησε η ζωή μου στην ελληνική κοινωνία. Εμπιστεύομαι εύκολα τους ανθρώπους. Θεωρώ ότι χάνεις περισσότερα όταν είσαι καχύποπτος και κλείνεσαι στον εαυτό σου. Όπως έλεγε ο Nelson Mandela, “κανείς δεν γεννιέται, μισώντας”. Σε συνάντησα; Είσαι φίλος.

Εμπιστεύομαι εύκολα τους ανθρώπους.  Σε συνάντησα; Είσαι φίλος.“, Φωτογραφία: Τζοβάννα Στεφάνου

Το πλάνο ήταν να επιστρέψω πίσω στο Μπουρούντι, όμως ένα πραξικόπημα που έγινε στη χώρα με απέτρεψε. Πραγματικά δεν είχα τη βούληση να υπηρετήσω υπό αυτές τις συνθήκες. Ξεκίνησε κι ο εμφύλιος και δεν ήθελα σαν νέος αξιωματικός να συμμετάσχω σε έναν εμφύλιο πόλεμο. Ήμουν από τους ελάχιστους που τόλμησαν να πουν “Δεν συμφωνώ μαζί σου Πρόεδρε, είσαι δικτάτορας, θα σε καταπολεμήσω, να φύγεις”. Έμεινα λοιπόν στην Ελλάδα και ζήτησα πολιτικό άσυλο για να προστατευτώ, καθώς με θεωρούσαν απειλή για το καθεστώς, έστειλαν κόσμο να με φέρει πίσω στο Μπουρούντι είτε με το καλό, είτε με το άγριο. Ως τώρα δεν έχω καταλάβει για ποιο λόγο ήταν τόσο θορυβημένοι. (γέλια) Πήρα το άσυλο κι αποφάσισα να γραφτώ στη Νομική. Καθώς δεν είχα κάποια υποτροφία και κανένα άλλο στήριγμα έπρεπε να δουλέψω για να ζήσω. Έφευγα από το καράβι με τη στολή του ανθυποπλοιάρχου κι από πάνω έριχνα ένα μπουφάν και πήγαινα να δουλέψω σε ένα σούπερ μάρκετ. Πάνω από 12 ώρες. Ήταν ευτυχώς και κοντά στη Νομική. Έμεινα σχεδόν ένα χρόνο εκεί, με βοήθησε αυτή η δουλειά να επιβιώσω. Μετά βρήκα τη δουλειά στην ΑΣΟΕΕ, ως βοηθός ερευνητή. Παράλληλα, εκείνη την εποχή, είχα ιδρύσει μαζί με συμπατριώτες μου την Ένωση Φίλων Μπουρούντι κι εργαζόμουν σκληρά για αυτή, ήμουν στη ΔΑΠ κι αρκετά δραστήριος και εθελοντής στη Διεθνή Αμνηστία ως Protection Officer”.

Μέσα από την Ένωση Φίλων Μπουρούντι, ο κ. Χαγκαμπιμάνα προσπάθησε να προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια στην πατρίδα του, ρούχα, τρόφιμα, φάρμακα, σχολικά είδη την οποία όμως η τότε κυβέρνηση του Μπουρούντι αρνήθηκε να εισάγει, αν δεν πληρωθούν δασμοί. Τότε κατάλαβε ότι αν θέλει να βοηθήσει τους συμπατριώτες του θα πρέπει να δραστηριοποιηθεί πολιτικά κι έτσι απέκτησε επαφές με την αντίσταση. Μεταξύ 2001 και 2003 πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στην Ελλάδα και το Μπουρούντι, όπου και επισκέπτονταν τους αντιστασιακούς μέσα στη ζούγκλα. Εκεί, ανάμεσα στους άλλους αντάρτες, θα γνώριζε τον μετέπειτα Πρόεδρο του Μπουρούντι, τον άνθρωπο που ζήτησε από τον κ. Χαγκαμπιμάνα να πνίξει διαδηλώσεις στο αίμα, κι όταν εκείνος αρνήθηκε τον έκλεισε φυλακή και τον βασάνισε. Σήμερα τον αποκαλεί “ο παρανοϊκός Πρόεδρος”.

Στις επισκέψεις του στη ζούγκλα ο κ. Χαγκαμπιμάνα καταφέρνει να αποτρέψει τους αντιστασιακούς από το να σκοτώνουν, αλλά και να αλλάξουν τα έως τότε μισαλλόδοξα συνθήματά τους σε συνθήματα που προωθούσαν το κράτος δικαίου, τη δημοκρατία και την ελευθερία, υπενθυμίζοντάς τους πως αν πορεύονται με μίσος ο πόλεμος δεν θα τελειώσει ποτέ. Το 2005 υπογράφεται συμφωνία παύσης πυρός. Ο κ. Χαγκαμπιμάνα θυμάται στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού και αντάρτες που βρίσκονταν στη ζούγκλα επί 10 χρόνια, να αδειάζουν τους γεμιστήρες των όπλων τους και να πηγαίνουν όλοι μαζί για μπύρες. “Ήταν 16 Δεκεμβρίου, μια αξέχαστη μέρα όχι μόνο για το λαό του Μπουρούντι, αλλά για την ανθρωπότητα. Καμιά φορά ξέρετε λέμε είμαστε μακριά, δεν μας επηρεάζει αυτό. Δεν είναι έτσι. Είναι ανθρωπιστικό ζήτημα. Εκεί ζουν άνθρωποι που μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρεθούν στο ίδιο θρανίο με το παιδί σου κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Χωρίς να κοιτάξουμε τα χρώματα, ούτε τη φυλή. Είναι άνθρωποι που πεθαίνουν”.

“Όταν νιώθεις χρησιμος, ονειρεύεσαι και να κάνεις περισσότερα”, Φωτογραφία: Τζοβάννα Στεφάνου

Ενώ μόλις είχε πάρει την ελληνική υπηκοότητα και του είχε παρουσιαστεί η ευκαιρία μιας σταθερής δουλειάς εδώ στην Ελλάδα, το 2005 ο Σπύρος – Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα αποφασίζει να επιστρέψει στο Μπουρούντι και να συμβάλλει στην αποκατάσταση της δημοκρατίας. Από τότε μέχρι και το 2015 εργάζονταν ως Υπαρχηγός Επιχειρήσεων στην αστυνομία. Ο άνθρωπος που είχε στηρίξει κι έγινε ο μετέπειτα πρόεδρος της χώρας, ο Pierre Nkurunziza, παρόλο που είχε συμπληρώσει δύο 5ετείς θητείες κι άρα έπρεπε να αποχωρήσει από την εξουσία, ξαφνικά, άρχισε να εμφανίζει αυταρχικές τάσεις. Πρώτα – πρώτα αρνήθηκε να εγκαταλείψει την εξουσία και διακήρυτε πως η πρώτη θητεία ήταν δοκιμαστική κι άρα δεν έχει εξαντλήσει το χρόνο παραμονής του στην εξουσία. Έπειτα άρχισε να απειλεί την ελευθερία του λόγου φυλακίζοντας δημοσιογράφους ή οποιοδήποτε διαφωνούσε με το καθεστώς. Είχε προχωρήσει σε δημιουργία παρακρατικών οργανώσεων και σκότωνε και λεηλατούσε. Ο λαός του Μπουρούντι άρχισε να κουράζεται και να διαδηλώνει. Τότε ο Nkurunziza διέταξε τον κ. Χαγκαμπιμάνα να καταστείλει τις διαδηλώσεις με αίμα.

“Είχα φύγει από την Ελλάδα για να βοηθήσω, όχι για να σκοτώσω τον κόσμο. Αυτή ήταν μία κόκκινη γραμμή για μένα που δεν μπορούσα να περάσω. Η παιδεία που πήρα από την Ελλάδα, αλλά και ο χαρακτήρας μου – δεν μπορώ να κάνω κακό σε άνθρωπο – με βοήθησαν να πάρω την απόφαση να πω “Όχι”. Με ρωτούν συχνά πού βρήκα τη δύναμη. Ήταν εύκολο, γιατί ήμουν απλά αυτό που είμαι σαν άνθρωπος. Αντί λοιπόν να σκοτώσω προστάτευα όσο μπορούσα τους ανθρώπους που διαδήλωναν στους δρόμους. Έμπαινα μπροστά τους όταν τους έριχναν και παιδάκια έτρεχαν και κρύβονταν πίσω μου”.

Με την άρνησή του, ο κ. Χαγκαμπιμάνα βρέθηκε στη φυλακή όπου και κρατήθηκε σε άθλιες συνθήκες και βασανίστηκε άγρια. Στη δίκη που ορίστηκε, την οποία ο κ. Χαγκαμπιμάνα χαρακτηρίζει παρωδία καθώς θεωρεί ότι έγινε μόνο και μόνο για να δείξει ο Nkurunziza στη διεθνή κοινότητα ότι υπάρχει δικαιοσύνη στη χώρα, αλλά και για να μην διακινδυνεύσει να χάσει χρηματοδοτήσεις που λάμβανε τότε από την Ευρωπαϊκή Ένωση και κάλυπταν το 50% του κρατικού προϋπολογισμού, κατηγορήθηκε για την οργάνωση πραξικοπήματος, παρόλο που αποδεδειγμένα έλειπε από τη χώρα την χρονική περίοδο του υποτιθέμενου γεγονότος. Στο μεταξύ ο ίδιος είχε μπορέσει να στείλει ανοιχτή επιστολή μέσα από τη φυλακή εξηγώντας τους λόγους που η προφυλάκισή του είναι αντίθετη στο Διεθνές Δίκαιο περί Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά την περισσότερη προσοχή στην περίπτωσή του έστρεψε η πρωτοβουλία συμφοιτητών του από τη Νομική, η οποία και δημιούργησε ένα τεράστιο κύμα αλληλεγγύης που οδήγησε στην απελευθέρωση του.

Όπως λέει ο κ. Χαγκαμπιμάνα, δεν περίμενε ποτέ να αποφυλακιστεί, όταν όμως αθωώθηκε κατάλαβε ότι κινδυνεύει άμεσα να χάσει τη ζωή του και άρα ότι πρέπει να φύγει από τη χώρα. Χωρίς να υπεισέλθει σε πολλές λεπτομέρειες (παρόλο που είναι γνωστό ότι μεταμφιέστηκε μεταξύ άλλων σε πάστορας, περπάτησε, άλλαξε διάφορα μέσα για να φύγει από το Μπουρούντι) ο Σπύρος – Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα, στις 14 Φεβρουαρίου του 2016 επέστρεψε, όπως λέει, σπίτι, στην Ελλάδα.

Στον κ. Χαγκαμπιμάνα συναντιούνται και η ελληνική και η αφρικανική ταυτότητα και συμπορεύονται αρμονικά, Φωτογραφία: Τζοβάννα Στεφάνου

Μπορεί ένας άνθρωπος που έχει βιώσει τέτοιες καταστάσεις, κάποιος που γνωρίζει πώς είναι να μην νιώθεις ασφαλής στη χώρα σου να αναλάβει μία τέτοια θέση στο προσφυγικό / μεταναστευτικό χωρίς να φορτίζεται συναισθηματικά; “Δεν είναι εύκολο για έναν πρώην πρόσφυγα, έναν μετανάστη να ασχολείται με πρόσφυγες, γιατί μπορεί να δρα μόνο συναισθηματικά, όμως εγώ προσπαθώ να έχω μια ζυγαριά μεταξύ του επαγγελματισμού και του βιώματός μου. Καταλαβαίνω τους ανθρώπους που αναζητούν μια καλύτερη μοίρα στη χώρα μας. Ξέρω την αγωνία τους, ξέρω πως είναι να ζεις σε μία χώρα χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα κι αυτό με βοηθάει να δώσω τον καλύτερό μου εαυτό. Είμαι άνθρωπος των ισορροπιών. Όλα αυτά που θα ειπωθούν από τη μία κι από την άλλη πλευρά τα ξέρω. Έχω ακούσει ότι είμαι πουλημένος, πως με εξαγόρασαν οι λευκοί, ή ότι μπορεί να μεροληπτώ υπέρ των προσφύγων – συμπατριωτών μου. Μου δόθηκε μια ευκαιρία να είμαι χρήσιμος για τους ανθρώπους που χρειάζονται προστασία, αλλά και για τη χώρα μου και για μένα τον ίδιο. Αισθάνομαι χρήσιμος στην κοινωνία. Όταν νιώθεις χρήσιμος ονειρεύεσαι και να κάνεις περισσότερα.

Πρέπει να προστατεύσουμε τον άνθρωπο, ζητάει προστασία, πρέπει να το κάνουμε γρήγορα, να μην περιμένουμε 2 και 3 χρόνια και να τα χάσει κι αυτός απ’ τη ζωή του περιμένοντας μία απόφαση που δεν θα λάβει ποτέ. Για μένα το άσυλο, επειδή το βίωσα, είναι ένας ιερός θεσμός τον οποίο πρέπει να προστατεύσουμε, να ασχοληθούμε με τους ανθρώπους που έχουν πραγματική ανάγκη, ανθρώπους που τους κυνηγούν καθεστώτα, που υπάρχει πόλεμος στη χώρα τους, που έρχονται με σοβαρά προβλήματα”.

Για το αν θα κατέβει υποψήφιος βουλευτής, απαντά διπλωματικά και με ευγένεια, χωρίς να επιβεβαιώνει. Φωτογραφία: Τζοβάννα Στεφάνου

Όσο για εκείνο που όλοι τον ρωτούν, το αν δηλαδή θα κατέβει υποψήφιος βουλευτής, απαντά διπλωματικά και με ευγένεια, χωρίς να επιβεβαιώνει. “Ειλικρινά και ταπεινά, θα μου άρεσε πολύ, θα μπορούσα να προσφέρω περισσότερα στην ελληνική κοινωνία, αλλά και διεθνώς κι αυτό είναι κάτι που μου αρέσει πολύ, έχω πολλά αποθέματα ενέργειας”. Φαίνεται πως θέλει να κάνει σαφές ότι δεν τον αφορά ο τίτλος του “πρώτου μαύρου βουλευτή του Ελληνικού κοινοβουλίου”, αλλά το έργο που θα κληθεί να κάνει. Όπως είναι κι από την προσωπική του ιστορία ξεκάθαρο, δεν τον απασχολούν τα χρώματα δέρματος. Αναγνωρίζει ωστόσο το συμβολισμό που θα έχει, αν εκλεγεί. “Ένα παιδί που γεννήθηκε στην Ελλάδα και έχει διαφορετικό χρώμα μπορεί να θέλει να προσφέρει στην κοινωνία του, να δείξει την αγάπη του για αυτή, να αναπτύξει τα ταλέντα του, αλλά ίσως να μένει πίσω επειδή δεν έχει τα αντίστοιχα πρότυπα. Εκεί ναι, ίσως να κολλάει το “ο πρώτος μαύρος Έλληνας βουλευτής”, μπορεί η συμμετοχή μου στο ελληνικό κοινοβούλιο να έδινε έναυσμα σε πολλούς συμπατριώτες μας με καταγωγή από την Αφρική να συμμετέχουν ισότιμα στην ελληνική κοινωνία”.

Ακόμα κι αν δεν γίνει “ο πρώτος μαύρος Έλληνας βουλευτής”, ο Σπύρος – Ρίτσαρντ Χαγκαμπιμάνα είναι σίγουρα “ο μόνος μαύρος με κοστούμι στη Νίκαια” με τη μυθιστορηματική ζωή που, όπως λέει στο κλείσιμο της συνέντευξης, αγαπάει τον μουσακά και το παστίτσιο, και ακούει φανατικά Ελευθερία Αρβανιτάκη κι Ελένη Δήμου.

@oneofusgr

If you're here, you're one of us!