Η Αθηνά Οικονομάκου είναι ανάμεσα στα πολλά πλέον διάσημα πρόσωπα, που αποφάσισαν να κάνουν ένα δικό τους brand στην Ελλάδα. Ωστόσο, πρέπει να της αναγνωρίσουμε ότι είναι και ανάμεσα στους λίγους, που το έκαναν με επιτυχία, με το brand κοσμημάτων της να μετρά πλέον περίπου επτά χρόνια ζωής και το brand ρούχων της, με τη Μαίρη Συνατσάκη, κάτι παραπάνω από δύο χρόνια. 

Ίσως κάποιος κάνει την υπόθεση ότι η ηθοποιός απλά κάθεται, βάζει κάποιον άλλον να κάνει όλη τη δουλειά και εκείνη απλά λαμβάνει τα μεγάλα ποσά των εσόδων. Ίσως κάνει αυτή την υπόθεση, απλά και μόνο θεωρώντας ότι, όταν κάποιος είναι διάσημος και έχει πάνω από 1 εκατομμύριο followers, τότε απλά όλοι θα πάνε να του δώσουν τα λεφτά τους, χωρίς πολλή σκέψη. 

Τα πράγματα, όμως, δεν είναι τόσο απλά. Το εξήγησε η ίδια η Αθηνά Οικονομάκου στο Πρωινό του Ant1. Ο κόσμος, για να πειστεί να ανοίξει το πορτοφόλι του και να δώσει ένα σχετικά μεγάλο ποσό, θέλει πράγματι να δει ότι το αξίζει, να δει ένα κομμάτι ωραίο και ποιοτικό. Γι’ αυτό, όπως ανέφερε, έχει ξοδέψει πολλές ώρες δουλειάς και στις δύο εταιρείες της, μιας και ξέρει ότι η δυναμική, που της δίνουν οι πολλοί followers, μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μείον και να κατηγορηθεί ότι απλά βαζει μεγάλες τιμές, γιατί έχει γνωστό όνομα. 

“Είναι δύσκολο πολύ. Και δεν έχουμε και καμία σχέση και γνώση και το καλλιτεχνικό κομμάτι είναι εκ διαμέτρου αντίθετο με το επιχειρηματικό, οπότε το να τα καταφέρεις να τα βγάλεις πέρα είναι δύσκολο. Κι εγώ έχω ζοριστεί και ειδικά με τη δεύτερη εταιρεία, που κάναμε με τη Μαίρη, θέλει να είσαι πολύ από πάνω, να ασχολείσαι πάρα πολύ. Τρώει πάρα πολύ χρόνο και θέλει πολλή ενέργεια, οπότε είναι δύσκολο να ανταπεξέλθεις.

Εξαρτάται (το αν βγάζω περισσότερα χρήματα ως επιχειρηματίας απ’ ό,τι ως ηθοποιός). Δεν είναι έτσι ακριβώς. Γιατί το να έχεις followers δεν σημαίνει ότι θα δώσει ο άλλος αρκετά χρήματα. Δηλαδή, θέλω να πω δεν έχουμε ένα brand με πολύ φθηνό προϊόν, με πολύ χαμηλές τιμές. Είναι ένα brand με τιμές για έναν άνθρωπο, που οικονομικά δεν παίρνει ίσως έναν βασικό μισθό. Οπότε, θέλω να πω, ο άλλος επενδύει στο ρούχο ή στο κόσμημα. Δεν είναι ένα πολύ χαμηλού κόστους προϊόν. Οπότε, θέλω να πω, δεν το παίρνει για πλάκα ο άλλος και αψήφιστα. Ούτε οι πολύ μικρές ηλικίες, που είναι το μεγαλύτερο κοινό εμένα και της Μαίρης ίσως. Οπότε ο άλλος πρέπει να επενδύσει. Πρέπει να αποδείξεις πράγματα. Πρέπει να του αρέσει το ρούχο. Πρέπει να είναι ποιοτικό. Πρέπει να έχει ένα σύνολο πραγμάτων. Πολύ καλά πάει. Θέλω να πω, δεν είναι απλό. 

(…) Βγάζουμε αρκετά χρήματα. Είναι κερδοφόρα η εταιρεία πολύ, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, αλλά δεν τα βγάζουμε τόσο εύκολα, όσο θεωρεί κάποιος, επειδή έχουμε followers. (…) Μπορεί η δυναμική, που έχεις εξαρχής, να είναι πολύ μεγαλύτερη από ένα κορίτσι, που θα ξεκινήσει τώρα να κάνει μία σειρά ρούχων, που δεν την ξέρει κανείς και πρέπει να επενδύσει πολλά χρήματα στη διαφήμιση. Όμως, αυτό έχει και το ακριβώς αντίθετο, το μπούμερανγκ, ότι πολύ πιο εύκολα θα κριθείς, πολύ πιο δύσκολα θα αποδείξεις ότι απλώς δεν κάνεις ένα brand, που πουλάς κάποια ρούχα και βάζεις μία τιμή παραπανίσια, γιατί απλώς έχεις εσύ ένα όνομα γνωστό και είσαι δημόσιο πρόσωπο και έχεις μια δυναμική. 

Εμείς έχουμε επενδύσει σε αυτή τη δουλειά πραγματικά με τη Μαίρη. Τρώμε εργατοώρες πολλές, ώστε η ποιότητα να είναι αντίστοιχη του κόστους”.