Φέτος συμπληρώνονται 20 χρόνια από την 11η Σεπτμεβρίου και την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, που για μία ολόκληρη γενιά σήμαινε το τέλος του κόσμου όπως τον ξέραμε. Σύμφωνα με ένα πρόσφατο άρθρο του The City, μια μη κερδοσκοπική online πλατφόρμα με ειδησεογραφία αποκλειστικά για τη Νέα Υόρκη, η ισλαμοφοβία που ακολούθησε τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 υπήρξαν καθοριστικές για την ανάδειξη μιας γενιάς μουσουλμάνων της πόλης που ζητά δικαιοσύνη και είναι πλέον ενεργή στα κοινά. Τι ακριβώς προηγήθηκε;

Οι εβδομάδες και οι μήνες μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, χαρακτηρίστηκαν από μια βαθιά αίσθηση απώλειας και ενότητας για την πόλη της Νέας Υόρκης, ωστόσο για πολλούς μουσουλμάνους – Νεοϋορκέζους με καταγωγή από τη Μέση Ανατολή και τη Νότια Ασία, αυτά τα συναισθήματα γύρισαν εναντίον τους, με τη μορφή της ισλαμοφοβίας. Παιδιά υπέστησαν bullying στο δρόμο για το σχολείο και αποκαλούνταν τρομοκράτες. Η καταστολή των μεταναστών διέλυσε κοινότητες όπως το Μικρό Πακιστάν στο Μπρούκλιν και ένα πρόγραμμα παρακολούθησης του NYPD κατασκόπευε αθώους ανθρώπους στη Νέα Υόρκη και πέρα ​​από αυτήν, για περισσότερο από μια δεκαετία. “Έχουμε τραυματιστεί από αυτό”, λέει στο The City η 30χρονη Shahana Hanif από το Μπρούκλιν, κόρη μεταναστών από το Μπαγκλαντές, η οποία είναι υποψήφια για γίνει η πρώτη μουσουλμάνα που εκλέγεται στο Δημοτικό Συμβούλιο.

Το τραύμα αυτό ωστόσο οδήγησε 20 χρόνια αργότερα, στην οργάνωση των μουσουλμανικών κοινοτήτων της πόλης. Οργανώσεις που υπερασπίζονται τα δικαιώματα των μουσουλμανικών κοινοτήτων, όπως και κοινοτήτων της Νότιας Ασίας, σαν την Taxi Workers Alliance, τη Desis Rising Up and Moving και τη South Asian Youth Action δημιουργήθηκαν ή επεκτάθηκαν στη μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχή. Επίσης, φέτος είναι η χρονιά που περισσότεροι μουσουλμάνοι από ποτέ έθεσαν υποψηφιότητα για το δημοτικό συμβούλιο της Νέας Υόρκης.

Το χρονικό της στοχοποίησης και της παρακολούθησης

Η παρακολούθηση της μουσουλμανικής κοινότητας από το NYPD αποκαλύφθηκε από μια έρευνα του Associated Press το 2011 που κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ, η οποία ανέφερε ότι η κατασκοπεία, υπό την ηγεσία του πρώην δημάρχου Mike Bloomberg, επεκτάθηκε πέρα από την πόλη της Νέας Υόρκης και στο Νιού Τζέρσεϊ και το Κονέκτικατ.

Το εκτεταμένο αυτό πρόγραμμα στοχοποιούσε άτομα βασισμένο στον ασαφή όρο “βασικοί δείκτες βίας”. Στην πραγματικότητα δηλαδή, κάποιος έμπαινε στο στόχαστρο με βάση τη χώρα καταγωγής του, αν φοιτά σε θρησκευτικό σχολείο, αν πηγαίνει σε τζαμί, ακόμη και αν συχνάζει σε καφετέριες και εστιατόρια της μουσουλμανικής κοινότητας ή της κοινότητας μεταναστών από τη Νότια Ασία. Σύμφωνα με πληροφορίες, μυστικοί αστυνομικοί παρουσιάζονταν ως ποσηλυτισμένοι στο Ισλάμ με στόχο να παρεισφρήσουν στις κοινότητες ή προσλάμβαναν πληροφοριοδότες για να κατασκοπεύουν τους γείτονές τους.
Πολύ πριν την αποκάλυψη του Associated Press ωστόσο, οι κάτοικοι των γειτονιών που κατασκοπεύτηκαν, υποπτεύονταν ότι κάτι συνέβαινε, σύμφωνα με τις δηλώσεις τους στο The City. Είχαν παρατηρήσει περίεργες συμπεριφορές από τα σώματα ασφαλείας, έως και ύποπτες δραστηριότητες άλλων μελών της κοινότητάς τους.

Αυτό που σκεφτόμασταν με αφηρημένο τρόπο έγινε ξαφνικά πολύ συγκεκριμένο“, δήλωσε ο Asad Dandia, 28 ετών, ο οποίος δηλώνει ότι κατασκοπεύτηκε ως έφηβος στο Μπρούκλιν και αργότερα συμμετείχε σε μια αγωγή κατά του NYPD. Τον Μάρτιο του 2012, ο Dandia δήλωσε στο The City ότι έλαβε ένα μήνυμα στο Facebook από κάποιον που ήθελε να συμμετάσχει στη φιλανθρωπική ομάδα που ίδρυσε ως φοιτητής, τη Muslim Giving Back. Αυτό το άτομο έγινε στενός του φίλος, δείπνησε ακόμη με την οικογένεια του Dandia στο σπίτι τους στο Brighton Beach. Μέχρι το φθινόπωρο είχε ομολογήσει ότι ήταν πληροφοριοδότης του NYPD. “Η κοινότητα τρόμαξε”, είπε ο Dandia. “Όλοι μας σκεφτόμασταν ποιες θα είναι οι επιπτώσεις αυτού“.

Η οργάνωση του Dandia δεν ήταν η μόνη που στοχοποιήθηκε. Πληροφοριοδότες του NYPD είχαν διεισδύσει την ίδια περίοδο στο Desis Rising Up and Moving, μια ομάδα υπεράσπισης για την ινδική διασπορά της οποίας διευθυντής είναι ο Fahd Ahmed. “Ο κοινωνικός ιστός της κοινότητάς μας έχει καταστραφεί”, λέει ο Fahd ο οποίος σημειώνει ότι πολλοί Σιχ, οπαδοί μιας θρησκείας που δεν έχει καμία σχέση με το Ισλάμ, έγιναν στόχος bullying λόγω των τουρμπάνων τους.

O Dandia συνέχισε να συμμετάσχει σε μία από τις δύο αγωγές – ορόσημα εναντίον του NYPD, της “Raza εναντίον της πόλης της Νέας Υόρκης”, και της “Hassan εναντίων της πόλης της Νέας Υόρκης”, οι οποίες και διευθετήθηκαν δικαστικά το 2018. Αν και η απόφαση του δικαστηρίου θεωρήθηκε νίκη από πολλούς, δεν βοήθησε την κοινότητα στο σύνολό της, της οποίας η εμπιστοσύνη στην επιβολή του νόμου και την τοπική αυτοδιοίκηση είχε ήδη διαβρώθει βαθιά.

Η ώρα της δικαιοσύνης

Οι συνέπειες του προγράμματος επιτήρησης αποτέλεσαν ένα σημείο καμπής για πολλούς ανάμεσα στις μουσουλμανικές κοινότητες και τις κοινότητες της Νότιας Ασίας στην Νέα Υόρκη. Ήταν η στιγμή που συσπειρώθηκαν για να οργανωθούν και να ασχοληθούν περισσότερο με τα κοινά.

Μια δεκαετία αφότου αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά η έκταση της παρακολούθησης, νεαροί μουσουλμάνοι άρχισαν να διεκδικούν δημόσια αξιώματα. Η Shahana Hanif, αναμένεται να πάει στις εκλογές τον Νοέμβριο, αφού κέρδισε τις προκριματικές για την έδρα του Μπρούκλιν. Για την Hanif, το ότι ήταν παιδί στις 11 Σεπτεμβρίου την εξέθεσε στην ισλαμοφοβία. Θυμάται να την αποκαλούν άγνωστοι στο δρόμο “τρομοκράτισσα” και ότι σταμάτησε να φοράει το χιτζάμπ της δημόσια. Το bullying έγινε τόσο έντονο που εκείνη και τα ξαδέλφια της, τότε ηλικίας 10 και 11 ετών, έγραψαν ένα γράμμα στον τότε πρόεδρο George W. Bush, προτρέποντάς τον να δράσει. “Το ότι αποφάσισα να ασχοληθώ με την πολιτική, είναι απότοκο του να μεγαλώνω σε αυτό το κλίμα”, σχολιάζει.

Η Tahanie Aboushi, δικηγόρος πολιτικών δικαιωμάτων, η οποία πήγαινε γυμνάσιο το 2001, λέει ότι αυτή η εμπειρία τη σχημάτισε επίσης. “Τα θυμάσαι όλα αυτά γιατί σου ρουφούσαν πραγματικά τη ζωή”, αναφέρει σε μια συνέντευξή της. “Είτε πήγαινες στο μανάβικο, είτε έπαιζες στο πάρκο, είτε περπατούσες στους διαδρόμους του σχολείου, ήσουν συνεχώς αντικείμενο αυτού του μίσους και του θυμού, της απογοήτευσης και της άγνοιας”. Η εμπειρία συνέβαλε στην επιθυμία της να γίνει δικηγόρος και να μιλήσει για εκείνους που μπορεί να φοβούνται να μιλήσουν και να διασφαλίσει ότι τα δικαιώματά μας προστατεύονται. “Έπρεπε να μάθω, τουλάχιστον για μένα, πώς να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, αλλά και πώς να υπερασπίζομαι τους άλλους στην κοινότητα, να προστατεύουμε τα δικαιώματά μας και να γνωρίζουμε τι συμβαίνει”, προσθέτει η Aboushi, που τρέχει επίσης ένα δικηγορικό γραφείο πολιτικών δικαιωμάτων με τα αδέλφια της.

Μια κοινότητα που ανθίζει

Πριν από τον Σεπτέμβριο του 2001, ο Mohammad Razvi και η οικογένειά του είχαν αρκετές επιτυχημένες επιχειρήσεις στη λεωφόρο Coney Island στο Μίντγουντ, γνωστό ως Μικρό Πακιστάν. Συγκεκριμένα δραστηριοποιούνταν επιχειρηματικά στην περιοχή από τη δεκαετία του 1980. Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Razvi, ήξερε ότι έπρεπε να βοηθήσει μουσουλμανικές οικογένειες που αντιμετωπίζουν bullying, διακρίσεις και απέλαση.

Τον Φεβρουάριο του 2002, δημιούργησε μια μη κερδοσκοπική οργάνωση, με στόχο την παροχή στήριξης στην κοινότητα για τουλάχιστον έξι μήνες. Αλλά σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός του Razvi, το Council of Peoples Organization, είναι λειτουργεί ακόμα και μάλιστα μεγαλώνει διαρκώς. “Αυτό που ήταν ένας μικρός χώρος σήμερα είναι μεγάλα γραφεία και από εθελοντές τώρα απασχολεί περίπου 50 υπαλλήλους και 60 εθελοντές”, αναφέρει.

Το 2010, ο COPO διοργάνωσε την Ημέρα Καριέρας Νέων Μουσουλμάνων, συγκεντρώνοντας αρκετές αστικές, πολιτειακές και ομοσπονδιακές υπηρεσίες επιβολής του νόμου. “Το καλύτερο ο τρόπος που έθεταν οι νέοι αυτές τις ερωτήσεις, πολύ, πολύ άμεσα, όπως, “Γιατί χτύπησες την πόρτα και πήρες τον θείο μου;”, λέει. Ως αποτέλεσμα του προγράμματος, πολλοί μουσουλμάνοι κυνήγησαν μια καριέρα στα σώματα ασφαλείας.

Δισταγμός και δυσπιστία

Ωστόσο, ενώ η συμμετοχή πολιτών από αυτές τις κοινότητες στα κοινά αυξήθηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αυξήθηκαν και τα συναισθήματα απομόνωσης – και το άγχος ότι οποιαδήποτε πολιτική συνομιλία ή αλληλεπίδραση με έναν ξένο θα μπορούσε να τους κάνει στόχο. “Υπάρχει ακόμη ένας δισταγμός και μια δυσπιστία. Νιώθουμε ανασφάλεια όταν βρισκόμαστε σε χώρους λατρείας, ακόμη και σε κοινοτικά κέντρα”, παρατηρεί η Aboushi.

Ο διευθυντής του DRUM, Fahd Ahmed, προσθέτει: “Οι τρόποι με τους οποίους αλληλεπιδρούμε ο ένας με τον άλλο, πολλά από αυτά διαλύθηκαν επειδή δεν ξέρουμε ποιος μας ακούει, ποιος παρακολουθει”.

Μέρος του τραύματος είναι ότι αυτές οι πραγματικά τρομακτικές πρακτικές συνδυάστηκαν με μίσος και υπονοούμενα για το τι σημαίνει να είσαι μουσουλμάνος Αμερικανός”, δήλωσε ο Scott Simpson μέλος των Muslim Advocates, μια ομάδα πολιτικών δικαιωμάτων με έδρα την Ουάσιγκτον σε συνέντευξη στο The City πέρυσι. “Αυτό θα συνεχίσει να μας στοιχειώνει για πολύ καιρό”, πρόσθεσε.

Κατά τη διάρκεια της βραχυπρόθεσμης υποψηφιότητάς του για πρόεδρος πέρυσι, ο πρώην Δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Mike Bloomberg, υπερασπίστηκε το πρόγραμμα παρακολούθησης, δηλώνοντας ότι η κατασκοπεία των μουσουλμάνων ήταν “το σωστό πράγμα να γίνει”. “Είχαμε μόλις χάσει 3.000 ανθρώπους στις 11 Σεπτεμβρίου”, είπε σε συνέντευξή του στο PBS Newshour, “Φυσικά και έπρεπε να το κάνουμε”. Υποστήριξε επίσης ότι τα δικαστήρια έκριναν ότι το πρόγραμμα ήταν “εντός νόμου”. Στην πραγματικότητα, οι διακανονισμοί από τις δύο ξεχωριστές αγωγές που αναφέρονται παραπάνω αναγνώρισαν ότι οι μουσουλμάνοι της Νέας Υόρκης στοχοποιήθηκαν με ακατάλληλο τρόπο και αργότερα έγιναν μεταρρυθμίσεις για την προστασία από την παρακολούθηση με βάση τη θρησκεία.

Η στοχοποίηση των μουσουλμάνων δεν ξεκίνησε με τον Τραμπ”, σημειώνει η Tahanie Aboushi, “Ήταν κάτι που προήλθε από την κατασκοπεία των μουσουλμάνων υπό τη δημαρχεία του Bloomberg και συνέβαλε στην άνοδο κάποιου σαν τον Τραμπ”, δήλωσε αναφερόμενη στο Muslim travel ban του πρώην προέδρου. “Οι ενέργειες του Τραμπ δεν έγιναν στο κενό: η ιστορία και το πλαίσιο είναι σημαντικά και αυτό περιλαμβάνει την κατασκοπεία των μουσουλμάνων από το Bloomberg” πρόσθεσε.

Στα βιβλία της Ιστορίας

Η Shahana Hanif πιστεύει ότι η όλη αυτή η ιστορία πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία της πόλης, σημειώνοντας επίσης ότι στην εμπειρία της πριν από 20 χρόνια, τα σχολεία και οι δάσκαλοι δεν γνώριζαν πως να αντιμετωπίσουν τον ισλαμοφοβικό εκφοβισμό. Ο Dandia, από την άλλη σημειώνει ότι η μαζική παρακολούθηση των μουσουλμάνων δεν τελείωσε με την εποχή του Bloomberg ή συνέχισε μόνο υπό τον Τραμπ. Ανέφερε ότι το Countering Violence Extremism Task Force, μια πολιτική της εποχής Ομπάμα που αποσκοπεί στην καταπολέμηση της εγχώριας τρομοκρατίας, κατέληξε στη δυσανάλογη στοχοποίηση των μουσουλμάνων, κάτι που αποτέλεσε όπλο κατά της κοινότητας στην εποχή του Τραμπ.

Η μάχη πολλές φορές είναι εξαντλητική, αλλά νομίζω ότι αξίζει τον κόπο γιατί πετύχαμε μια σειρά σημαντικών αλλαγών πολιτικής“, δηλώνει στο The City ο Dandia. “Είμαστε πλέον στα βιβλία της ιστορίας”.