Σύμφωνα με το ThredUp’s 2021 Resale Report η αγορά μεταπώλησης θα διπλασιάσει το μέγεθός της στα 77 δισεκατομμύρια δολάρια μέσα στα επόμενα 5 χρόνια. “Αρχηγοί” αυτής της εντυπωσιακής αύξησης οι γενιές των millennials και των zoomers, οι οποίες γνωρίζουν ότι η βιομηχανία της κλωστοϋφαντουργίας και της μόδας είναι η δεύτερη πιο ρυπογόνος του πλανήτη και δεν έχουν πια καμία δικαιολογία να μην στηρίζουν την κυκλική μόδα και τη βιωσιμότητα, συνεπώς αγοράζουν τα περισσότερα fashion items που επιθυμούν από δεύτερο χέρι. Ωστόσο, δεν μιλάμε μονάχα για εκείνους που χάνονται στα thrift shops, τα outlets και τις λαϊκές αγορές για να ανακαλύψουν εκείνο το φοβερό 80s’ πουκάμισο με τα ψυχεδελικά patterns που κάνει channeling των εσωτερικό τους Βλάση των Απαράδεκτων. 

Στο πλαίσιο αυτής της επανάστασης (ή κρίσης; Ο καιρός θα δείξει) στη μόδα, έχει δημιουργηθεί μία νέα τάση στους luxury shoppers, αυτή της μεταπώλησης designer brands τσαντών. Νεαρές γυναίκες ανά τον κόσμο αγοράζουν εμβληματικές ακριβές τσάντες, όχι μόνο επειδή ήταν όνειρό τους να τις αποκτήσουν και να τις κρατήσουν στα χέρια τους, αλλά έχοντας παράλληλα στο πίσω μέρος του μυαλού τους το πόσο θα “πιάσουν” όταν τις μεταπωλήσουν. 

Αυτό σημαίνει ότι ζυγίζουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο τις αγορές τους. Τα brands που αγοράζουν, τo χρώμα που θα επιλέξουν, ακόμη και τον τύπο δέρματος έχουν να κάνουν πια όχι τόσο με το γούστο, αλλά με το επίπεδο διαχρονικότητας, την εμβληματικότητα ή το πόσο δύσκολο είναι να βρει κανείς το συγκεκριμένο item στην αγορά μεταπώλησης. Για παράδειγμα, η δερμάτινη έκδοση της iconic Hermès Mini Kelly έχει αρχική τιμή λιανικής πώλησης περίπου 8.000 δολάρια στα καταστήματα Hermès. Η τιμή μεταπώλησής της κυμαίνεται κοντά στην τιμή ορισμένων πολυτελών αυτοκινήτων. Στον οίκο Sotheby’s, η μέση τιμή δημοπρασίας για την Mini Kelly II – τη νεότερη έκδοση της τσάντας, η οποία κυκλοφόρησε το 2016 – άγγιξε τα 29.000 δολάρια το 2021. Οι versions από δέρμα στρουθοκαμήλου, σαύρας και αλιγάτορα “‘επιασαν” πολλά περισσότερα.

Σύμφωνα με τους αναλυτές της Jefferies, στον απόηχο αυτής της νέας τάσης, η Chanel αύξησε τις τιμές των εμβληματικών της τσαντών κατά μέσο όρο 71% σε σχέση με πριν από την πανδημία. Άλλα brands έχουν επίσης αυξήσει τις τιμές, αν και όχι τόσο απότομα. Πρόκειται για μια αλλαγή που αλλάζει ριζικά τη λήψη αποφάσεων πολλών γυναικών όταν αγοράζουν πολυτελείς τσάντες. 

Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια πότε ακριβώς η μεταπώληση πολυτελών τσαντών μετατράπηκε από ένα κυνήγι ευκαιρίας σε αγορά συλλεκτικών αντικειμένων, όπως αυτή των έργων τέχνης για παράδειγμα, αλλά η πανδημία αποτελεί ένα σαφές σημείο καμπής. Ναι, μπορεί κατά τη διάρκεια των πρώτων lockdowns τα ηλεκτρονικά καλάθια των αγορών μας να ήταν γεμάτα κολάν και φόρμες, παράλληλα όμως, στο luxury market, οι πωλήσεις πολυτελών τσαντών εκτοξεύονταν αθόρυβα.

Με την πρόσβαση σε πολλά καταστήματα λιανικής πώλησης αποκομμένη, και με πολυτελείς μάρκες όπως η Chanel και η Hermès να έχουν περιορισμένη παρουσία στο ηλεκτρονικό εμπόριο, οι ιστότοποι μεταπώλησης και οι δημοπρασίες έγιναν ο μόνος τρόπος για την αγορά πολυτελών τσαντών τα τελευταία δύο χρόνια. Επίσης, εξαιτίας της πανδημίας τα μεγάλα brands αντιμετώπισαν προβλήματα με την αλυσίδα εφοδιασμού και κατά συνέπεια με την παραγωγή, την ίδια στιγμή που η ζήτηση ανέβαινε κατακόρυφα, καθώς, όπως αρκετοί από μας, έτσι και οι luxury shoppers κατά τον εγκλεισμό επιδώθηκαν σε ανελέητο shopping. Εφόσον αδυνατούσαν λοιπόν να εντοπίσουν αυτά τα προϊόντα εξαιτίας των συνεπειών της πανδημίας στην παγκόσμια βιομηχανία της μόδας, στράφηκαν στα second hand sites.

Το 2021 οι παγκόσμιες πωλήσεις τσαντών σε δημοπρασία στον οίκο Sotheby’s πολλαπλασιάστηκαν πάνω από 4,5 φορές σε ετήσια βάση σε σύγκριση με το 2020 με βάση άρθρου που δημοσιεύτηκε στο Glamour. H ιστοσελίδα μεταπώλησης πολυτελών ειδών Fashionphile είδε τις πωλήσεις να αυξάνονται κατά 107% το 2021 σε σχέση με το 2020, σύμφωνα με το Forbes. Οι πωλήσεις του site μεταπώλησης πολυτελών τσαντών Rebag αυξήθηκαν κατά 50% το 2020 και στη συνέχεια εκτιμάται ότι αυξήθηκαν κατά 70% το 2021, όπως δήλωσε εκπρόσωπος του στο TechCrunch.

Αν βέβαια περιηγηθείτε σε αυτά τα sites ίσως να εντοπίσετε μεταχειρισμένες τσάντες σε τιμή πολύ κοντά στη λιανική τους και να αναρωτηθείτε πώς ακριβώς γίνονται collectables αν η τιμή τους είναι σχεδόν ίδια με αυτή στο επίσημο site ενός brand. Κι αυτό το φαινόμενο έχει τις ρίζες τους στα προβλήματα στην αλυσίδα εφοδιασμού που προκάλεσε η πανδημία, καθώς δυσκολεύουν τους πελάτες να βρουν την τσάντα που επιθυμούν στα καταστήματα λιανικής.

Σύμφωνα με την luxury YouTuber, Lily Shabani, τα προβλήματα ποιότητας που αντιμετωπίζουν ορισμένα από τα πολυτελή brands τα τελευταία χρόνια ίσως αποτελούν έναν ακόμη παράγοντα που αυξάνει το ενδιαφέρον για την αγορά μεταπώλησης και ωθεί τις τιμές σε υψηλότερα επίπεδα. “Μερικοί άνθρωποι προτιμούν τις παλαιότερες τσάντες Chanel της εποχής 2018-2019. Υπάρχει μια αισθητή διαφορά στην ποιότητα. Γι’ αυτό νομίζω ότι κάποιες παλαιότερες τσάντες θεωρούνται επένδυση“, λέει η ίδια στο Glamour.

Όλα τα παραπάνω δεδομένα δεν γίνεται παρά να εγείρουν σημαντικά ερωτήματα. Θα απομακρύνει η τάση της μεταπωλήσεις τους αγοραστές από τα επίσημα καταστήματα λιανικής των brands; Είναι απλά μια φούσκα που θα κάνει κι αυτή πολύ γρήγορα τον κύκλο της, ειδικότερα τώρα που τα δεινά της πανδημίας φαίνεται να τελειώνουν; Και τέλος πάντων, πόσα είναι πολλά λεφτά για μια τσάντα; 

Οι luxury shoppers θα πρέπει να πάρουν κάποιες σημαντικές αποφάσεις, με κυριότερη, το να μην αγοράζουν με μοναδικό γνώμονα την αξία μεταπώλησης και όταν μεταπωλούν να μην εκμεταλλεύονται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν με την παραγωγή τα μεγάλα brands. Παράλληλα και τα brands θα πρέπει να σκεφτούν πολύ σοβαρά τον αντίκτυπο που έχει η αύξηση των τιμών στα εμβληματικά τους σχέδια και το κατά πόσο τροφοδοτούν αυτή τη νέα τάση, ακόμα κι αν δεν είναι ακριβώς στο χέρι τους. Θα καταφέρει να επέλθει ισορροπία στην αγορά πολυτελών τσαντών; Ας ελπίσουμε ότι επιστορφή σε πιο κανονικούς ρυθμούς ζωής θα ανακάμψει την ανοδική πορεία των τιμών των πολυτελών τσαντών στο resale market, αν και τα στοιχεία δείχνουν ότι – παρά το αδιαμφισβήτητο boost που της έδωσε η πανδημία – η αγορά αυτή “στρώνονταν” στρατηγικά εδώ και καιρό.