Από τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα μέχρι σήμερα, η βιομηχανία της ομορφιάς κατευθύνει τις γυναίκες στο να μην έχουν ούτε μισή τρίχα πάνω τους, εκτός κι αν αυτή είναι μεταξύ των μαλλιών, των βλεφαρίδων ή των φρυδιών τους. Κι όσο κι αν πλέον κατευθυνόμαστε στη λογική ότι ο καθένας μας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με το σώμα του, οπότε και με τις τρίχες του, η κοινωνία και η βιομηχανία συνεχίζουν να προβάλλουν κυρίως άτριχα γυναικεία σώματα και προϊόντα, ως πρότυπα για να φτάσουμε σε αυτά. 

Τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι, όμως. Μέχρι τις αρχές περίπου του 20ου αιώνα, σχεδόν κανείς δεν ασχολούταν με το αν οι μασχάλες και τα πόδια των γυναικών έχουν τρίχες. Αποτριχωτικά προϊόντα υπήρχαν κυρίως για χρήση πριν από χειρουργεία ή από ηθοποιούς και χορεύτριες και από αυτές όχι πάντα. Ο λόγος πιθανώς ήταν ότι μέχρι τότε τα ρούχα των γυναικών ήταν τόσο κλειστά, που αυτά τα σημεία φαίνονταν από λίγο έως καθόλου. 

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν κάπου μεταξύ του 1915 και του 1922. Δύο πράγματα συνέβησαν τότε. Το ένα ήταν μία νέα τάση σε αμάνικα φορέματα εμπνευσμένα από την Αρχαία Ελλάδα και την Αρχαία Ρώμη, που παρουσιάστηκαν σε εικόνες, με γυναίκες με απλωμένα προς τα πάνω χέρια, που δεν είχαν καθόλου τρίχες στις μασχάλες τους. Σταδιακά οι εικόνες άρχισαν να συνοδεύονται και από κείμενα, τα οποία έλεγαν ξεκάθαρα στις γυναίκες ότι αν θέλουν να είναι μέσα στη μόδα, τότε θα πρέπει να έχουν πάντα καλά ξυρισμένες μασχάλες. 

Ο άλλος παράγοντας, που έπαιξε ρόλο, ήταν ουσιαστικά οικονομικός. Το 1901 είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν ξυραφάκια ασφαλείας με λεπίδες μία χρήσης. Αυτά πλέον απέκτησαν άλλη ισχύ μόλις μπόρεσαν να συνοδευτούν το 1919 με συσκευασμένους αφρούς ξυρίσματος της στιγμής. Τι τούς έλειπε, λοιπόν; Ένα μεγαλύτερο αγοραστικό κοινό, πέρα από τους άντρες, που ξύριζαν τα πρόσωπά τους. Με άλλα λόγια, έπρεπε να πείσουν τις γυναίκες ότι και εκείνες είχαν ανάγκη τα προϊόντά τους. 

Η βιομηχανία άνοιξε με την αποτρίχωση της μασχάλης, αλλά στη διάρκεια των 20s βρήκε ακόμα μία ευκαιρία. Η μόδα έφερε στη ζωή των γυναικών τις φούστες μέχρι το γόνατο, που πλέον άφηναν εκτεθειμένες και τις γάμπες τους. Έτσι, άρχισαν οι διαφημίσεις, που προωθούσαν τα αποτριχωτικά προϊόντα ως μία τρομερή ευκαιρία για τις γυναίκες να κυκλοφορήσουν στον κόσμο με αυτοπεποίθηση, χωρίς να φορούν κάλτσες και καλσόν. Ωστόσο, αυτές είχαν μερική επιτυχία, μιας και φαίνεται να τούς έδιναν σημασία μόνο τους πιο ζεστούς μήνες του χρόνου, μετά τον Απρίλιο. Τον υπόλοιπο χρόνο δεν υπήρχε καμία πίεση οι γυναίκες να κάνουν αποτρίχωση στα πόδια τους. 

Στη διάρκεια των 40s, φαινεται να έγινε πλέον η πραγματική εκστρατεία κατά της τριχοφυίας στα πόδια. Κάποιες γυναίκες ήδη είχαν πειστεί να έχουν μόνιμα αποτριχωμένα πόδια όλο τον χρόνο. Όσο για όσες δεν το είχαν κάνει ακόμα; Τα media και οι διαφημίσεις φρόντιζαν να τούς θυμίζουν το λάθος τους και πόσο απαξιώνουν όσες γυναίκες δεν ακολουθούν τη νέα νόρμα, άσχετα με το αν κυκλοφορούν με τα πόδια τους γυμνά ή αν φορούν καλσόν. Το αποτέλεσμα της πίεσης αυτής φαίνεται στο γεγονός ότι, σύμφωνα με έρευνα της Christine Hope, το 1964 το 98% των γυναικών 15 έως 44 στις ΗΠΑ αποτρίχωναν τα πόδια τους. 

Συνοπτικά τα πράγματα έγιναν, όπως οι περισσότεροι από εμάς τα φανταζόμασταν και όπως γίνονται συνήθως στον κόσμο μας. Οι γυναίκες πιέστηκαν σε ένα κατασκευασμένο πρότυπο ομορφιάς για δύο βασικούς λόγους. Ο ένας ήταν για να μη χαλάσουν την αισθητική κάποιων με τις τρίχες τους, μόλις φόρεσαν ρούχα, που τις άφηναν να φαίνονται. Ο άλλος ότι μία ακόμα βιομηχανία αποφάσισε να κερδοσκοπήσει πάνω στις πλάτες τους. Στο μεταξύ, οι άντρες μπορούν να είναι όσο τριχωτοί ή άτριχοι θέλουν και σχεδόν κανένας ούτε καν βλεφαρίζει.